EΛΛΑΔΑΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Δεν έχει τέλος το «φιάσκο» με τις… «έξυπνες» κάμερες της Τροχαίας στους δρόμους της Αθήνας: Μόλις το 7% των…καταγεγραμμένων παραβάσεων είναι έγκυρες!

Το μεγαλόπνοο σχέδιο των «έξυπνων» καμερών Τεχνητής Νοημοσύνης για την επιτήρηση της κυκλοφορίας και την εφαρμογή του ΚΟΚ, το οποίο παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως τεχνολογική επανάσταση στην οδική ασφάλεια, κινδυνεύει πλέον να καταγραφεί ως ένα από τα πιο ηχηρά φιάσκα της ψηφιακής διακυβέρνησης.

Δεν έχει τέλος το «φιάσκο» με τις… «έξυπνες» κάμερες της Τροχαίας στους δρόμους της Αθήνας: Μόλις το 7% των…καταγεγραμμένων παραβάσεων είναι έγκυρες!

Και αυτό γιατί τα ίδια τα στοιχεία αποκαλύπτουν μια εικόνα πλήρους αναξιοπιστίας: μόλις το 7% των παραβάσεων που εντόπισαν οι κάμερες κρίνονται τελικά έγκυρες και μπορούν να στηρίξουν την επιβολή προστίμου.

Οι κάμερες AI που έχουν ήδη τοποθετηθεί ή δοκιμαστεί σε δρόμους της χώρας εμφανίζουν εξαιρετικά χαμηλά ποσοστά ακρίβειας, δημιουργώντας σοβαρά ερωτήματα τόσο για την αποτελεσματικότητα όσο και για τη σκοπιμότητα του εγχειρήματος.

Το 93% των παραβάσεων απορρίπτεται λόγω τεχνικών σφαλμάτων, προβληματικής αναγνώρισης πινακίδων, ελλιπών στοιχείων ή αδυναμίας νομικής τεκμηρίωσης.

Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, από περίπου 13.000 κλήσεις που βεβαιώθηκαν από τις αρχές Απριλίου έως τα μέσα Μαΐου, εξετάστηκαν οι 5.500.

Από αυτές, μόνο οι 400 —δηλαδή περίπου το 7%— αποδείχθηκαν πραγματικές παραβάσεις. Όλες οι υπόλοιπες ακυρώθηκαν ή απορρίφθηκαν εξαιτίας λανθασμένων εκτιμήσεων της Τεχνητής Νοημοσύνης.


Και τα λάθη δεν είναι απλώς τεχνικά. Σε αρκετές περιπτώσεις αγγίζουν τα όρια του παραλόγου.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση οδηγού που δέχθηκε πρόστιμο 150 ευρώ επειδή το σύστημα «εντόπισε» συνοδηγό χωρίς ζώνη ασφαλείας. Στην πραγματικότητα, αυτό που η κάμερα εξέλαβε ως σώμα επιβάτη ήταν συσκευή ατμίσματος.

Σε άλλη περίπτωση, οδηγός τιμωρήθηκε για χρήση κινητού τηλεφώνου, ενώ το μόνο που έκανε ήταν να ξύνει το κεφάλι του την ώρα που οδηγούσε.

Παράλληλα, καταγράφονται δεκάδες περιστατικά όπου η AI μπέρδεψε αντικείμενα μέσα στο αυτοκίνητο, ρούχα, κινήσεις των χεριών ή ακόμα και φυσιολογικές στάσεις του σώματος με τροχαίες παραβάσεις.

Το ήδη υπέρογκο κόστος του προγράμματος είχε προκαλέσει από την αρχή έντονες αντιδράσεις. Το συνολικό ποσό αγγίζει περίπου τις 88.000 ευρώ ανά κάμερα, μαζί με την εγκατάσταση, τη συντήρηση και το λογισμικό λειτουργίας.

Δεν έχει τέλος το «φιάσκο» με τις… «έξυπνες» κάμερες της Τροχαίας στους δρόμους της Αθήνας: Μόλις το 7% των…καταγεγραμμένων παραβάσεων είναι έγκυρες!

Πλέον όμως, πέρα από το οικονομικό σκέλος, αναδεικνύεται και η πλήρης επιχειρησιακή αποτυχία του συστήματος.

Με απλά λόγια, οι πολίτες καλούνται να χρηματοδοτήσουν με δεκάδες εκατομμύρια ευρώ μια τεχνολογία που αδυνατεί να εκτελέσει ακόμη και τη βασική λειτουργία για την οποία αγοράστηκε.

Advertisement

Ο αρχικός διαγωνισμός ύψους 88 εκατομμυρίων ευρώ για την προμήθεια 1.000 καμερών ακυρώθηκε ύστερα από προσφυγές εταιρειών. Ωστόσο, πληροφορίες αναφέρουν ότι προετοιμάζεται ήδη νέος διαγωνισμός, παρά το γεγονός ότι το βασικό πρόβλημα αξιοπιστίας όχι μόνο δεν έχει λυθεί, αλλά φαίνεται να επιβεβαιώνεται καθημερινά.

Υπάρχει όμως και μία ακόμη κρίσιμη παράμετρος, την οποία ελάχιστοι έχουν αναδείξει.

Αν κάθε κλήση που εκδίδει το «Predator των δρόμων» πρέπει τελικά να ελέγχεται χειροκίνητα από ανθρώπους για να διαπιστωθεί αν είναι αληθινή ή ψευδής, τότε μιλάμε για αμέτρητες ανθρωποώρες που θα χαθούν χωρίς ουσιαστικό λόγο.

Ποια είναι λοιπόν η πραγματική διαφορά ανάμεσα στο πριν και το μετά της χρήσης καμερών AI; Τι ακριβώς βελτιώνεται στην πράξη;

Το μόνο που φαίνεται να ενισχύεται με βεβαιότητα είναι η δυνατότητα μαζικής επιτήρησης.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει η πιο ανησυχητική διάσταση της υπόθεσης.

Οι συγκεκριμένες AI κάμερες δεν λειτουργούν ως απλές συσκευές καταγραφής τροχαίων παραβάσεων.

Διαθέτουν τη δυνατότητα να:

  • καταγράφουν εικόνα και ήχο σε πραγματικό χρόνο,
  • αναγνωρίζουν πρόσωπα οδηγών και επιβατών,
  • αποθηκεύουν δεδομένα για μεγάλα χρονικά διαστήματα,
  • διασταυρώνουν πληροφορίες με άλλες βάσεις δεδομένων.

Με άλλα λόγια, ακόμη κι αν αποτυγχάνουν να επιβάλουν σωστά πρόστιμα για υπερβολική ταχύτητα ή χρήση κινητού, μπορούν να λειτουργήσουν εξαιρετικά αποτελεσματικά ως μηχανισμός μαζικής και απολύτως νόμιμης παρακολούθησης των πολιτών.

Κάθε διαδρομή, κάθε μετακίνηση, κάθε συνομιλία μέσα σε ένα όχημα με ανοιχτό παράθυρο, κάθε λεπτομέρεια της καθημερινότητας μπορεί θεωρητικά να καταγράφεται και να αξιοποιείται «όποτε κρίνουν σκόπιμο και εύλογο» οι αρμόδιες Αρχές.

Και τότε προκύπτει το βασικό ερώτημα: Αν το σύστημα αποτυγχάνει να επιτελέσει τον επίσημο σκοπό του —δηλαδή την ενίσχυση της οδικής ασφάλειας— γιατί συνεχίζεται η προώθησή του με τόσο υψηλό οικονομικό κόστος;

Μήπως τελικά ο πραγματικός στόχος δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά η μείωση των τροχαίων ατυχημάτων, αλλά η δημιουργία ενός εκτεταμένου δικτύου επιτήρησης με δυνατότητες πρωτοφανούς ελέγχου;

Το «Predator των δρόμων» κινδυνεύει να περάσει στην ιστορία όχι ως εργαλείο προστασίας των πολιτών, αλλά ως ένα ακόμη πανάκριβο και αναποτελεσματικό κρατικό project, το οποίο την ίδια στιγμή που αποτυγχάνει στους βασικούς του στόχους, προκαλεί σοβαρές ανησυχίες για τις ατομικές ελευθερίες.

Εννοείται φυσικά πως για να το επιβάλουν, θα ξεκινήσει η γνωστή παραφιλολογία σύμφωνα με την οποία «όσοι δεν έχουν τίποτα να κρύψουν δεν έχουν τίποτα να φοβηθούν».

 

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button