Το εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού φαίνεται να βρίσκεται αντιμέτωπο με μια περίοδο έντονων πολιτικών αναταράξεων.
Μαρία Καρυστιανού: Γιατί η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» έχει αρχίσει τελευταία να παίρνει τη «κάτω βόλτα»;
Οι δημοσκοπήσεις δεν αποδεικνύονται γενναιόδωρες απέναντί του, οι πρώτες αποχωρήσεις στελεχών έχουν ήδη καταγραφεί και, σύμφωνα με το πολιτικό ρεπορτάζ, δεν αποκλείεται να ακολουθήσουν και άλλες το προσεχές διάστημα.
Αν, μάλιστα, οι εθνικές εκλογές επισπευσθούν και πραγματοποιηθούν την άνοιξη, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη και η πολιτική προοπτική του εγχειρήματος ακόμη πιο απαιτητική. Πρόκειται για μια εξαιρετικά δυσμενή εξέλιξη για μια πολιτική πρωτοβουλία που, προτού καν αποκτήσει οργανωτική υπόσταση, καταγραφόταν στις μετρήσεις κοινής γνώμης με διψήφια δυνητικά ποσοστά και προκαλούσε έντονο πολιτικό ενδιαφέρον. Τι είναι, όμως, αυτό που φαίνεται να αλλάζει τόσο γρήγορα;
Οι λόγοι δεν σχετίζονται αποκλειστικά με πρόσωπα ή συγκυριακά γεγονότα. Έχουν να κάνουν πρωτίστως με τη φύση και τα χαρακτηριστικά του ίδιου του πολιτικού εγχειρήματος.
Πρώτον, ο χώρος της πολιτικής διαμαρτυρίας είναι ήδη ασφυκτικά γεμάτος. Το κόμμα της Μαρίας Καρυστιανού γεννήθηκε πάνω σε ένα ισχυρό κοινωνικό κύμα οργής και αγανάκτησης που προκάλεσε η τραγωδία των Τεμπών. Ωστόσο, η πολιτική πραγματικότητα αποδεικνύεται πάντοτε πιο σύνθετη. Όταν η οργή καλείται να μεταφραστεί σε εκλογική επιλογή, ο πολίτης διαθέτει ήδη πολλές εναλλακτικές. Αν επιθυμεί να εκφράσει την απογοήτευσή του ή να καταγγείλει το πολιτικό σύστημα, έχει στη διάθεσή του πέντε ή έξι διαφορετικά κόμματα που διεκδικούν την ψήφο διαμαρτυρίας. Η κοινωνική αγανάκτηση δεν μετατρέπεται αυτόματα σε εκλογική επιβράβευση του φορέα που τη συμβόλισε.
Δεύτερον, υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά ανάμεσα στο σύμβολο και το πολιτικό κόμμα. Όσο η Μαρία Καρυστιανού ενσάρκωνε τη μητέρα που αναζητά δικαίωση για την απώλεια του παιδιού της, η κοινωνική αποδοχή ήταν σχεδόν καθολική. Πολίτες διαφορετικών ιδεολογικών αφετηριών μπορούσαν να ταυτιστούν με τον ανθρώπινο πόνο και την επιμονή της για αλήθεια και δικαιοσύνη.
Η πολιτική, όμως, λειτουργεί με διαφορετικούς κανόνες. Η στιγμή που ένα πρόσωπο περνά από τον ρόλο του συμβόλου στον ρόλο του πολιτικού αρχηγού αποτελεί και τη στιγμή της πιο αυστηρής πολιτικής αξιολόγησης. Ως πρόεδρος ενός κόμματος δεν αρκεί πλέον να εκπροσωπείς ένα ηθικό αίτημα. Καλείσαι να παρουσιάσεις συγκεκριμένες και εφαρμόσιμες προτάσεις για το σύνολο της δημόσιας ζωής.
Δεν σε ρωτάνε πια για τα Τέμπη. Σε ρωτάνε για τον προϋπολογισμό, για τα ενοίκια, για τα νοσοκομεία.
Και εκεί η συμπάθεια δεν αρκεί. Απαιτούνται σαφείς πολιτικές θέσεις, τεκμηριωμένος λόγος και η ικανότητα να υπερασπιστείς τις προτάσεις σου σε μια απαιτητική δημόσια και τηλεοπτική αντιπαράθεση. Κατά μία εκδοχή, με την κομματική επένδυση της υπόθεσης των Τεμπών, η Μαρία Καρυστιανού πριόνισε το κλαδί πάνω στο οποίο καθόταν. Αρκετοί από εκείνους που μέχρι πρότινος την αντιμετώπιζαν με συμπάθεια, σεβασμό και συμπόνοια, άρχισαν να κρατούν αποστάσεις από τη στιγμή που η ηθική εκπροσώπηση μετατράπηκε σε πολιτική διεκδίκηση.
Μαρία Καρυστιανού: Γιατί η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» έχει αρχίσει τελευταία να παίρνει τη «κάτω βόλτα»;
Τρίτον, το εγχείρημα φαίνεται να έχει απολέσει σημαντικά από τα πρώτα του ερείσματα. Όσο η δημόσια παρουσία της περιοριζόταν στον αγώνα για τη δικαίωση των θυμάτων της τραγωδίας, απολάμβανε σημαντική αποδοχή από το αριστερόστροφο και προοδευτικό ακροατήριο. Σήμερα, ωστόσο, οι πολιτικές ισορροπίες έχουν μεταβληθεί.
Δεν υπάρχει πλέον κάποιος πρόθυμος πολιτικός συνοδοιπόρος, όπως ήταν χαρακτηριστικά ο Κώστας Αρβανίτης στις Βρυξέλλες, να αναλάβει τον ρόλο της πολιτικής υποστήριξης απέναντι στην κυβέρνηση. Επιπλέον, συγκεκριμένες δημόσιες τοποθετήσεις της για ζητήματα όπως οι αμβλώσεις και οι γυναικοκτονίες προκάλεσαν δυσφορία και προβληματισμό σε ένα μέρος του κοινού που μέχρι πρότινος τη στήριζε πολιτικά και ηθικά.
Υπάρχει, τέλος, και μια τέταρτη παράμετρος, λιγότερο ιδεολογική και περισσότερο οργανωτική. Η λειτουργία του κόμματος εμφανίζεται έντονα προσωποκεντρική, με όλες σχεδόν τις αποφάσεις και τις πολιτικές πρωτοβουλίες να περνούν από την πρόεδρό του.
Το μοντέλο αυτό μπορεί να ενισχύει την αναγνωρισιμότητα του πολιτικού φορέα, δυσκολεύει όμως τη διεύρυνση, την προσέλκυση στελεχών και τη δημιουργία ενός πολυσυλλεκτικού σχήματος με προοπτικές κυβερνησιμότητας. Η πολιτική ιστορία έχει δείξει ότι κανένα κόμμα δεν κατάφερε να εισέλθει και να εδραιωθεί στη Βουλή στηριζόμενο αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο.
Μπορεί η εικόνα αυτή να ανατραπεί μέχρι την άνοιξη; Το ενδεχόμενο δεν μπορεί να αποκλειστεί, ωστόσο τα δεδομένα της συγκυρίας το καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο. Όχι επειδή έχει εκλείψει η κοινωνική οργή για την τραγωδία των Τεμπών, αλλά επειδή όσο περνά ο χρόνος αλλάζει και το βασικό ερώτημα που θέτουν οι πολίτες.
Από το «συμπαθώ την Καρυστιανού;» περνάμε στο «θα της έδινα τη χώρα να τη κυβερνήσει;».
Και στο δεύτερο ερώτημα, ο πήχης βρίσκεται αναπόφευκτα πολύ ψηλότερα, ενώ η απάντηση που καλούνται να δώσουν οι πολίτες γίνεται πολύ πιο απαιτητική, περισσότερο πολιτική και σαφώς λιγότερο συναισθηματική.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα