Σοκ και αποτροπιασμό προκαλούν οι λεπτομέρειες γύρω από τη δολοφονία της 45χρονης Σταυρούλας Λεβεντάκη στα Χανιά.
Όπως προέκυψε από ιατροδικαστική εξέταση στη σορό της, η άτυχη γυναίκα υπέστη πολύωρο μαρτύριο πριν φύγει από την ζωή. Σύμφωνα με την ιατροδικαστική εξέταση, η Σταυρούλα Λεβεντάκη, άντεξε το αρχικό χτύπημα που δέχθηκε στο κεφάλι με μπουκάλι, όπως επίσης και τις δύο μαχαιριές στον θώρακα οι οποίες όπως αποδείχθηκε ήταν επιφανειακές.
Αν ο δράστης είχε σταματήσει σε αυτά τα χτυπήματα πιθανότατα θα βρισκόταν εν ζωή. Ωστόσο, ο κατηγορούμενος από τα Σκόπια δεν είχε σκοπό να την αφήσει να ζήσει.
Το θανατηφόρο χτύπημα που δέχθηκε στο κεφάλι από τον κατηγορούμενο με κούτσουρο, αποδείχθηκε μοιραίο και καθοριστικό.
Η εξιχνίαση της υπόθεσης ήρθε μετά από τα κρίσιμα ευρήματα των εγκληματολογικών εργαστηρίων της ΕΛΑΣ αλλά και τον τρόπο τον οποίο λειτούργησαν οι αστυνομικοί προκειμένουν να «δέσουν» την υπόθεση και να καταφέρουν να αποσπάσουν την ομολογία από τον 43χρονο δράστη.
Το θέατρο του δράστη στον αδερφό της Σταυρούλας
Στο μεταξύ, στο φως της δημοσιότητας ήρθε ένα ηχητικό ντοκουμέντο στο οποίο ο καθ’ ομολογία δολοφόνος της Σταυρούλας έπαιζε θέατρο στον αδερφό της και ευχόταν να βρεθεί η γυναίκα.
Στην τηλεφωνική τους επικοινωνία που αποκάλυψε το Mega, ακούγεται ο 43χρονος να λέει πως είναι τρομοκρατημένος και αυτό που επιθυμεί είναι να βρεθεί η γυναίκα.
Το τηλεφώνημα του Σκοπιανού ενοικιαστή με τον αδερφό της Σταυρούλας:
Σκοπιανός: Σου λέω έχω τρομοκρατηθεί για τα καλά μιλάμε. Δηλαδή, εντάξει λέω, έλεος. Εκεί πέρα που είχαμε μια ήρεμη ζωή κάθε καλοκαίρι, το ένα, το άλλο… Εύχομαι και τώρα, τώρα αυτή την στιγμή, κάποιος να με πάρει τηλέφωνο, να μου πει «Ξέρεις κάτι, τη βρήκανε, ηρέμησε».
Αδερφός: Όλοι αυτό θέλουμε αλλά σου ξαναλέω συνεννοήσου μαζί τους. Εγώ δεν μπορώ να σου πω τι θα κάνεις.
Σκοπιανός: Όχι.. όχι… μιλάμε… Μιλάμε, Παναγιά μου. Μιλάμε. Πάνω από όλα μιλάμε. Ό,τι νεότερο χτύπα ρε φίλε. Να ηρεμήσουμε, δεν με νοιάζει. Είμαστε κι εγώ και η γυναίκα μου άνω κάτω, τι να σου πω.
Αδερφός: Ναι, το ξέρω. Όλοι είμαστε. Εγώ, τι να λέω;
Σκοπιανός: Σου λέω, εύχομαι μέσα από την καρδιά μου, πίστεψε με, περισσότερο θα χαρώ να με πάρεις τηλέφωνο, να μου πεις ότι τη βρήκανε, παρά όλο τον κόσμο να μου φέρουν μπροστά μου. Να μου πούνε: «Ξέρεις κάτι, γίνεσαι αύριο το πρωί Ωνάσης, οποιοσδήποτε», δεν με ενδιαφέρει. Με ενδιαφέρει να έχω μια ήσυχη ζωή. Την υγεία μου θέλω.
Η κυνική ομολογία του δράστη
Οι αστυνομικοί κατάφεραν να αποσπάσουν την ομολογία του 43χρονου δράστη τα ξημερώματα της Κυριακής. Ο 43χρονος με καταγωγή από τα Σκόπια ομολόγησε με κυνισμό την δολοφονία και υπέδειξε στους αστυνομικούς το σημείο όπου έθαψε την 45χρονη γυναίκα.
«Σκέφτηκα τελείωσε, έφυγε και θα ηρεμήσω. Μετά ξεκίνησε πάλι και φώναζε βοήθεια, βοήθεια, με ακούει κανένας; Πήγα και πήρα ένα κούτσουρο, τη χτύπησα στο κεφάλι δύο φορές σίγουρα και εκεί έμεινε και δεν ξανά μίλησε καθόλου», είπε κυνικά ο ενοικιαστής που τη σκότωσε.
Σοκαριστική ήταν και η περιγραφή του δράστη για τα όσα ακολούθησαν μετά τη δολοφονία. Ο 43χρονος περιέγραψε το πώς προσπάθησε να εξαφανίσει το πτώμα της Σταυρούλας Λεβεντάκη για να μην συνδεθεί η δολοφονία με τον ίδιο.
«Ξεκίνησα στο βάθος του χωραφιού ανάμεσα στις πορτοκαλιές να σκάβω έναν λάκκο. Όταν τελείωσα μετά από 20 λεπτά , γύρισα στο αμάξι παίρνοντας ένα καρότσι οικοδομής και τοποθέτησα πάνω το πτώμα. Το μετέφερα μέχρι τον λάκκο και την έριξα μέσα», περιέγραψε ο δράστης στους αστυνομικούς.
Όπως είπε στην ομολογία του, στην προσπάθειά του να εξαφανίσει τη σορό, προσπάθησε να τη βάλει σε σακούλα σκουπιδιών, όμως δεν χωρούσε. Τότε «την τύλιξα με μονωτική ταινία για να χωρέσει στη σακούλα» είπε χαρακτηριστικά, τονίζοντας ότι την έβαλε σε εμβρυική στάση χρησιμοποιώντας μονωτική ταινία και tie wrap.
Ακολούθως περιέγραψε τις κινήσεις στις οποίες προέβη προκειμένου να αποπροσανατολίσει τις Αρχές.
«Βρήκα και πήρα τις κάρτες ανάληψης και τους κωδικούς που είχε μαζί της και αφού την άφησα μέσα στη σακούλα των σκουπιδιών πήγα και έκανα αναλήψεις από τους λογαριασμούς της περίπου 1.000 ευρώ, πιστεύοντας ότι έτσι θα έδειχνα ότι είναι ακόμα ζωντανή και ότι δεν θα κινούσα υποψίες για την εξαφάνισή της. Όταν γύρισα στο σπίτι, δεν μπορούσα να ηρεμήσω και να κοιμηθώ, με απασχολούσε πώς θα εξαφανίσω το πτώμα που ήταν ακόμα μέσα στη σακούλα. Τελικά, το φόρτωσα στο αυτοκίνητο και πήγα και το έθαψα», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο Σκοπιανός προσπάθησε στη συνέχεια να καθαρίσει τη σκηνή του εγκλήματος, έτσι ώστε να εξαφανίσει πιθανά ίχνη, χωρίς όμως να τα καταφέρει καθώς οι έμπειροι αστυνομικοί εντόπισαν ίχνη αίματος που ανήκαν στην 45χρονη.
Η προκλητική στάση της συζύγου του 43χρονου Σκοπιανού
Η σύζυγος του 43χρονου δράστη, παρά τα στοιχεία της δικογραφίας, επιμένει ότι πρόκειται για «πλεκτάνη που του έχουν στήσει» και υποστηρίζει πως ομολόγησε «γιατί κινδύνευε η ζωή του».
Σε δηλώσεις της στο Mega, η σύζυγος του κατηγορούμενου, χαρακτήρισε τη Σταυρούλα ως «περίεργη» και «παράξενη» προσωπικότητα. Παράλληλα, απέρριψε κατηγορηματικά τα σενάρια περί ερωτικής σχέσης μεταξύ του συζύγου της και της ιδιοκτήτριας του σπιτιού, δηλώνοντας: «να κάνει σχέση αυτός με αυτή; Η σχέση μας είναι άριστη. Το ερωτικό δηλαδή, όχι να το σκεφτώ, αηδιάζω. Και πώς ήταν αυτή. Ο άνδρας μου δεν κοίταξε ποτέ άλλη γυναίκα. Όχι τώρα τελευταία που είμαστε 20 χρόνια, ούτε στην αρχή που ήταν και πιο νέος».
Η ίδια εξέφρασε την απόλυτη πεποίθησή της για την αθωότητα του συζύγου της, τονίζοντας: «Είναι μία πλεκτάνη που του έχουν στήσει και θα αποδειχθεί, η αλήθεια θα φανεί. Είμαι σίγουρη και βέβαιη, ο άνδρας μου είναι αθώος. Το υποστηρίζω μέχρι θανάτου, η οικογένειά του, όλοι». Υπογράμμισε ακόμη ότι ο χαρακτήρας και η πολυετής επαγγελματική του πορεία στα Χανιά μπορούν να επιβεβαιώσουν την εικόνα που έχει για εκείνον, ενώ σημείωσε πως, εφόσον αποδειχθεί η ενοχή του, θα πρέπει να λογοδοτήσει. Παρ’ όλα αυτά, θεωρεί ότι εμπλέκονται και άλλα πρόσωπα στην υπόθεση, χωρίς να κατονομάζει κανέναν.
Αναφερόμενη στα προσωπικά τους σχέδια, εξήγησε ότι το ζευγάρι προετοιμαζόταν να ξεκινήσει την κατασκευή της δικής του κατοικίας μετά από χρόνια προσπαθειών, γεγονός που, κατά την άποψή της, καθιστά αδιανόητο το ενδεχόμενο ο σύζυγός της να προχώρησε σε μια τέτοια πράξη.
Όταν κλήθηκε να εξηγήσει γιατί ο κατηγορούμενος προχώρησε σε ομολογία, απάντησε ότι αυτό συνέβη επειδή «γιατί κινδύνευε η ζωή του». Όπως ανέφερε, ο σύζυγός της είναι άνθρωπος που θα θυσιαζόταν για την οικογένειά του και θεωρεί βέβαιο πως δεχόταν πιέσεις ή απειλές.
Η σύζυγός του δράστη σημείωσε ότι τον γνωρίζει εδώ και 25 χρόνια και δεν πιστεύει πως θα μπορούσε να διαπράξει ένα τόσο σοβαρό έγκλημα. Όπως είπε, δεν είχε δώσει ποτέ δείγματα βίαιης συμπεριφοράς, ενώ επισήμανε ότι δεν διέκρινε κάποιο κίνητρο ή όφελος που θα μπορούσε να τον οδηγήσει σε μια τέτοια ενέργεια. Επανέφερε επίσης το επιχείρημα ότι η οικογένεια σχεδίαζε να εγκαταλείψει το συγκεκριμένο σπίτι, καθώς προχωρούσε η διαδικασία ανέγερσης της νέας τους κατοικίας.
Πώς η ΕΛΑΣ κατάφερε να εξιχνιάσει το στυγερό έγκλημα
Σημείο-κλειδί για την εξιχνίαση της δολοφονίας της 45χρονης γυναίκας ήταν οι αντιφάσεις στις οποίες υπέπεσε ο 43χρονος δράστης, η ανάκτηση ενός βίντεο από κάμερα ασφαλείας που είχε προλάβει να σβήσει ο 43χρονος στο οποίο έχει καταγραφεί η 45χρονη να εισέρχεται στην οικία χωρίς να καταγραφεί στη συνέχεια η έξοδός της.
Σημαντικό ρόλο έπαιξαν επίσης και τα ίχνη αίματος που εντοπίστηκαν τόσο στο εσωτερικό του σπιτιού όσο και στο όχημα που χρησιμοποίησε ο δράστης για τη μεταφορά της σορού της άτυχης 45χρονης.
Όπως περιέγραψε ο διευθυντής Αστυνομίας Χανίων, ταξίαρχος Κανέλλος Νικόλαος, «πρόκειται για μία ιδιαίτερα σύνθετη και απαιτητική υπόθεση, καθώς η εξαφάνιση της γυναίκας δηλώθηκε στην Υπηρεσία μας στις 8 Ιουνίου 2026, ενώ από την έρευνα προέκυψε ότι τα ίχνη της είχαν χαθεί ήδη από τις 30 Μαΐου. Ουσιαστικά, οι αστυνομικές έρευνες ξεκίνησαν περίπου δέκα ημέρες μετά τον πραγματικό χρόνο εξαφάνισης, γεγονός που δημιούργησε αντικειμενικές δυσκολίες ως προς την ανεύρεση και διατήρηση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων. Από την πρώτη στιγμή αναπτύχθηκε ένα ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σχέδιο, με μοναδικό στόχο τη διακρίβωση της τύχης της αγνοούμενης και την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης».
Όπως εξήγησε, αρχικά πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες αναζητήσεις και συλλογή πληροφοριών από το οικογενειακό, κοινωνικό και επαγγελματικό περιβάλλον της παθούσας. Παράλληλα, απευθύνθηκαν αιτήματα σε αεροπορικές και ακτοπλοϊκές εταιρείες, ενώ αξιοποιήθηκαν τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, ώστε να προσδιοριστούν οι τελευταίες επιβεβαιωμένες κινήσεις της.
Κατά την εξέλιξη της έρευνας, ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στην αξιολόγηση και διασταύρωση των μαρτυρικών καταθέσεων. Οι αστυνομικοί της υπηρεσίας προχώρησαν στη λεπτομερή ανασύνθεση του χρονολογίου των γεγονότων, εξετάζοντας κάθε πληροφορία και κάθε αναφερόμενη επαφή της παθούσας κατά τις τελευταίες ώρες πριν από την εξαφάνισή της.
Μέσα από αυτή τη συστηματική διαδικασία, άρχισαν να αναδεικνύονται ουσιώδεις αντιφάσεις και ανακολουθίες στους ισχυρισμούς προσώπου που είχε αποδεδειγμένα βρεθεί σε επαφή με το θύμα την ημέρα της εξαφάνισής της και το οποίο, σταδιακά, τέθηκε στο επίκεντρο των ερευνών ως πρόσωπο ιδιαίτερου αστυνομικού ενδιαφέροντος.
Παράλληλα, οι αστυνομικοί προχώρησαν στη συλλογή και ανάλυση μεγάλου όγκου βιντεοληπτικού υλικού από κάμερες ασφαλείας της ευρύτερης περιοχής. Η επεξεργασία των καταγραφών επέτρεψε την ακριβή ανασύνθεση κρίσιμων κινήσεων της παθούσας και του υπόπτου, επιβεβαιώνοντας την παρουσία της στην οικία του την ημέρα της εξαφάνισής της και αποκαλύπτοντας σημαντικές αποκλίσεις μεταξύ των πραγματικών δεδομένων και των ισχυρισμών που είχαν προβληθεί κατά τη διάρκεια της έρευνας.
Το καθοριστικό σημείο καμπής της έρευνας υπήρξε η εγκληματολογική διερεύνηση της οικίας στο Βαρύπετρο, όπου είχε μεταβεί η παθούσα λίγο πριν χαθούν τα ίχνη της.
Με τη συνδρομή εξειδικευμένου συνεργείου της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών πραγματοποιήθηκε ενδελεχής και εξονυχιστική εξερεύνηση τόσο της οικίας όσο και του οχήματος που χρησιμοποιούσε ο φερόμενος ως δράστης. Ειδικότερα, αστυνομικοί της Υποδιεύθυνσης Διερεύνησης Εγκλημάτων και Εξέτασης Αποτυπωμάτων, αξιοποιώντας αρχικά ειδικές πηγές φωτισμού και στη συνέχεια εφαρμόζοντας εξειδικευμένες εγκληματολογικές μεθόδους ανίχνευσης βιολογικών ιχνών (bluestar), εντόπισαν κηλίδες αίματος σε διάφορα σημεία των εξεταζόμενων χώρων.
Τα ευρήματα συλλέχθηκαν σύμφωνα με τα προβλεπόμενα εγκληματολογικά πρωτόκολλα, διασφαλίστηκαν ως πειστήρια και υποβλήθηκαν σε εργαστηριακές εξετάσεις. Παράλληλα, συλλέχθηκαν δείγματα γενετικού υλικού από στενούς συγγενείς της αγνοούμενης, καθώς και από τον βασικό ύποπτο της υπόθεσης, προκειμένου να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες συγκριτικές αναλύσεις.
Οι επιστημονικές εξετάσεις της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών απέδωσαν εξαιρετικά σημαντικά αποτελέσματα. Το γενετικό υλικό που απομονώθηκε από τις κηλίδες ταυτοποιήθηκε ως προερχόμενο από γυναίκα και, μέσω της συγκριτικής ανάλυσης με δείγματα των γονέων της αγνοούμενης, προέκυψε με εξαιρετικά υψηλό βαθμό βεβαιότητας ότι ανήκε στη Σταυρούλα Λεβεντάκη.
Η συνδυαστική αξιοποίηση των μαρτυρικών καταθέσεων, των τηλεπικοινωνιακών στοιχείων, των αποτελεσμάτων της εγκληματολογικής έρευνας, των εργαστηριακών αναλύσεων DNA και του βιντεοληπτικού υλικού, επέτρεψε στους αστυνομικούς να σχηματίσουν ένα πλήρες, συνεκτικό και απολύτως τεκμηριωμένο αποδεικτικό πλαίσιο.
Υπό το βάρος των αδιάσειστων στοιχείων που είχαν συγκεντρωθεί, ο κατηγορούμενος ομολόγησε την πράξη του και υπέδειξε στους αστυνομικούς το ακριβές σημείο όπου είχε μεταφέρει και θάψει τη γυναίκα, σε ιδιόκτητο αγροτεμάχιο σε περιοχή Βαθύλακκο των Χανίων.
Άμεσα οργανώθηκε επιχείρηση έρευνας στο συγκεκριμένο σημείο, παρουσία ιατροδικαστή και εξειδικευμένων συνεργείων. Κατά τις εργασίες εκταφής εντοπίστηκε η γυναίκα, θαμμένη στο έδαφος, τυλιγμένη σε διαδοχικές σακούλες και δεμένη με πλαστικούς σφιγκτήρες, επιβεβαιώνοντας πλήρως τα στοιχεία που είχαν συγκεντρωθεί κατά τη διάρκεια της προανάκρισης.
Σε βάρος του φερόμενου ως δράστη σχηματίστηκε δικογραφία για ανθρωποκτονία από πρόθεση, η οποία υποβλήθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Χανίων, ώστε να ακολουθήσουν οι προβλεπόμενες δικαστικές διαδικασίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος κρατείται ήδη από τις βραδινές ώρες της Παρασκευής 19 Ιουνίου 2026, στο πλαίσιο άλλης ποινικής υπόθεσης που αφορά παράνομη καλλιέργεια φυτείας κάνναβης στην περιοχή Φουρνέ Χανίων, και έχει προγραμματιστεί να οδηγηθεί ενώπιον του αρμόδιου ανακριτή αύριο, Τρίτη 23 Ιουνίου.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα