Ο γερμανικός τραπεζικός κολοσσός φέρεται να παρείχε εκτεταμένη ευελιξία στον Τζέφρι Έπσταϊν, επιτρέποντάς του να διακινεί κεφάλαια ακόμη και μετά την καταδίκη του για σεξουαλικά αδικήματα, σύμφωνα με αποκαλύψεις που βασίζονται σε εσωτερικά έγγραφα και emails.
Αποκάλυψη Financial Times: Η Γερμανική Deutsche Bank λειτουργούσε ως «πλυντήριο» για τον Τζέφρι Έπσταϊν ακόμη και μετά την καταδίκη του!- Το διατήρησε ως «πελάτη-κλειδί» αγνοώντας κάθε προειδοποίηση!
Τον Μάιο του 2018, στελέχη συμμόρφωσης της Deutsche Bank εξέταζαν μεταφορά χρημάτων από λογαριασμό του Αμερικανού χρηματοδότη προς τράπεζα της Μόσχας. Όταν ζήτησαν εξηγήσεις, ο υπεύθυνος τραπεζικής σχέσης υποστήριξε ότι τα χρήματα προορίζονταν για δίδακτρα «φίλης».
Παρά τις ερωτήσεις για το γιατί χρησιμοποιήθηκε λογαριασμός μισθοδοσίας για προσωπικές πληρωμές τρίτου προσώπου, η απάντηση ήταν ότι το προσωπικό του πελάτη διέθετε «ευελιξία» στη χρήση των λογαριασμών για μεμονωμένες συναλλαγές.
Ο πελάτης ήταν ο Τζέφρι Έπσταϊν, ο οποίος είχε μεταφέρει εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια στη Deutsche Bank αφού η JPMorgan διέκοψε τη συνεργασία μαζί του το 2013. Σύμφωνα με τις αμερικανικές αρχές, η τράπεζα επέτρεψε επανειλημμένα την αποστολή χρημάτων στο εξωτερικό για την κάλυψη εξόδων νεαρών γυναικών. Αργότερα αναγνώρισε ότι περίπου 875.000 δολάρια είχαν καταβληθεί σε «μοντέλα του εξωτερικού» κατά τη διάρκεια της συνεργασίας.
Ένας καταδικασμένος πελάτης που παρέμενε «αποδεκτός»
Το 2008, ύστερα από πολυετείς καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων, ο Έπσταϊν κατέληξε σε συμφωνία ομολογίας ενοχής που χαρακτηρίστηκε από πολλούς ως μία από τις πιο ευνοϊκές στην αμερικανική νομική ιστορία. Παρά το γεγονός ότι καταδικάστηκε για προαγωγή ανηλίκου στην πορνεία και εξέτισε περιορισμένη ποινή, απέφυγε βαρύτερες ομοσπονδιακές κατηγορίες.
Η καταδίκη δεν τον απέκλεισε από τους κύκλους της οικονομικής ελίτ. Διατήρησε σχέσεις με δισεκατομμυριούχους, επενδυτές και τραπεζικά στελέχη, ενώ συνέχισε να λειτουργεί ως διαμεσολαβητής πρόσβασης σε εύπορους πελάτες — στοιχείο που αποδείχθηκε ιδιαίτερα ελκυστικό για χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς.
Τα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν από το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης δείχνουν ότι το δίκτυό του στηριζόταν σε ένα τραπεζικό σύστημα που συνέχιζε να του παρέχει υπηρεσίες. Όσο οι χρηματοπιστωτικές «πύλες» παρέμεναν ανοιχτές, η επιρροή του δεν περιοριζόταν.
Η Deutsche Bank έχει καταβάλει συνολικά 225 εκατ. δολάρια σε πρόστιμα και συμβιβασμούς που συνδέονται με την υπόθεση Έπσταϊν και με παραλείψεις συμμόρφωσης. Σε δήλωσή της παραδέχθηκε ότι η αποδοχή του ως πελάτη ήταν λάθος και ότι υπήρξαν διαδικαστικές αδυναμίες, τις οποίες —όπως ανέφερε— αντιμετώπισε στη συνέχεια.
Αποκάλυψη Financial Times: Η Γερμανική Deutsche Bank λειτουργούσε ως «πλυντήριο» για τον Τζέφρι Έπσταϊν ακόμη και μετά την καταδίκη του!- Το διατήρησε ως «πελάτη-κλειδί» αγνοώντας κάθε προειδοποίηση!
Η μεταφορά από την JPMorgan και η ταχεία ένταξη στη Deutsche
Η συνεργασία ξεκίνησε ουσιαστικά το 2013, όταν η Deutsche Bank επιδίωκε δυναμική επέκταση στον τομέα διαχείρισης πλούτου. Στο πλαίσιο αυτό προσέλκυσε τραπεζίτες από ανταγωνιστές, μεταξύ των οποίων και στελέχη με πελατολόγιο υπερπλούσιων ιδιωτών.
Όταν η JPMorgan αποφάσισε να διακόψει τη συνεργασία με τον Έπσταϊν, εκείνος μετέφερε κεφάλαια άνω των 180 εκατ. δολαρίων στη γερμανική τράπεζα. Εσωτερικά μηνύματα δείχνουν ότι η άφιξη των χρημάτων αντιμετωπίστηκε ως σημαντική επιτυχία.
Παρότι ένας πελάτης με ποινικό παρελθόν θα έπρεπε να υποβληθεί σε αυστηρό έλεγχο φήμης, στελέχη της τράπεζας φέρονται να έκριναν ότι δεν ήταν απαραίτητο, εφόσον δεν προέκυπταν επιπλέον ευρήματα από τις διαδικασίες «γνωρίστε τον πελάτη σας».
Η αξία των διασυνδέσεων του Έπσταϊν
Η Deutsche Bank δεν έβλεπε στον Έπσταϊν μόνο έναν πλούσιο πελάτη, αλλά και μια πύλη πρόσβασης σε άλλους δισεκατομμυριούχους. Εσωτερικά σημειώματα τον χαρακτήριζαν «πολύ καλή ευκαιρία» και πιθανή «σχέση πρώτης κατηγορίας», λόγω των επαφών του με ισχυρές προσωπικότητες της οικονομίας και της πολιτικής.
Οι τραπεζίτες θεωρούσαν ότι μπορούσαν να αξιοποιήσουν το δίκτυό του για να ενισχύσουν τη θέση της τράπεζας στον ανταγωνιστικό χώρο των ultra-high-net-worth πελατών, ακόμη και αν η συνεργασία παρουσίαζε κινδύνους φήμης.
Επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις συμμόρφωσης
Κατά τη διάρκεια της συνεργασίας, οι εσωτερικοί μηχανισμοί ελέγχου κατέγραφαν επανειλημμένες ενδείξεις πιθανής ύποπτης δραστηριότητας. Μεταξύ αυτών ήταν:
-
συχνές αναλήψεις μεγάλων ποσών σε μετρητά
-
πληρωμές προς γυναίκες στην Ανατολική Ευρώπη και τη Ρωσία
-
συναλλαγές μέσω υπεράκτιων εταιρειών
-
δομές καταπιστευμάτων με ασαφή σκοπό
Σε αρκετές περιπτώσεις εξετάστηκε η λήψη μέτρων, αλλά τελικά δεν υπήρξε ουσιαστική παρέμβαση. Ακόμη και όταν κατατέθηκαν αναφορές ύποπτης δραστηριότητας στις αρχές, η τραπεζική σχέση συνεχίστηκε.
Οι ρυθμιστικές αρχές της Νέας Υόρκης κατέληξαν αργότερα ότι η αποτυχία αναγνώρισης του κινδύνου αποτελούσε σοβαρή παράλειψη συμμόρφωσης.
«Πελάτης-κλειδί» με σημαντικά έσοδα
Ο Έπσταϊν εντάχθηκε στο πρόγραμμα «Key Client Partners», που προοριζόταν για πελάτες με περιουσία άνω των 100 εκατ. δολαρίων. Η δραστηριότητά του σε μετοχές και παράγωγα δημιουργούσε προοπτική εσόδων άνω του 1 εκατ. δολαρίων ετησίως για την τράπεζα, γεγονός που ενίσχυε το ενδιαφέρον για τη διατήρηση της σχέσης.
Ακόμη και όταν αυξήθηκε η αρνητική δημοσιότητα γύρω από το όνομά του, τραπεζικά στελέχη φέρονται να υποβάθμιζαν τις ανησυχίες, επισημαίνοντας ότι η συνεργασία είχε εγκριθεί επανειλημμένα από τη διοίκηση.
Το τέλος της συνεργασίας
Τελικά, στα τέλη του 2018, η Deutsche Bank αποφάσισε να τερματίσει τη σχέση. Η διαδικασία όμως δεν ήταν άμεση. Δόθηκαν παρατάσεις για τη μεταφορά κεφαλαίων και συνέχισαν να διεκπεραιώνονται συναλλαγές για μήνες.
Όταν ο Έπσταϊν συνελήφθη τον Ιούλιο του 2019 με νέες κατηγορίες για σεξουαλική διακίνηση ανηλίκων, αρκετοί λογαριασμοί του στην τράπεζα παρέμεναν ακόμη ανοικτοί, αν και σχεδόν άδειοι.
Αργότερα η Deutsche Bank απέλυσε τον βασικό τραπεζίτη της υπόθεσης, επικαλούμενη έλλειψη της απαιτούμενης επιμέλειας για συγκεκριμένο πελάτη.
Η υπόθεση φωτίζει τις δομικές αδυναμίες των τραπεζικών μηχανισμών ελέγχου όταν εμπλέκονται πελάτες με μεγάλη οικονομική επιρροή. Παρά την καταδίκη και τα εμφανή σημάδια κινδύνου, ο Έπσταϊν παρέμεινε για χρόνια ενταγμένος στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Τα έγγραφα που αποκαλύφθηκαν δείχνουν ότι η σχέση δεν στηριζόταν μόνο στα χρήματά του, αλλά και στην αξία των διασυνδέσεων που μπορούσε να προσφέρει — μια πραγματικότητα που εγείρει ερωτήματα για τα όρια μεταξύ επιχειρηματικού συμφέροντος και θεσμικής ευθύνης.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα