ΔΗΜΟΦΙΛΗΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Η Ιερά Σύνοδος απαντά για τον διπλασιασμό των μισθών των Αρχιερέων: «Μην υπερβάλλουμε… είναι ανταπόδοση της Πολιτείας»

Με ανακοίνωσή της η Ιερά Σύνοδος απαντά στις αντιδράσεις για τις αυξήσεις στους μισθούς Αρχιερέων και Μητροπολιτών.

Θέση στην κοινωνική και πολιτική συζήτηση που άνοιξε σχετικά με τις οικονομικές απολαβές των ανώτατων κληρικών έλαβε η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος. Μέσα από επίσημες τοποθετήσεις, το διοικητικό όργανο της Εκκλησίας επιχείρησε να χαμηλώσει τους τόνους της κριτικής, υπογραμμίζοντας ότι οι συγκεκριμένες ρυθμίσεις δεν αποτελούν προκλητικό προνόμιο, αλλά εντάσσονται στο πλαίσιο των πάγιων, συμβατικών υποχρεώσεων της Πολιτείας απέναντι στον κλήρο.

Το σκεπτικό της Εκκλησίας και το ιστορικό υπόβαθρο

Η επιχειρηματολογία της Ιεράς Συνόδου γύρω από το επίμαχο ζήτημα επικεντρώνεται σε τρεις βασικούς άξονες:

  • Έκκληση για μετριπάθεια: Η ηγεσία της Εκκλησίας σχολίασε τις αντιδράσεις με τη φράση «μην υπερβάλλουμε», θεωρώντας ότι η έκταση που έλαβε το θέμα στα μέσα ενημέρωσης είναι δυσανάλογη με την πραγματική οικονομική διάσταση των προσαρμογών.

  • Η έννοια της ανταπόδοσης: Επισημάνθηκε με έμφαση ότι η μισθοδοσία των αρχιερέων και των μητροπολιτών από τον κρατικό προϋπολογισμό δεν αποτελεί χαριστική πράξη. Αντίθετα, αποτελεί διαχρονική υποχρέωση του ελληνικού κράτους ως αντίδωρο για τη μαζική παραχώρηση εκκλησιαστικής περιουσίας στο παρελθόν, η οποία αξιοποιήθηκε για τη στελέχωση δημόσιων υποδομών και τη στήριξη του προσφυγικού ελληνισμού.

  • Θεσμική ισορροπία: Σύμφωνα με εκκλησιαστικούς κύκλους, οι προσαρμογές αυτές ακολουθούν ανάλογες μισθολογικές αναβαθμίσεις που εφαρμόζονται στο ειδικό μισθολόγιο άλλων λειτουργών του κράτους, διατηρώντας τις προβλεπόμενες ισορροπίες στη διοικητική ιεραρχία.

 

Ο Μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου κ. Βαρθολομαίος, εκπρόσωπος Τύπου της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, ανέφερε ότι «η συζήτηση που αναπτύχθηκε τις τελευταίες ημέρες γύρω από το μισθολογικό καθεστώς των Αρχιερέων ανέδειξε εύλογους προβληματισμούς, αλλά προβλήθηκαν και αρκετές ανακρίβειες, γι’ αυτό επιβάλλεται νηφάλια αποσαφήνιση».

 

Στην συνέχεια υπογραμμίζει ότι «πρώτα απ’ όλα, είναι αναγκαίο να τονισθεί ότι η μισθοδοσία του ιερού Κλήρου αποτελεί την ιστορική και διαχρονική ανταπόδοση της Πολιτείας για την τεράστια μοναστηριακή περιουσία που αφαιρέθηκε από τις Ιερές Μονές κατά την περίοδο 1833–1952, χωρίς πλήρη και ισότιμη αποζημίωση».

«Η περιουσία αυτή αξιοποιήθηκε προς όφελος του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας, ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, συμβάλλοντας καθοριστικά στη λειτουργία πανεπιστημίων και νοσοκομείων, στην αποκατάσταση αγροτών, προσφύγων, ακτημόνων και μικροκαλλιεργητών, καθώς και στη δημιουργία κοινόχρηστων, κοινωφελών χώρων και άλλων υποδομών δημόσιας ωφέλειας. Υπό αυτήν την έννοια, η μισθοδοσία του Κλήρου συνδέεται ιστορικά με την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής περιουσίας για το κοινό καλό, και όχι με κάποια χαριστική ή προνομιακή μεταχείριση της Εκκλησίας εκ μέρους του Κράτους».

Παράλληλα, τονίζει πως «η πρόσφατη ρύθμιση, που εισηγείται η Ελληνική Πολιτεία, δεν εισάγει κάποιο νέο προνόμιο. Επαναφέρει τη μισθοδοσία των Αρχιερέων εντός του γενικού πλαισίου της δημόσιας διοίκησης. Στην ελληνική έννομη τάξη η ευθύνη διοίκησης και ο θεσμικός ρόλος αντανακλώνται και μισθολογικά. Για τον λόγο αυτό οι αποδοχές των Αρχιερέων συνδέονται με το αντίστοιχο μισθολογικό κλιμάκιο των ανωτάτων δημοσίων λειτουργών».

«Οι αναφορές σε υπέρογκα ή λανθασμένα ποσά βασίζονται συχνά σε εσφαλμένη ανάγνωση ή ηθελημένη διαστρέβλωση των πραγματικών δεδομένων. Παρακαλούμε το ζήτημα να προσεγγίζεται με αλήθεια, δικαιοσύνη και αμοιβαίο σεβασμό, μακριά από υπερβολές και χωρίς καλλιέργεια εύκολων εντυπώσεων», σημειώνει ο εκπρόσωπος της Ιεράς Συνόδου και καταλήγει:

«Για την ποιμαίνουσα Εκκλησία η προσπάθεια επίλυσης των πραγματικών προβλημάτων των ανθρώπων αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της ποιμαντικής ευθύνης και της διακονίας και γι’ αυτό επιτελείται αθόρυβα από τον κάθε ποιμένα, χωρίς να διαφημίζεται, σύμφωνα με την Ευαγγελική προσταγή “σοῦ δὲ ποιοῦντος ἐλεημοσύνην μὴ γνώτω ἡ ἀριστερά σου τί ποιεῖ ἡ δεξιά σου”».

Καλλιόπη Χαραλαμποπούλου

Η Καλλιόπη Χαραλαμποπουλου είναι δημοσιογράφος, απόφοιτη του τμήματος Μ.Μ.Ε του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάζεται από το 2004 σε νευραλγικες θέσεις που αφορούν στην επικοινωνία και τη Δημοσιογραφια. Εξειδικευεται σε πολιτικά και κοινωνικοοικονομικα θέματα καθώς και στην επικαιρότητα. Από το 2023 είναι η αρχισυντακτρια του europost.gr και γράφει καθημερινά για θέματα που αφορούν στην επικαιρότητα και συντονίζει μια ομάδα έμπειρων δημοσιογραφων

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button