Σε ένα κλίμα βαριάς γεωπολιτικής έντασης, οι διπλωματικές αποστολές των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν κάθισαν στο ίδιο τραπέζι στο Μουσκάτ του Ομάν, σε συνομιλίες που περισσότερο θυμίζουν προοίμιο σύγκρουσης παρά ειλικρινή προσπάθεια συνεννόησης. Πίσω από τις κλειστές πόρτες, οι απαιτήσεις της Ουάσινγκτον είναι σκληρές, απόλυτες και –σύμφωνα με πολλούς αναλυτές– πρακτικά αδύνατον να γίνουν αποδεκτές από την Τεχεράνη.
Σύμφωνα με διεθνή και ισραηλινά μέσα ενημέρωσης, οι ΗΠΑ έχουν καταθέσει πέντε κομβικά αιτήματα προς το Ιράν:
-
τη μεταφορά εκατοντάδων κιλών εμπλουτισμένου ουρανίου εκτός χώρας,
-
την πλήρη καταστροφή των πυρηνικών εγκαταστάσεων,
-
την εξάλειψη της δυνατότητας εκτόξευσης βαλλιστικών πυραύλων,
-
τον οριστικό τερματισμό του πυραυλικού προγράμματος,
-
και τη διακοπή κάθε υποστήριξης προς συμμαχικές οργανώσεις σε Υεμένη, Ιράκ, Συρία και Λίβανο.
Πρόκειται για απαιτήσεις που διατυπώνονται υπό τη σκιά μιας τεράστιας αμερικανικής στρατιωτικής συγκέντρωσης στην περιοχή, με αεροπλανοφόρα, βομβαρδιστικά και μαχητικά να έχουν ήδη λάβει θέσεις μάχης. Ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, με δηλώσεις που δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας, προειδοποίησε ότι η ιρανική ηγεσία «θα έπρεπε να ανησυχεί πολύ», εκπέμποντας τη βεβαιότητα ενός ηγέτη που θεωρεί το αποτέλεσμα προδιαγεγραμμένο.
Ωστόσο, η Τεχεράνη δεν δείχνει διατεθειμένη να υποχωρήσει. Ιρανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι δηλώνουν ανοιχτά ότι η χώρα έχει αλλάξει στρατιωτικό δόγμα, περνώντας από την άμυνα στην επιθετική αποτροπή και υιοθετώντας στρατηγικές ασύμμετρου πολέμου. Το μήνυμα είναι σαφές: το Ιράν θεωρεί τον εαυτό του έτοιμο για σύγκρουση και δεν τρομάζει από την υπεροχή πυρός των αντιπάλων του.
Ιδιαίτερα ακανθώδες σημείο αποτελεί το πυραυλικό πρόγραμμα, το οποίο η ιρανική ηγεσία χαρακτηρίζει «κόκκινη γραμμή». Όπως επισημαίνουν διεθνείς αναλυτές, οι βαλλιστικοί πύραυλοι αποτελούν τη βασική ασπίδα επιβίωσης του καθεστώτος. Χωρίς αυτούς, το Ιράν θα έμενε εκτεθειμένο τόσο στην ισραηλινή αεροπορία όσο και στα αμερικανικά stealth βομβαρδιστικά.
Στο Ισραήλ, η ανησυχία είναι διπλή. Από τη μία, η αμφιβολία ότι το Ιράν θα τηρήσει οποιαδήποτε συμφωνία. Από την άλλη, ο φόβος ότι ο Τραμπ ενδέχεται να αποδεχθεί μια αδύναμη διπλωματική λύση, η οποία θα εξασφαλίζει την επιβίωση του ιρανικού καθεστώτος. Η ισραηλινή ηγεσία εκφράζει ανοιχτά τη δυσπιστία της, υποστηρίζοντας ότι οι διαπραγματεύσεις απλώς προσφέρουν στην Τεχεράνη χρόνο.
Παράλληλα, η Χεζμπολάχ έχει ήδη ξεκαθαρίσει ότι δεν θα μείνει αμέτοχη σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση, προειδοποιώντας πως ο επόμενος πόλεμος δεν θα αφορά μόνο ένα κράτος, αλλά ολόκληρη την περιοχή.
Στο παρασκήνιο, ακόμη και αξιωματούχοι των ΗΠΑ παραδέχονται ότι οι συνομιλίες γίνονται περισσότερο για να καθησυχαστούν οι σύμμαχοι παρά επειδή υπάρχει πραγματική πίστη σε θετική κατάληξη. Το έδαφος μοιάζει ήδη να έχει προετοιμαστεί για το επόμενο βήμα: στρατιωτικές επιχειρήσεις, ιρανικά αντίποινα, γενικευμένη αποσταθεροποίηση και έναν κύκλο βίας χωρίς ξεκάθαρο νικητή.
Το συμπέρασμα που διαμορφώνεται είναι ζοφερό. Οι απαιτήσεις των ΗΠΑ θεωρούνται μη αποδεκτές από το Ιράν και η απόρριψή τους οδηγεί σχεδόν αυτόματα σε νέο γύρο στρατιωτικών χτυπημάτων. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν θα υπάρξει δεύτερο πλήγμα, αλλά πότε.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα