ΚΟΣΜΟΣΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Δηλητήριο βατράχου: Πώς δρα η τοξίνη που χρησιμοποιήθηκε για τη δολοφονία του Αλεξέι Ναβάλνι

Θα μπορούσε πράγματι ο Αλεξέι Ναβάλνι να έχει χάσει τη ζωή του από μια εξαιρετικά σπάνια τοξίνη προερχόμενη από δηλητηριώδη βάτραχο, όπως υποστηρίζουν δυτικές πηγές;

Δηλητήριο βατράχου: Πώς δρα η τοξίνη που χρησιμοποιήθηκε για τη δολοφονία του Αλεξέι Ναβάλνι

Το ερώτημα παραμένει ανοιχτό, καθώς πρόκειται για ουσίες που αφενός είναι εξαιρετικά ισχυρές και αφετέρου δύσκολα ανιχνεύσιμες με τα τυπικά μέσα ιατρικής διάγνωσης. Σύμφωνα με τον δρ Eric Franssen, ειδικό στην κλινική τοξικολογία και φαρμακολογία στο νοσοκομείο Onze Lieve Vrouwe Gasthuis της Ολλανδίας, τέτοιου είδους τοξίνες παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε περιπτώσεις ύποπτων δηλητηριάσεων, ακριβώς επειδή δεν ανιχνεύονται εύκολα.

Όπως εξηγεί, στα περισσότερα νοσοκομεία δεν περιλαμβάνονται σε συνήθη τοξικολογικά πρωτόκολλα ελέγχου, γεγονός που θα μπορούσε θεωρητικά να επιτρέψει την απόκρυψη της πραγματικής αιτίας δηλητηρίασης.

Οι ισχυρισμοί δυτικών κυβερνήσεων αναφέρουν ότι η ουσία θα μπορούσε να προέρχεται από είδος βατράχου που συναντάται στο Εκουαδόρ και παράγει φυσικά ισχυρά αλκαλοειδή ως μηχανισμό άμυνας απέναντι σε θηρευτές. Ωστόσο, επιστημονικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι τέτοιες τοξίνες είναι πλέον δυνατόν να συντεθούν και εργαστηριακά, χωρίς να απαιτείται άμεση εξαγωγή από ζώα. Σε κάθε περίπτωση, η επίδρασή τους στον ανθρώπινο οργανισμό θεωρείται εξαιρετικά επικίνδυνη έως θανατηφόρα.

Ο ίδιος ο δρ Franssen επισημαίνει ότι οι γνώσεις της επιστημονικής κοινότητας για την επίδραση αυτών των ουσιών στους ανθρώπους είναι περιορισμένες, καθώς δεν είναι ηθικά ή πρακτικά εφικτό να πραγματοποιούνται πειράματα σε ανθρώπινα υποκείμενα. Οι περισσότερες πληροφορίες προέρχονται από ζωικά μοντέλα και από σπάνια περιστατικά δηλητηρίασης. Παρόλα αυτά, έχουν καταγραφεί περιπτώσεις όπου ο θάνατος επήλθε μέσα σε 10 έως 20 λεπτά από τη λήψη συγκεκριμένης ποσότητας της ουσίας.

Η τοξίνη μπορεί να εισέλθει στον οργανισμό είτε μέσω κατάποσης είτε μέσω έγχυσης στην κυκλοφορία του αίματος, προκαλώντας άμεσες επιδράσεις στο μυϊκό και καρδιαγγειακό σύστημα. Ουσιαστικά δρα παραλύοντας τους μύες — συμπεριλαμβανομένων των αναπνευστικών — γεγονός που οδηγεί σε υποξία, δηλαδή σε επικίνδυνα χαμηλά επίπεδα οξυγόνου στο αίμα.


Ταυτόχρονα, προκαλεί διαταραχές στη λειτουργία της καρδιάς, με αποτέλεσμα συνδυαστική αναπνευστική και καρδιακή ανεπάρκεια. Όταν ο εγκέφαλος δεν λαμβάνει επαρκές οξυγόνο, η κατάσταση μπορεί να εξελιχθεί ταχύτατα σε μοιραία. Συχνές παρενέργειες που έχουν περιγραφεί είναι η ναυτία και ο έμετος πριν την κατάρρευση του οργανισμού.

Δηλητήριο βατράχου: Πώς δρα η τοξίνη που χρησιμοποιήθηκε για τη δολοφονία του Αλεξέι Ναβάλνι

Ορισμένες περιγραφές συμπτωμάτων, σύμφωνα με αναφορές, φέρονται να συμβαδίζουν με φωτογραφικό υλικό που είχε δημοσιοποιηθεί από το ίδρυμα του Ναβάλνι σχετικά με την κατάσταση της υγείας του πριν τον θάνατό του, χωρίς όμως αυτό να αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο αιτίας.

Ο Ναβάλνι είχε στο παρελθόν επιβιώσει από δηλητηρίαση με τον νευροτοξικό παράγοντα Novichok, γεγονός που είχε προκαλέσει διεθνή ένταση. Μετά την επιστροφή του στη Ρωσία το 2021 συνελήφθη και καταδικάστηκε, με τη Δύση να κάνει λόγο για πολιτικά υποκινούμενες κατηγορίες.

Τον Δεκέμβριο του 2023 μεταφέρθηκε σε σωφρονιστική αποικία στον ρωσικό Αρκτικό κύκλο, γνωστή ως Polar Wolf, η οποία θεωρείται μία από τις πιο σκληρές εγκαταστάσεις κράτησης στη χώρα. Παρά τις δύσκολες συνθήκες, εμφανίστηκε σε δικαστική διαδικασία τον Φεβρουάριο του 2024 σε σχετικά καλή κατάσταση, λίγες ημέρες πριν τον θάνατό του.

Σύμφωνα με τη ρωσική εκδοχή, κατέρρευσε μετά από περίπατο εντός της φυλακής. Η σορός παραδόθηκε στην οικογένειά του αρκετές ημέρες αργότερα, ενώ η επίσημη ιατροδικαστική έκθεση απέδωσε τον θάνατο σε φυσικά αίτια, συγκεκριμένα σε επιπλοκές από χρόνια καρδιακή αρρυθμία και υψηλή αρτηριακή πίεση.

Η χήρα του, Yulia Navalniya, δήλωσε μέσω κοινωνικών δικτύων ότι βιολογικά δείγματα εξετάστηκαν σε εργαστήρια του εξωτερικού και ότι τα αποτελέσματα έδειξαν δηλητηρίαση. Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν έχουν παρουσιαστεί δημόσια με τρόπο που να επιτρέπει ανεξάρτητη επαλήθευση.

Ο δρ Franssen εξηγεί ότι θεωρητικά είναι δυνατόν να ανιχνευθούν τέτοιες ουσίες ακόμη και μετά τον θάνατο, μέσω ιστολογικών και τοξικολογικών αναλύσεων σε όργανα όπως η καρδιά, οι πνεύμονες, το αίμα και τα ούρα. Επιπλέον, μπορούν να εντοπιστούν όχι μόνο οι ίδιες οι τοξίνες αλλά και οι μεταβολίτες τους, οι οποίοι ενδέχεται να παραμένουν στον οργανισμό για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Παρά τις ανακοινώσεις δυτικών χωρών περί δηλητηρίασης, οι ρωσικές αρχές επιμένουν ότι ο θάνατος οφείλεται αποκλειστικά σε φυσικά αίτια. Η υπόθεση παραμένει αντικείμενο γεωπολιτικής αντιπαράθεσης, χωρίς μέχρι στιγμής να υπάρχει κοινά αποδεκτό συμπέρασμα.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button