Στις 23 Ιουλίου 2018, η Ελλάδα βίωσε τη φονικότερη πυρκαγιά της σύγχρονης ιστορίας της. Η φωτιά που εκδηλώθηκε στο Νταού Πεντέλης εξαπλώθηκε με πρωτοφανή ταχύτητα προς τον Νέο Βουτζά, το Μάτι και το Κόκκινο Λιμανάκι, αφήνοντας πίσω της 104 νεκρούς, μεταξύ των οποίων και παιδιά.
Η ημέρα είχε αρχίσει με ένα μεγάλο πύρινο μέτωπο στην Κινέτα, στη δυτική Αττική, όπου είχαν ήδη κινητοποιηθεί ισχυρές πυροσβεστικές δυνάμεις. Το απόγευμα, όμως, ξέσπασε δεύτερη πυρκαγιά στην ανατολική Αττική. Μέσα σε περίπου 100 λεπτά, οι φλόγες διένυσαν τη διαδρομή από το σημείο έναρξης έως τη θάλασσα, διασχίζοντας τη Λεωφόρο Μαραθώνος και εισβάλλοντας στον πυκνοδομημένο παραθεριστικό οικισμό.
Οι καιρικές συνθήκες ήταν ακραίες. Σύμφωνα με το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών, οι δυτικοί άνεμοι στις ακτές της ανατολικής Αττικής είχαν μέση ταχύτητα 60 έως 70 χιλιομέτρων την ώρα, με ριπές που ξεπερνούσαν τα 90. Στη Ραφήνα η θερμοκρασία είχε φτάσει τους 39 βαθμούς Κελσίου, ενώ η σχετική υγρασία ήταν μόλις 19%, συνθήκες που ευνόησαν την εκρηκτική εξάπλωση της φωτιάς.
Κάτοικοι και παραθεριστές βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις φλόγες χωρίς να έχει δοθεί οργανωμένη εντολή απομάκρυνσης. Πολλοί εγκλωβίστηκαν στα σπίτια ή στα αυτοκίνητά τους, καθώς οι στενοί δρόμοι, τα αδιέξοδα και η κυκλοφοριακή συμφόρηση περιόρισαν τις δυνατότητες διαφυγής. Άλλοι έτρεξαν προς τη θάλασσα, όπου παρέμειναν επί ώρες περιμένοντας βοήθεια. Δεκάδες άνθρωποι τραυματίστηκαν, ενώ εκατοντάδες κατοικίες και οχήματα καταστράφηκαν.
Η τραγωδία ανέδειξε σοβαρές δυσλειτουργίες στον κρατικό μηχανισμό. Στο επίκεντρο της έρευνας και της δικαστικής διαδικασίας βρέθηκαν η απουσία οργανωμένης εκκένωσης, ο ανεπαρκής συντονισμός των αρμόδιων υπηρεσιών, η διαχείριση της κυκλοφορίας, οι καθυστερήσεις στη μετάδοση κρίσιμων πληροφοριών και οι επιχειρησιακές αποφάσεις για την κατανομή των δυνάμεων. Οι καταγεγραμμένες συνομιλίες πολιτών και στελεχών των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης αποτύπωσαν τη σύγχυση και την αδυναμία διαχείρισης της καταστροφής.
Η δικαστική διερεύνηση διήρκεσε χρόνια. Τον Ιούνιο του 2025, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων έκρινε ενόχους δέκα κατηγορουμένους. Σε τέσσερα πρώην ανώτατα στελέχη της Πυροσβεστικής και της Πολιτικής Προστασίας επιβλήθηκε εκτιτέα ποινή πέντε ετών χωρίς αναστολή, ενώ στους υπόλοιπους καταδικασθέντες δόθηκε αναστολή.
Με την απόφαση 694/2026, ο Άρειος Πάγος κατέστησε αμετάκλητη την ενοχή των τεσσάρων που είχαν προσφύγει. Η υπόθεση επιστρέφει στο Εφετείο μόνο για να εξεταστεί το αίτημα αναγνώρισης του ελαφρυντικού του σύννομου βίου για τρεις από αυτούς και, ενδεχομένως, να επανακαθοριστούν οι ποινές τους.
Οκτώ χρόνια αργότερα, η 23η Ιουλίου παραμένει ημέρα μνήμης για τους 104 ανθρώπους που χάθηκαν. Η τραγωδία στο Μάτι αποτελεί παράλληλα διαρκή υπενθύμιση της ανάγκης για έγκαιρη ενημέρωση, οργανωμένα σχέδια απομάκρυνσης και σαφή συντονισμό των υπηρεσιών όταν ανθρώπινες ζωές βρίσκονται σε άμεσο κίνδυνο.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα