Έντονος προβληματισμός επικρατεί στην Ουάσιγκτον, καθώς η Wall Street Journal προειδοποιεί για τον κίνδυνο διαρροής κρίσιμων αμερικανικών στρατιωτικών μυστικών στη Ρωσία εξαιτίας της παραμονής των S-400 στην Τουρκία.
Wall Street Journal: «Αν οι Τούρκοι πάρουν τα F-35, είναι σίγουρο πως θα διαρρεύσουν αμερικανικά στρατιωτικά μυστικά στους Ρώσους!» – Γεωπολιτικό θρίλερ με τα F-35 στην Τουρκία ενώ ο Φιντάν επιμένει να ονειρεύεται άρση των αμερικανικών κυρώσεων!
Την ίδια ώρα, ο Χακάν Φιντάν εμφανίζεται αισιόδοξος ότι οι κυρώσεις των ΗΠΑ σύντομα θα αποτελέσουν παρελθόν.
Η συζήτηση γύρω από το ενδεχόμενο επιστροφής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών πέμπτης γενιάς F-35 έχει επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο, προκαλώντας νέες πολιτικές και στρατιωτικές αναταράξεις στην αμερικανική πρωτεύουσα.
Το ενδεχόμενο η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ να εξετάζει θετικά μια επανεκκίνηση της αμυντικής συνεργασίας με την Άγκυρα προκαλεί έντονες αντιδράσεις, καθώς η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί ενεργό το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400, παρά τις πάγιες αμερικανικές αντιρρήσεις.
Τον προβληματισμό αυτό ανέδειξε με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο η Wall Street Journal σε ανάλυσή της στις 3 Ιουλίου 2026. Η αμερικανική εφημερίδα προειδοποιεί ότι η παράδοση των F-35 στην Τουρκία, όσο οι S-400 παραμένουν επιχειρησιακοί, εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια των αμερικανικών στρατιωτικών τεχνολογιών.
Όπως επισημαίνει, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να επιτρέψει στη Ρωσία να αποκτήσει πρόσβαση σε εξαιρετικά ευαίσθητα δεδομένα, τα οποία ενδεχομένως να καταλήξουν και στην Κίνα, με συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ το πλαίσιο των αμερικανοτουρκικών σχέσεων και αγγίζουν τον ίδιο τον πυρήνα της αποτρεπτικής ισχύος του ΝΑΤΟ.
Οι σημερινές εξελίξεις αποτελούν συνέχεια μιας αντιπαράθεσης που ξεκίνησε πριν από αρκετά χρόνια. Το 2019, κατά την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, η Ουάσιγκτον απέκλεισε οριστικά την Τουρκία από το πρόγραμμα παραγωγής και προμήθειας των F-35, ως απάντηση στην επιλογή της Άγκυρας να αποκτήσει τους ρωσικούς S-400.
Η απόφαση αυτή δεν ελήφθη αιφνιδιαστικά. Είχε προηγηθεί μια μακρά περίοδος προειδοποιήσεων προς την τουρκική κυβέρνηση, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν προτείνει ως εναλλακτική λύση την αγορά των αμερικανικών Patriot. Η Άγκυρα, ωστόσο, επέλεξε να προχωρήσει στη συμφωνία με τη Μόσχα, ανοίγοντας έναν κύκλο έντασης που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
Το Πεντάγωνο είχε τότε εξηγήσει ότι η συνύπαρξη των S-400 και των F-35 στο ίδιο επιχειρησιακό περιβάλλον δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο συλλογής κρίσιμων πληροφοριών για τα χαρακτηριστικά stealth των αμερικανικών μαχητικών. Η πιθανότητα οι ρωσικές υπηρεσίες να αποκτήσουν πολύτιμα τεχνικά δεδομένα θεωρήθηκε αρκετή ώστε να οδηγήσει στον αποκλεισμό της Τουρκίας, με στόχο να προστατευθεί η τεχνολογική υπεροχή του κορυφαίου αεροσκάφους της Δύσης.
Το νέο άνοιγμα Τραμπ προς την Άγκυρα
Παρά το βεβαρημένο αυτό ιστορικό, οι πολιτικοί συσχετισμοί στην Ουάσιγκτον φαίνεται πως μεταβάλλονται. Ο Ντόναλντ Τραμπ έχει το τελευταίο διάστημα πολλαπλασιάσει τις θετικές αναφορές του προς τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, παρουσιάζοντας την Τουρκία ως σημαντικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ και αφήνοντας ανοικτό το ενδεχόμενο σημαντικών πρωτοβουλιών στις διμερείς σχέσεις.
Οι εξελίξεις αποκτούν ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον καθώς συμπίπτουν χρονικά με την προετοιμασία της επόμενης Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ.
Wall Street Journal: «Αν οι Τούρκοι πάρουν τα F-35, είναι σίγουρο πως θα διαρρεύσουν αμερικανικά στρατιωτικά μυστικά στους Ρώσους!» – Γεωπολιτικό θρίλερ με τα F-35 στην Τουρκία ενώ ο Φιντάν επιμένει να ονειρεύεται άρση των αμερικανικών κυρώσεων!
Παράλληλα, πληροφορίες από αμερικανικά μέσα ενημέρωσης αναφέρουν ότι εξετάζεται και η έγκριση εξαγωγής αμερικανικών κινητήρων για το υπό ανάπτυξη τουρκικό μαχητικό KAAN, κίνηση που αρκετοί αναλυτές εκλαμβάνουν ως ένδειξη μιας ευρύτερης προσπάθειας εξομάλυνσης των σχέσεων, παρά τις επιφυλάξεις που εξακολουθούν να εκφράζουν αρκετά μέλη του Κογκρέσου.
Η Wall Street Journal προειδοποιεί για τις συνέπειες
Απέναντι σε αυτά τα σενάρια, η Wall Street Journal εμφανίζεται κατηγορηματική. Η εφημερίδα υποστηρίζει ότι οποιαδήποτε σκέψη επανένταξης της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 όσο οι S-400 παραμένουν σε υπηρεσία συνιστά σοβαρό στρατηγικό σφάλμα.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η διατήρηση ρωσικών αντιαεροπορικών συστημάτων από μία χώρα-μέλος του ΝΑΤΟ δεν συνάδει με τις υποχρεώσεις ενός αξιόπιστου συμμάχου, ενώ παράλληλα δημιουργεί συνθήκες που θα μπορούσαν να προσφέρουν στη Μόσχα σημαντικό πλεονέκτημα απέναντι στις δυτικές αεροπορικές δυνατότητες.
Η εφημερίδα συνδέει, μάλιστα, το ζήτημα με τη σημερινή γεωπολιτική πραγματικότητα, επισημαίνοντας ότι η ολοένα στενότερη συνεργασία Ρωσίας, Κίνας και Ιράν αυξάνει ακόμη περισσότερο το διακύβευμα. Παράλληλα, εκφράζεται ο φόβος ότι μια πιθανή αμερικανική υποχώρηση θα ενισχύσει τη δυσπιστία αρκετών Ευρωπαίων συμμάχων απέναντι στις προθέσεις της Ουάσιγκτον ως προς τη διατήρηση της συνοχής και της αποτρεπτικής αξιοπιστίας της Συμμαχίας.
Ο Φιντάν αισιοδοξεί για το τέλος των κυρώσεων
Στην αντίπερα όχθη, η τουρκική κυβέρνηση εκπέμπει σαφώς πιο αισιόδοξα μηνύματα. Ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν εκτίμησε ότι η άρση των αμερικανικών κυρώσεων που επιβλήθηκαν μέσω του νόμου CAATSA βρίσκεται πλέον πιο κοντά από ποτέ.
Μιλώντας στο CNN Türk, ο επικεφαλής της τουρκικής διπλωματίας υποστήριξε ότι η στάση της Ουάσιγκτον έχει διαφοροποιηθεί αισθητά, καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν τον αυξημένο γεωπολιτικό ρόλο που διαδραματίζει η Τουρκία στις εξελίξεις της ευρύτερης περιοχής.
Κατά τον ίδιο, υπάρχει πλέον πολιτική βούληση στην αμερικανική πλευρά για την εξεύρεση λύσης, ενώ υποστήριξε ότι οι διεθνείς προκλήσεις καθιστούν αναγκαία τη στενή συνεργασία της Ουάσιγκτον με ισχυρούς περιφερειακούς εταίρους όπως η Τουρκία. Αν και αναγνώρισε ότι σημαντικό ρόλο εξακολουθεί να διαδραματίζει το Κογκρέσο, εμφανίστηκε βέβαιος πως οι διμερείς επαφές εξελίσσονται προς θετική κατεύθυνση.
Η τουρκική στρατηγική, πάντως, δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο ζήτημα των F-35. Η Άγκυρα επιδιώκει μια συνολική επανεκκίνηση των αμυντικών και πολιτικών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες, θεωρώντας ότι οι πρόσφατες εξελίξεις δημιουργούν ευνοϊκότερο κλίμα.
Ο Χακάν Φιντάν υποστήριξε ότι ήδη καταγράφεται πρόοδος και σε άλλα ανοικτά ζητήματα, όπως η υπόθεση της Halkbank, στοιχείο που –κατά την τουρκική πλευρά– αποδεικνύει πως οι δύο χώρες επιχειρούν να αφήσουν πίσω τους τις σοβαρές εντάσεις των τελευταίων ετών.
Παράλληλα, δεν έκρυψε την ενόχλησή του για το γεγονός ότι η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να αρνείται την πώληση συγκεκριμένων οπλικών συστημάτων στην Τουρκία, ενώ εγκρίνει αντίστοιχες εξαγωγές προς κράτη που δεν συμμετέχουν στο ΝΑΤΟ. Ο Τούρκος υπουργός απέδωσε την κατάσταση αυτή στην επιρροή που, όπως υποστήριξε, ασκούν αντιτουρκικοί κύκλοι στο αμερικανικό Κογκρέσο.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται ιδιαίτερα κρίσιμο. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν στην Ουάσιγκτον, αλλά και οι ισορροπίες που θα διαμορφωθούν στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, ενδέχεται να καθορίσουν όχι μόνο το μέλλον της αμυντικής συνεργασίας ΗΠΑ-Τουρκίας, αλλά και το ευρύτερο στρατηγικό τοπίο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα