Έφυγε από τη ζωή, σε ηλικία 87 ετών, ο πρώην υπουργός και επί δεκαετίες βουλευτής Στέφανος Μάνος, μία από τις πιο αναγνωρίσιμες και συχνά αντισυμβατικές μορφές της πολιτικής ζωής της Μεταπολίτευσης.
Την είδηση του θανάτου του επιβεβαίωσαν φίλοι και άνθρωποι από το στενό οικογενειακό και κοινωνικό του περιβάλλον, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν γίνει γνωστές περισσότερες πληροφορίες για τις συνθήκες του θανάτου του ή για την εξόδιο ακολουθία.
Ο Στέφανος Μάνος υπήρξε ένας πολιτικός με έντονη προσωπικότητα. Για τους υποστηρικτές του ήταν ένας διορατικός μεταρρυθμιστής, που διατύπωνε εγκαίρως προτάσεις που το πολιτικό σύστημα δεν ήταν έτοιμο να συζητήσει.
Για τους επικριτές του, εκπροσωπούσε μια σκληρή εκδοχή του οικονομικού φιλελευθερισμού, με θέσεις που συχνά δεν λάμβαναν επαρκώς υπόψη τις κοινωνικές συνέπειες.
Από την «Αλλατίνη» στην πολιτική
Γεννημένος στην Αθήνα στις 20 Δεκεμβρίου 1939, ήταν γιος του χειρουργού και διευθυντή του Ευαγγελισμού Αλέξανδρου Μάνου και της επιχειρηματία Μαριέττας Πανούτσου. Σπούδασε μηχανολόγος μηχανικός, με ειδίκευση στην αεροδυναμική, στο Ομοσπονδιακό Πολυτεχνείο της Ζυρίχης και το 1965 απέκτησε μεταπτυχιακό τίτλο στη Διοίκηση Επιχειρήσεων από το Πανεπιστήμιο Χάρβαρντ.
Ακολούθησε επιχειρηματική σταδιοδρομία στην ιστορική βιομηχανία «Αλλατίνη», στην οποία ανέλαβε διαδοχικά διευθυντικές θέσεις και έφθασε μέχρι την προεδρία του διοικητικού συμβουλίου. Το 1977 εγκατέλειψε την επιχειρηματική δραστηριότητα για να πολιτευθεί. Την ίδια χρονιά εξελέγη για πρώτη φορά βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία, εγκαινιάζοντας μια κοινοβουλευτική διαδρομή που, με δύο εκλογικές διακοπές -το 1985 και τον Νοέμβριο του 1989- διήρκεσε έως το 2007.
Όπως είχε εξηγήσει ο ίδιος κατά την πρώτη κάθοδό του στις εκλογές, αποφάσισε να πολιτευθεί επειδή δεν ήταν ικανοποιημένος από την κατάσταση της χώρας και θεωρούσε ότι μπορούσε να αντιδράσει στα κακώς κείμενα. Η φράση αυτή αποτύπωνε μια στάση που διατήρησε σε όλη τη δημόσια ζωή του: λιγότερη έμφαση στους κομματικούς συμβιβασμούς και μεγαλύτερη προσήλωση στην εφαρμογή συγκεκριμένων λύσεων.
Τα υπουργεία και το έργο του στην Αθήνα
Η κυβερνητική του πορεία άρχισε νωρίς. Διετέλεσε υφυπουργός Δημοσίων Έργων και κατόπιν υπουργός Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος στις κυβερνήσεις του Κωνσταντίνου Καραμανλή, ενώ ανέλαβε το νεοσύστατο τότε υπουργείο Περιβάλλοντος, του οποίου υπήρξε ο πρώτος υπουργός. Στην κυβέρνηση Γεωργίου Ράλλη τοποθετήθηκε υπουργός Βιομηχανίας και Ενέργειας, από το 1980 έως το 1981.
Στην πρώτη αυτή περίοδο συνδέθηκε ιδιαίτερα με την προστασία και την αναμόρφωση της Πλάκας, αλλά και με τις πρώτες οργανωμένες πεζοδρομήσεις στο κέντρο της Αθήνας. Η απομάκρυνση ασύμβατων χρήσεων, η ανάδειξη των παραδοσιακών κτιρίων και η αλλαγή του χαρακτήρα της ιστορικής συνοικίας αποτέλεσαν μια από τις χαρακτηριστικότερες παρεμβάσεις του. Το διεθνές βιογραφικό του στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών αναφέρεται επίσης στις πεζοδρομήσεις της Βουκουρεστίου και μεγάλου τμήματος της Πλάκας ως πρωτοποριακές για την εποχή τους.
Ο Στέφανος Μάνος επανήλθε στην κυβέρνηση το 1990, επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, αναλαμβάνοντας το Υπουργείο Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων. Την περίοδο εκείνη συνδέθηκε με την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και την υπογραφή της σύμβασης για το Μετρό της Αθήνας, τον αρχικό σχεδιασμό της Αττικής Οδού και την προώθηση της αυτοχρηματοδότησης μεγάλων έργων με τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων. Στην ίδια λογική εντάχθηκαν έργα όπως το αεροδρόμιο των Σπάτων και η γέφυρα Ρίου–Αντιρρίου, τα οποία υλοποιήθηκαν και ολοκληρώθηκαν από μεταγενέστερες κυβερνήσεις.
Στο περιβαλλοντικό πεδίο, το όνομά του ταυτίστηκε με την απόσυρση των παλαιών, ρυπογόνων αυτοκινήτων και την είσοδο των καταλυτικών οχημάτων, ένα μέτρο που στόχευε στον περιορισμό του νέφους της Αθήνας. Στο επίσημο βιογραφικό του καταγράφονται ακόμη η μεταφορά του εργοστασίου φωταερίου από το κέντρο της πρωτεύουσας στην Ελευσίνα και η συμβολή του στον σχεδιασμό της Αττικής Οδού.
Η οικονομία και η σύγκρουση με το πελατειακό κράτος
Το 1992 ανέλαβε υπουργός Εθνικής Οικονομίας και στη συνέχεια υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, παραμένοντας στη θέση έως την πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη, τον Οκτώβριο του 1993. Υπερασπίστηκε τη δημοσιονομική πειθαρχία, τον περιορισμό των κρατικών δαπανών, τις ιδιωτικοποιήσεις, την αξιολόγηση στο Δημόσιο και το άνοιγμα κλειστών αγορών και επαγγελμάτων.
Η προσήλωσή του στη μείωση του κράτους και στην ενίσχυση του ανταγωνισμού τον έφερνε συχνά σε σύγκρουση τόσο με την αντιπολίτευση όσο και με στελέχη της δικής του παράταξης. Συνέδεσε τη θητεία του στο οικονομικό επιτελείο με παρεμβάσεις στη φορολογική και ταμειακή διαχείριση, στην ανεξαρτησία της Τράπεζας της Ελλάδος και στην προετοιμασία της χώρας για την πορεία προς την Ευρωζώνη.
Οι θέσεις του παρέμεναν πολωτικές και εκτός Ελλάδας. Ο βρετανικός Guardian, σε ρεπορτάζ κατά την έναρξη της ελληνικής κρίσης χρέους, τον παρουσίαζε ως χαρακτηριστικό εκπρόσωπο της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σκέψης. Ορισμένοι αναγνώριζαν την ιδεολογική του συνέπεια, ενώ άλλοι θεωρούσαν τις προτάσεις του υπερβολικά σκληρές για την ελληνική κοινωνία. Αυτή ακριβώς η αντίθεση ακολούθησε τον Μάνο σε όλη την πολιτική σταδιοδρομία του.
Οι ρήξεις και «Οι Φιλελεύθεροι»
Η σχέση του με τη Νέα Δημοκρατία υπήρξε μακρά αλλά ταραχώδης. Διαγράφηκε και αποχώρησε οριστικά από το κόμμα το 1998, έχοντας ήδη συγκρουστεί επανειλημμένα με την ηγεσία και στελέχη της παράταξης για την οικονομική πολιτική και τον ρόλο του κράτους.
Το 1999 ίδρυσε το κόμμα «Οι Φιλελεύθεροι», με έμβλημα τον μαινόμενο ταύρο και κεντρικό σύνθημα «Πολίτες, όχι πελάτες». Το κόμμα κατήλθε αυτόνομα στις ευρωεκλογές του 1999 και συνεργάστηκε με τη Νέα Δημοκρατία στις εθνικές εκλογές του 2000.
Το 2004 έκανε ακόμη μία κίνηση που επιβεβαίωσε ότι δεν αισθανόταν δεσμευμένος από τις παραδοσιακές κομματικές διαχωριστικές γραμμές. Συνεργάστηκε ως ανεξάρτητος με το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου και εξελέγη από το ψηφοδέλτιο Επικρατείας. Το 2009 υπήρξε συνιδρυτής της «Δράσης», της οποίας παρέμεινε επικεφαλής μέχρι το 2012.
Παρότι τα κόμματα που ίδρυσε δεν απέκτησαν μαζική εκλογική επιρροή, αρκετές από τις ιδέες που προωθούσε -η αξιολόγηση στο Δημόσιο, η απλούστευση της νομοθεσίας, η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας και η ανάγκη περιορισμού του πελατειακού κράτους- μετακινήθηκαν σταδιακά προς το κέντρο της δημόσιας συζήτησης. Ο ίδιος συνέχισε να παρεμβαίνει με άρθρα και συνεντεύξεις ακόμη και μετά την αποχώρησή του από την ενεργό πολιτική, ασκώντας συχνά κριτική τόσο στη Νέα Δημοκρατία όσο και στις υπόλοιπες κυβερνήσεις.
Το αποτύπωμα ενός «δύσκολου» πολιτικού
Ο Στέφανος Μάνος δεν υπήρξε πολιτικός των εύκολων συνθημάτων. Η γλώσσα του ήταν άμεση, συχνά αιχμηρή και ορισμένες φορές προκλητική. Δεν απέφευγε τις αντιδημοφιλείς προτάσεις και δύσκολα υπαναχωρούσε υπό την πίεση του πολιτικού κόστους. Αυτή η στάση τού χάρισε τον χαρακτηρισμό του «αιρετικού» ή του «ενοχλητικού», αλλά παράλληλα περιόρισε τη δυνατότητά του να δημιουργήσει έναν ευρύτερο πολιτικό συνασπισμό γύρω από τις ιδέες του.
Η παρακαταθήκη του αποτυπώνεται αφενός στα έργα και στις πολεοδομικές παρεμβάσεις με τις οποίες συνδέθηκε και αφετέρου στην επίμονη αμφισβήτηση του κρατισμού και των πελατειακών πρακτικών της Μεταπολίτευσης. Ακόμη και όσοι διαφωνούσαν ριζικά μαζί του αναγνώριζαν ότι εξέφραζε τις θέσεις του καθαρά και αναλάμβανε το κόστος τους.
Είχε τιμηθεί από τη Γαλλική Δημοκρατία με τον τίτλο του Ιππότη της Λεγεώνας της Τιμής. Ήταν παντρεμένος και πατέρας πέντε παιδιών.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα