Μια λιγότερο γνωστή ιστορία που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Γιάννη Ξανθούλη «Μαρινέλλα: Οι νύχτες που έγιναν μεσημέρια» αναδεικνύει τον δυναμικό και ασυμβίβαστο χαρακτήρα της σπουδαίας τραγουδίστριας, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 86 ετών.
Σύμφωνα με το περιστατικό, η Μαρινέλλα δεν δίστασε να αντιδράσει με ιδιαίτερα έντονο τρόπο όταν εκπρόσωπος του Σάχη της Περσίας επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί της, ζητώντας της να εμφανιστεί στο Ιράν για χάρη του. Η αντίδρασή της, όπως περιγράφεται, ήταν άμεση και κάθετη, δείχνοντας ότι δεν έκανε εκπτώσεις ούτε στις αρχές ούτε στις επιλογές της, ακόμη και μπροστά σε τόσο υψηλόβαθμες προσκλήσεις.
Το απόσπασμα:
«Και πάμε τώρα στην περσική περιπέτεια της Μαρινέλλας, μερικά χρόνια πριν από την αποκαθήλωση του Σάχη από τον «θρόνο του παγονιού».
«Ήμουν τότε παντρεμένη με τον Βοσκόπουλο και μέναμε στο Παγκράτι. Ένα μεσημέρι χτυπά το τηλέφωνο και ακούω μια ανδρική φωνή στα ελληνικά, όμως με αξάν: ‘’Κυρία Μαρινέλλα, σας τηλεφωνώ εκ μέρους του Αυτοκράτορα της Περσίας. Σας προσκαλεί να τραγουδήσετε…’’
«Βρε, άντε και στο διάολο…» του απαντώ και του κλείνω το τηλέφωνο.
«Ποιον διαολοστέλνεις;», με ρωτά ο Βοσκόπουλος.
«Τίποτα. Ένας ηλίθιος, μεσημεριάτικα, μου έκανε φάρσα…»
Δεν τελείωσα την κουβέντα και ντριν… πάλι το τηλέφωνο. Το σηκώνω έτοιμη για βρίσιμο. ‘’Συγγνώμη, κυρία Μαρινέλλα. Καταλαβαίνω ότι ξαφνιαστήκατε, όμως δεν σας κοροϊδεύω. Μιλώ σοβαρά. Μην κλείσετε. Τηλεφωνώ από την Πρεσβεία του Ιράν. Ο Αυτοκράτορας…’’
«Τι είναι, βρε, αυτά που λες; Ποιος Φαραώ και ποιος αυτοκράτορας και κουραφέξαλα…»
«Σας εκλιπαρώ, ακούστε με…»
Με εκπλιπαρούσε να τον ακούσω, ενώ ήμουν έτοιμη να τον στολίσω καταλλήλως. ‘’Ακούστε, κυρία Μαρινέλλα…’’. Και άκουσα πως ο Σάχης με καλούσε για την Πρωτοχρονιά τους στο θέρετρό του, ένα νησί στον Περσικό Κόλπο που ονομαζόταν Κις…
«Και πού με ξέρει εμένα ο Σάχης και η Σάχεσα, κύριε; Τι είναι αυτά που λέτε… Ποιο Κις. Εγώ τα δικά μου… Αλλά αυτός, πολύ σοβαρός, έως και μελοδραματικός μπορώ να πω, μου ανέπτυσσε το σενάριο περί ταξιδιού μου και τα λοιπά και για την αμοιβή, όσα ήθελα… Τελικά με παρακάλεσε να σημειώσω ένα νούμερο τηλεφώνου, για να βεβαιωθώ πως δεν αστειευόταν μαζί μου και πως, αν ευκαιρούσα, να συναντηθούμε αμέσως στην Πρεσβεία για να μιλήσουμε…
«Κυρία Μαρινέλλα, θα σας διαθέσουμε αεροπλάνο για τη μεταφορά σας, για την ορχήστρα κι ό,τι άλλο χρειάζεστε…» Όλα αυτά στο παρακαλετό και με την υπενθύμιση πως δεν γινόταν να πει όχι στον Αυτοκράτορα.
«Μα με ποιον μιλάς τόση ώρα;» απόρησε ο Βοσκόπουλος.
«Με τον Σάχη αυτοπροσώπως…» απάντησα. Και για να βεβαιωθώ ότι δεν θα πήγαινα στο τρελάδικο, πετάχτηκα ως το κτίριο που στεγαζόταν η Πρεσβεία του Ιράν, αφήνοντας τον Βοσκόπουλο με το παιδί, γιατί η Τζωρτζίνα ήταν μικρούλα. Και όντως….
Στην Πρεσβεία εκτός από τον άντρα του τηλεφώνου, με περίμεναν ο Πρέσβης και κάμποσοι παρατρεχάμενοι. Τα είχα λίγο χαμένα.
«Συγγνώμη, κύριοι, αλλά τι συμβαίνει;…». Δεν καταλάβαινα. Όμως οι υπήκοοι του Σάχη είχαν εντολή να με κουβαλήσουν στην Περσία. Μου ξανατόνισαν πως κανένας δεν μπορούσε να πει όχι στον Αυτοκράτορα. Όποιος το τολμούσε, τον έπαιρνε και τον σήκωνε. Κι αυτοί οι κύριοι έτρεμαν μήπως και δεν εκτελεστεί σωστά η διαταγή…».
Το μυστήριο μεταξύ Μαρινέλλας και Σάχη πήρε να λύνεται όταν αναφέρθηκε το όνομα του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου, φίλου του Φρέντυ Σερπιέρη, δηλαδή του πατέρα της κόρης της. Ο Σάχης και ο Κωνσταντίνος, κατά τα φαινόμενα, διατηρούσαν στενές φιλικές σχέσεις και θα περνούσαν μαζί την περσική Πρωτοχρονιά στο νησί Κις. Κι όταν ο Πέρσης μονάρχης, για να ευχαριστήσει τον Κωνσταντίνο και την Άννα – Μαρία, θέλησε να του προτείνουν κάποιους Έλληνες καλλιτέχνες, ο Κωνσταντίνος ζήτησε τη Μαρινέλλα και τον Ντέμη Ρούσσο.
Όλα αυτά καλά κι ωραία, όμως χρειαζόταν προετοιμασία. Λόγω Σάχη, όμως, τα πάντα λύνονταν εύκολα.
«Και τώρα, κυρία Μαρινέλλα, γράψτε μας ένα ποσόν, ό,τι θέλετε, για την αμοιβή σας…»
«Κι έγραψες, φαντάζομαι, δέκα εκατομμύρια», της λέω γελώντας.
«Είπα ένα ποσό χωρίς να το πολυσκεφτώ. Δεν το κουβέντιασαν δεύτερη φορά και αμέσως πέρασαν τα χρήματα σε έναν λογαριασμό που είχα στην Ελβετία. Όλα έγιναν μέσα σε λιγότερο από μία ώρα».
… Από εκεί και πέρα ξεκίνησε το παραμύθι. Η Μαρινέλλα, ο Στέλιος Ζαφειρίου με το μπουζούκι του, η ορχήστρα και η φωτογράφος Αλίντα Μαυρογένη επιβιβάστηκαν στο μαγικό χαλί και πέταξαν στο «μακρινό το Ιράν». Προσγειώθηκαν στην Τεχεράνη κι από εκεί αναχώρησαν με ειδική πτήση για το νησί Κις όπου μόνο η αυτοκρατορική οικογένεια και ο πρωθυπουργός είχαν πρόσβαση. Το νησί δεν φημιζόταν για τις ομορφιές του, αλλά εκεί που βρίσκονταν τα καταλύματα των επισήμων όλων ήταν λουλουδιασμένα και εξωτικά με το αυστηρό αυτοκρατορικό πρωτόκολλο. Ποιο λουλούδι θα τολμούσε να μην ανθίσει, παραβαίνοντας τη σχετική εντολή του Σάχη;
Έφτασαν στο Κις κι έτυχαν θερμότατης υποδοχής από τον Κωνσταντίνο και την Άννα – Μαρία, αλλά και από την αυτοκράτειρα Φαράχ, γαλλοθρεμμένη και, άκουσον άκουσον, θαυμάστρια της Μαρινέλλας, γιατί η γραμματέας της είχε ρίζες ελληνικές! Οπότε να πάλι οι συμπτώσεις…
Από την πλευρά των Περσών, παρούσα ολόκληρη η αυτοκρατορική οικογένεια, ο πρωθυπουργός και άλλα μέλη της κυβέρνησης, ενώ τους κοινούς θνητούς εκπροσωπούσαν μόνο τα δεκάδες άτομα του υπηρετικού προσωπικού.
Το συγκεκριμένο επεισόδιο καταγράφεται ανάμεσα στις πολλές ανέκδοτες ιστορίες του βιβλίου και φωτίζει μια πλευρά της προσωπικότητάς της που συνδύαζε καλλιτεχνική δύναμη με έντονο χαρακτήρα και ανεξαρτησία.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα