Η επικείμενη έγκριση για την πώληση κινητήρων F110 στην Τουρκία αποτελεί το «δώρο» του Ντόναλντ Τραμπ στον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ενόψει της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα.
Τουρκία: Ο Ντόναλντ Τραμπ κάνει «δώρο» τους αμερικανικούς κινητήρες για τα τουρκικά Kaan ενώ το Κογκρέσο προσπαθεί να μπλοκάρει κάθε συζήτηση για τα F-35
Την ίδια στιγμή, στην Ουάσινγκτον διαμορφώνεται μέτωπο βουλευτών που επιχειρεί να αποτρέψει οποιαδήποτε επαναφορά της Άγκυρας στο πρόγραμμα των F-35, ενώ η Αθήνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα στο αεροπορικό ισοζύγιο του Αιγαίου.
Η απόφαση της κυβέρνησης Τραμπ να προχωρήσει στην πώληση κινητήρων General Electric F110 για το τουρκικό μαχητικό πέμπτης γενιάς KAAN, παρακάμπτοντας τις αντιρρήσεις που έχουν εκφραστεί στο Κογκρέσο, συνιστά μια ξεκάθαρη προσπάθεια επαναπροσέγγισης με την Άγκυρα.
Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει να μειώσει μία από τις σημαντικότερες εστίες έντασης στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, λίγες μόλις ημέρες πριν μεταβεί στην τουρκική πρωτεύουσα για μια Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, η οποία θεωρείται καθοριστική για τη συνοχή και τον στρατηγικό προσανατολισμό της Συμμαχίας.
Η συγκυρία μόνο εύκολη δεν είναι. Οι επιλογές της αμερικανικής κυβέρνησης σε μια σειρά διεθνών κρίσεων έχουν προκαλέσει έντονη δυσφορία σε αρκετές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αλλά και στον Καναδά, με αποτέλεσμα ο Ντόναλντ Τραμπ να προσέρχεται στη Σύνοδο μέσα σε ένα κλίμα ψυχρότητας και επιφυλακτικότητας από πολλούς συμμάχους.
Αντίθετα, στην Άγκυρα αναμένεται να συναντήσει έναν από τους ελάχιστους ηγέτες που εξακολουθούν να διατηρούν στενή προσωπική σχέση μαζί του, τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.
Δεν ήταν τυχαίο ότι ο ίδιος ο Τραμπ είχε προϊδεάσει δημόσια πως επρόκειτο να προσφέρει ένα «δώρο» στον Τούρκο πρόεδρο. Λίγες ώρες αργότερα, αμερικανικές διαρροές, που επιβεβαιώθηκαν από κυβερνητικούς αξιωματούχους, αποκάλυψαν ότι η χειρονομία αυτή αφορά την έγκριση εξαγωγής των κινητήρων F110, παρά τις αντιδράσεις που έχουν εκφραστεί, κυρίως από τον Δημοκρατικό βουλευτή Γκρέγκορι Μικς.
Παρότι η εξέλιξη αποτελεί σαφή διπλωματική επιτυχία για την Άγκυρα, δεν συνεπάγεται αυτόματα την πλήρη αποκατάσταση των αμερικανοτουρκικών αμυντικών σχέσεων. Η έγκριση των κινητήρων αφορά αποκλειστικά το πρόγραμμα KAAN και δεν σημαίνει επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35.
Το βασικό εμπόδιο εξακολουθούν να αποτελούν οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν με βάση τον νόμο CAATSA εξαιτίας της αγοράς των ρωσικών S-400. Ως εκ τούτου, η Άγκυρα εξακολουθεί να μην έχει ελεύθερη πρόσβαση στα πλέον προηγμένα αμερικανικά οπλικά συστήματα, παρά τη βελτίωση του πολιτικού κλίματος ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Το ενδεχόμενο αμερικανικής έγκρισης για τους κινητήρες F110 συγκαταλεγόταν εδώ και καιρό στα σενάρια που αξιολογούσε το υπουργείο Εξωτερικών, καθώς θεωρούνταν δεδομένη η πρόθεση του Ντόναλντ Τραμπ να ανταμείψει την Τουρκία για τη στάση της σε κρίσιμα διεθνή ζητήματα, όπως το Ουκρανικό και η κρίση με το Ιράν.
Παρά την αμερικανική αυτή κίνηση, στην Αθήνα εκτιμάται ότι οι βασικές στρατηγικές ισορροπίες παραμένουν υπέρ της Ελλάδας. Η διαδικασία απόκτησης των F-35 προχωρά κανονικά, ενώ ήδη τα Rafale έχουν ενισχύσει ουσιαστικά τις επιχειρησιακές δυνατότητες της Πολεμικής Αεροπορίας, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερα ισχυρό αποτρεπτικό πλέγμα.
Ταυτόχρονα, οι σχέσεις Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών έχουν αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο στρατηγικό βάθος. Η αναβάθμιση της Σούδας, οι διευρυμένες στρατιωτικές διευκολύνσεις προς τις αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις, αλλά και ο αναβαθμισμένος ενεργειακός ρόλος της Ελλάδας ως βασικής πύλης μεταφοράς αμερικανικού LNG προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη, ενισχύουν περαιτέρω τη σημασία της χώρας για την Ουάσιγκτον.
Πώς εγκρίνεται μια τέτοια πώληση στις ΗΠΑ
Οι κινητήρες στρατιωτικών αεροσκαφών εντάσσονται στα αμυντικά υλικά που υπάγονται στους αμερικανικούς κανονισμούς εξαγωγών ITAR και EAR, γεγονός που σημαίνει ότι κάθε εξαγωγή απαιτεί ειδική κυβερνητική άδεια και εξετάζεται ξεχωριστά.
Στις σημαντικές εξοπλιστικές συμφωνίες, το Κογκρέσο διατηρεί δικαίωμα πολιτικού ελέγχου και παρέμβασης. Τα τελευταία χρόνια αρκετοί Αμερικανοί νομοθέτες έχουν συνδέσει οποιαδήποτε αμυντική συνεργασία με την Τουρκία με ζητήματα όπως η διατήρηση των S-400, οι υπερπτήσεις στο Αιγαίο, η ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και οι επιλογές της Άγκυρας στη Συρία.
Η διαδικασία προβλέπει αρχικά μια ανεπίσημη εξέταση (informal review), κατά την οποία μέλη του Κογκρέσου μπορούν να επιβάλουν προσωρινό «hold». Ακολουθεί η επίσημη κοινοποίηση (formal notification), από την οποία αρχίζει να μετρά η προβλεπόμενη προθεσμία εξέτασης.
Το «hold» δεν δεσμεύει νομικά τον Λευκό Οίκο, αλλά λειτουργεί ως σημαντικό πολιτικό εργαλείο πίεσης. Εάν η κυβέρνηση επιλέξει να προχωρήσει, μπορεί να το παρακάμψει. Για να ακυρωθεί τελικά μια πώληση απαιτείται κοινό ψήφισμα Βουλής και Γερουσίας, ενώ σε περίπτωση προεδρικού βέτο χρειάζεται πλειοψηφία δύο τρίτων και στα δύο σώματα, γεγονός που στην πράξη καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την ανατροπή μιας προεδρικής απόφασης.
Δημοκρατικοί βουλευτές οργανώνουν αντίσταση για τα F-35
Παρά την πρόοδο στο ζήτημα των κινητήρων, στο Κογκρέσο διαμορφώνεται ήδη διαφορετικό μέτωπο αναφορικά με τα F-35.
Η Δημοκρατική βουλευτής της Νεβάδα Ντίνα Τάιτους ξεκίνησε πρωτοβουλία συλλογής υπογραφών για επιστολή που καλεί την ηγεσία της Βουλής των Αντιπροσώπων να αξιοποιήσει όλα τα θεσμικά μέσα ώστε να αποτραπεί οποιαδήποτε προσπάθεια επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, όσο παραμένουν σε ισχύ οι κυρώσεις CAATSA και η Άγκυρα εξακολουθεί να διαθέτει τους S-400.
Η πρωτοβουλία βασίζεται στις πρόνοιες του Νόμου περί Ελέγχου των Εξαγωγών Όπλων, που επιτρέπει στο Κογκρέσο να επιχειρήσει την αναστολή μιας πώλησης μέσω κοινού ψηφίσματος αποδοκιμασίας (joint resolution of disapproval).
Τουρκία: Ο Ντόναλντ Τραμπ κάνει «δώρο» τους αμερικανικούς κινητήρες για τα τουρκικά Kaan ενώ το Κογκρέσο προσπαθεί να μπλοκάρει κάθε συζήτηση για τα F-35
Η επιστολή απευθύνεται στον επικεφαλής της ρεπουμπλικανικής πλειοψηφίας Στιβ Σκαλίζ και στον ηγέτη των Δημοκρατικών Χακίμ Τζέφρις, υπογραμμίζοντας ότι η κυβέρνηση Τραμπ δεν μπορεί να αγνοήσει τις προβλέψεις της αμερικανικής νομοθεσίας όσο η Τουρκία συνεχίζει να διατηρεί το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα.
Οι συντάκτες επικαλούνται επίσης δηλώσεις του αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, σύμφωνα με τις οποίες βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη επίσημη επανεξέταση του νομικού πλαισίου μιας πιθανής επαναφοράς της Τουρκίας στο πρόγραμμα.
«Ο Πιτ Χέγκσεθ και ολόκληρη η ομάδα εξετάζουν το ζήτημα αυτή τη στιγμή».
Η επιστολή υπενθυμίζει ακόμη ότι το 2020 η πρώτη κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε κυρώσεις στην τουρκική Προεδρία Αμυντικών Βιομηχανιών με βάση το άρθρο 231 του νόμου CAATSA και επισημαίνει πως η απόφαση αυτή παραμένει ενεργή, χωρίς να έχει υπάρξει ανάκλησή της.
Οι βουλευτές υποστηρίζουν ότι δεν υπάρχει κανένα δημόσιο στοιχείο που να αποδεικνύει πως η Τουρκία έχει απομακρύνει ή παροπλίσει τους S-400, ούτε ότι έχει αντιμετωπίσει τις αιτίες που οδήγησαν στην επιβολή των κυρώσεων.
Παράλληλα, επικαλούνται και τις διατάξεις του αμερικανικού αμυντικού προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2020, οι οποίες απαγορεύουν την παράδοση F-35 στην Τουρκία εφόσον εξακολουθεί να διαθέτει το ρωσικό σύστημα ή διατηρεί τη δυνατότητα νέας προμήθειάς του.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην ακρόαση της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της 3ης Ιουνίου 2026, όπου ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο είχε αναγνωρίσει ότι η κυβέρνηση υποχρεούται από τον νόμο να διατηρήσει τις κυρώσεις και δεν μπορεί να επανεντάξει την Τουρκία στο πρόγραμμα των F-35.
Με την κίνηση αυτή, η Ντίνα Τάιτους επιχειρεί να προλάβει ενδεχόμενες πρωτοβουλίες της κυβέρνησης Τραμπ, στέλνοντας σαφές μήνυμα ότι το ζήτημα δεν αφορά μόνο την αμυντική πολιτική αλλά και την τήρηση της αμερικανικής νομοθεσίας.
Τι κερδίζει η Τουρκία
Η προμήθεια των κινητήρων F110 έχει ιδιαίτερη σημασία για την Άγκυρα τόσο σε συμβολικό όσο και σε επιχειρησιακό επίπεδο.
Σε πολιτικό επίπεδο σηματοδοτεί τη σταδιακή αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, ενώ σε πρακτικό επίπεδο επιτρέπει στο μεγαλύτερο εγχώριο εξοπλιστικό πρόγραμμα της Τουρκίας να αποκτήσει σαφές χρονοδιάγραμμα εξέλιξης.
Η τουρκική πλευρά υπολογίζει ότι θα χρειαστεί περίπου 80 κινητήρες συνολικής αξίας 700 εκατ. δολαρίων για τα πρωτότυπα, τις δοκιμές πτήσης και τις πρώτες μονάδες παραγωγής του KAAN. Παράλληλα εξελίσσεται η ανάπτυξη του εγχώριου κινητήρα TF35000 από την TEI, ωστόσο η ολοκλήρωσή του δεν αναμένεται πριν από τα μέσα της επόμενης δεκαετίας.
Η εξασφάλιση των αμερικανικών κινητήρων μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο καθυστερήσεων, προσδίδει μεγαλύτερη αξιοπιστία στο πρόγραμμα και ενισχύει τις πιθανότητες μελλοντικών εξαγωγών του τουρκικού μαχητικού.
Το μήνυμα προς το Ισραήλ και την ευρύτερη περιοχή
Η χρονική συγκυρία της αμερικανικής απόφασης αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή. Σε μια περίοδο κατά την οποία παρατηρούνται ενδείξεις ψυχρότερων σχέσεων ανάμεσα στην κυβέρνηση Τραμπ και το Ισραήλ, η κίνηση υπέρ της Άγκυρας εκπέμπει ευρύτερα γεωπολιτικά μηνύματα.
Η Ουάσιγκτον δείχνει ότι επιθυμεί να διατηρήσει την Τουρκία στον πυρήνα της νατοϊκής στρατηγικής, αναγνωρίζοντας τον κρίσιμο ρόλο που διαδραματίζει στη νοτιοανατολική πτέρυγα της Συμμαχίας.
Παράλληλα, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν αποκτά ένα σημαντικό πολιτικό επιχείρημα ενόψει της Συνόδου Κορυφής, το οποίο αναμένεται να αξιοποιήσει τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο διεθνές ακροατήριο, παρουσιάζοντας την αμερικανική απόφαση ως ένδειξη αναβαθμισμένης γεωπολιτικής ισχύος και αυξημένης στρατηγικής σημασίας της Τουρκίας.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα