ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Μέση Ανατολή: Τι επιφυλάσσει στην Ελλάδα η «Συμφωνία της Μέκκας»- Ο ρόλος του Ισραήλ, οι μεγάλοι ενεργειακοί διάδρομοι και οι γεωστρατηγικές φιλοδοξίες του Ερντογάν

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Η εμβάθυνση της συνεργασίας Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν δημιουργεί νέα δεδομένα για την Αθήνα και βρίσκεται αντιμέτωπη με την ανάγκη να διατηρηθούν οι ισορροπίες με Ριάντ και Κάιρο.

Μέση Ανατολή: Τι επιφυλάσσει στην Ελλάδα η «Συμφωνία της Μέκκας»- Ο ρόλος του Ισραήλ, οι μεγάλοι ενεργειακοί διάδρομοι και οι γεωστρατηγικές φιλοδοξίες του Ερντογάν

Αντιμέτωπη με ένα νέο και ιδιαίτερα σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον βρίσκεται η Αθήνα, καθώς η μεγάλη περιφερειακή κρίση στη Μέση Ανατολή δεν περιορίζεται πλέον στο πολεμικό μέτωπο, αλλά επηρεάζει βαθιά και τον χάρτη των συμμαχιών, των ισορροπιών και των περιφερειακών σχημάτων συνεργασίας.

Η Τριμερής Συμφωνία της Μέκκας αποτελεί προϊόν ακριβώς αυτών των νέων συνθηκών. Μπορεί η Ελλάδα να μην αποτελεί ούτε αντικείμενο ούτε στόχο της συμφωνίας, όμως η εξέλιξη αυτή την αφορά άμεσα. Και αυτό κυρίως λόγω της συμμετοχής της Τουρκίας, αλλά και της θεαματικής εμβάθυνσης της στρατηγικής σχέσης της Αγκυρας με το Ριάντ, μια σχέση στην οποία η Αθήνα είχε επενδύσει τα προηγούμενα χρόνια, θεωρώντας ότι είχε οικοδομήσει ένα σημαντικό κεφάλαιο πολιτικής και διπλωματικής συνεννόησης.

Η κρίση στη Μέση Ανατολή, η οποία ξεκίνησε μετά την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 στο Ισραήλ και την επακόλουθη πολεμική σύγκρουση στη Γάζα, δεν έμεινε στα όρια του ισραηλινοπαλαιστινιακού μετώπου. Η επέκτασή της στον Λίβανο, η αντιπαράθεση με το Ιράν και, τελικά, ο αμερικανοϊσραηλινός πόλεμος εναντίον της Τεχεράνης δημιούργησαν μια αλυσίδα εξελίξεων, η οποία εξακολουθεί να βρίσκεται σε εξέλιξη και αφήνει πίσω της ένα επικίνδυνο κενό ασφαλείας.

Το κενό αυτό αποκαλύφθηκε με τον πλέον εμφατικό τρόπο όταν τα αραβικά βασίλεια του Κόλπου, χώρες που επί δεκαετίες είχαν στηρίξει την ασφάλειά τους στην αμερικανική προστασία και στις αμερικανικές εγγυήσεις, βρέθηκαν αντιμέτωπα με ιρανικά πλήγματα ως αντίποινα για ενέργειες του ίδιου του «προστάτη» τους.

Και όσο η αβεβαιότητα παραμένει, τόσο οι χώρες του Κόλπου αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να στηρίζονται αποκλειστικά σε έναν πάροχο ασφάλειας. Ο πόλεμος, ο οποίος αρχικά εμφανιζόταν ως σύγκρουση περιορισμένης διάρκειας, έχει πλέον παραταθεί δραματικά, επιβεβαιώνοντας ότι οι περιφερειακές δυνάμεις οφείλουν να αναζητήσουν εναλλακτικές δικλίδες ασφαλείας. Μια εξέλιξη που, από μια άποψη, συμβαδίζει και με τη διαχρονική απαίτηση του Ντόναλντ Τραμπ από τους συμμάχους των ΗΠΑ να αναλαμβάνουν μεγαλύτερο μέρος του κόστους της άμυνας και της ασφάλειάς τους.

Η δύσκολη ισορροπία της Αθήνας

Για την ελληνική εξωτερική πολιτική, οι βασικές επιλογές από την πρώτη ημέρα της κρίσης ήταν δύο: αφενός η διατήρηση της στενής σχέσης με το Ισραήλ, με παράλληλη σαφή διαφοροποίηση απέναντι στις ακρότητες που καταγράφηκαν στη Γάζα και στον Λίβανο, και αφετέρου η διατήρηση ανοικτών διαύλων και η εξισορρόπηση των σχέσεων με τα αραβικά καθεστώτα του Κόλπου.

Πριν από μερικά χρόνια, αυτή η ισορροπία έμοιαζε σχετικά εύκολη. Σήμερα, όμως, έχει γίνει πολύ πιο δύσκολη. Η Τουρκία, έχοντας πραγματοποιήσει μία ακόμη μεγάλη στροφή στην εξωτερική της πολιτική, με τον Χακάν Φιντάν να διαδραματίζει κεντρικό ρόλο, έχει κλείσει σε μεγάλο βαθμό τα μέτωπα που είχε ανοίξει με τις αραβικές χώρες και επιστρέφει δυναμικά στο περιφερειακό παιχνίδι.

Ευάλωτη στρατηγική σχέση

Η αποκατάσταση των τουρκοαιγυπτιακών σχέσεων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της μεταβολής των δεδομένων. Παράλληλα, ανέδειξε και την ευαλωτότητα μιας στρατηγικής σχέσης με την Αίγυπτο στην οποία η ελληνική εξωτερική πολιτική είχε επενδύσει σημαντικό πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο.

Την ίδια στιγμή, στον Κόλπο επαναχαράσσονται οι γραμμές των περιφερειακών συμμαχιών και δημιουργούνται νέα στρατόπεδα. Η Αθήνα καλείται πλέον να ισορροπήσει ανάμεσά τους, χωρίς να θεωρεί δεδομένη την προηγούμενη ευνοϊκή συγκυρία και χωρίς να αγνοεί το κόστος ή τα ρίσκα κάθε επιλογής.

Η αρχική εκτίμηση στην Αθήνα, μετά και τις επικοινωνίες του ΥΠΕΞ Γιώργου Γεραπετρίτη με τους ομολόγους του των ΗΠΑ, της Σαουδικής Αραβίας και της Αιγύπτου, Μάρκο Ρούμπιο, Φαϊζάλ μπιν Φαρχάν Αλ Σαούντ και Μπαντρ Αμπντελάτι, αντίστοιχα, είναι ότι η Τριμερής Συμφωνία της Μέκκας έχει, σε αυτή τη φάση τουλάχιστον, περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα.

Την ίδια εκτίμηση φαίνεται να συμμερίζεται και ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας. Η συμφωνία εκφράζει κυρίως την ανάγκη της Σαουδικής Αραβίας να αποκτήσει ένα πρόσθετο αποτρεπτικό εργαλείο έναντι του Ιράν, αξιοποιώντας τη στενή σχέση με δύο χώρες που διαθέτουν το πλεονέκτημα ότι είναι από τους ελάχιστους απευθείας συνομιλητές της Τεχεράνης.

Στην Ουάσινγκτον, πάντως, αντιμετωπίζουν με επιφυλακτικότητα τέτοιες κινήσεις, καθώς υπάρχει ο φόβος ότι η δημιουργία νέων σχηματισμών μπορεί να οδηγήσει σε «αντίπαλες» ομαδοποιήσεις στη Μέση Ανατολή και να τροφοδοτήσει νέους κύκλους ανταγωνισμού.

Ο Σαουδάραβας ΥΠΕΞ, μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες, έχει διαβεβαιώσει την Αθήνα ότι η Τριμερής της Μέκκας δεν επηρεάζει τη σχέση με την Ελλάδα. Η Τουρκία, από την πλευρά της, είναι προφανές ότι θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει τη νέα συγκυρία για να ενισχύσει ακόμη περισσότερο το περιφερειακό της αποτύπωμα. Και αυτή είναι μια εξέλιξη που ασφαλώς δεν μπορεί να αφήσει αδιάφορη την Αθήνα.

Advertisement

Για μεγάλο διάστημα επικράτησε μια μάλλον υπερβολική αυτοπεποίθηση ως προς την αποτελεσματικότητα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής να κερδίζει έρεισμα και συμπάθειες στις χώρες του Κόλπου. Η πραγματικότητα, όμως, ήταν πιο σύνθετη.

Η ελληνική επιτυχία δεν ήταν άσχετη με τη ρήξη που είχε προηγηθεί στις σχέσεις της Τουρκίας με τις αραβικές χώρες, εξαιτίας της ταύτισης της Αγκυρας με το Κατάρ στο πλαίσιο της ενδοαραβικής αντιπαράθεσης. Στο ίδιο περιβάλλον οικοδομήθηκε και η στρατηγική σχέση Ελλάδας – Αιγύπτου, μέσα στη σφοδρή σύγκρουση Ερντογάν – Σίσι, η οποία ξεκίνησε μετά την ανατροπή της κυβέρνησης Μόρσι από τον Αιγύπτιο στρατηγό, όταν ο τελευταίος ανέλαβε την εξουσία.

Ολα αυτά δημιούργησαν ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη των σχέσεων της Ελλάδας με την Αίγυπτο, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τη Σαουδική Αραβία. Ομως επρόκειτο, σε μεγάλο βαθμό, για μια ευνοϊκή συγκυρία. Η συγκυρία αυτή έδινε ασφαλώς τη βάση για μεγαλύτερη εμβάθυνση, δεν είχε όμως ακόμη μετατραπεί σε τόσο στέρεα θεμέλια ώστε οι σχέσεις να μπορούν να χαρακτηριστούν πραγματικά «παντός καιρού».

Οι τελευταίες εξελίξεις έρχονται να το επιβεβαιώσουν.

Στον Κόλπο, η Σαουδική Αραβία επιδιώκει να διατηρήσει την πρωτοκαθεδρία της στον αραβικό κόσμο και αναζητά συμμαχίες που θα διευρύνουν το γεωπολιτικό της αποτύπωμα και θα ενισχύσουν την αποτρεπτική της ισχύ. Το Ιράν εξακολουθεί να αποτελεί τη βασική απειλή για το Ριάντ, ενώ οι Χούθι παραμένουν ένας ακόμη άμεσος κίνδυνος, λόγω και της σαουδαραβικής εμπλοκής στον εμφύλιο της Υεμένης.

Το κρίσιμο, όμως, στοιχείο είναι ότι η Σαουδική Αραβία διαπίστωσε στην πράξη πως ο σημαντικότερος σύμμαχός της, οι Ηνωμένες Πολιτείες, δεν δίστασε να προχωρήσει σε μια στρατηγική επιλογή μαζί με το Ισραήλ, με την επίθεση της 28ης Φεβρουαρίου, παραβλέποντας τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει για την ασφάλεια του βασιλείου.

Η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής που περιλαμβάνεται στη Συμφωνία της Μέκκας έχει, ως εκ τούτου, περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα. Στόχος της είναι να καθησυχάσει τις ανησυχίες του Ριάντ. Είναι δύσκολο, άλλωστε, να θεωρηθεί ότι σε περίπτωση σύγκρουσης με το Ιράν η Τουρκία ή το Πακιστάν θα αναλάμβαναν στρατιωτική δράση για να υπερασπιστούν τη Σαουδική Αραβία. Αντίστοιχα, είναι εξίσου δύσκολο να θεωρηθεί ότι το Πακιστάν θα ανέμενε στρατιωτική στήριξη από το Ριάντ ή την Αγκυρα σε περίπτωση σύγκρουσης με την Ινδία.

Η πυρηνική διάσταση

Σε στρατηγικό επίπεδο, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η Τριμερής Συμμαχία της Μέκκας να αποκτήσει κάποια στιγμή και πυρηνική διάσταση, ακόμη κι αν αυτό επισήμως αποφεύγεται να διατυπωθεί.

Είναι γνωστό ότι ο Σαουδάραβας πρίγκιπας Μοχάμαντ μπιν Σαλμάν έχει εκφράσει την επιθυμία για απόκτηση πυρηνικής δυνατότητας, ενώ και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν δεν έχει αποκρύψει τη φιλοδοξία της Τουρκίας να αποκτήσει πυρηνικό όπλο. Ο πόλεμος εναντίον του Ιράν, εξάλλου, έδειξε με τον πιο σκληρό τρόπο ότι ακόμη και η υποψία κατοχής πυρηνικής στρατηγικής τεχνολογίας μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρότατος παράγοντας αποτροπής.

Με τη συμμετοχή του Πακιστάν, μιας χώρας που διαθέτει ήδη πυρηνικό οπλοστάσιο, η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να μετατρέψει την Τριμερή σε έναν νέο παράγοντα περιφερειακής απειλής, να επιταχύνει την κούρσα των εξοπλισμών και να δημιουργήσει, μετά το Ιράν, έναν ακόμη δυνητικό στόχο για το Ισραήλ.

Το Ισραήλ αντιμετωπίζει ως υπαρξιακή απειλή την απόκτηση πυρηνικού όπλου από χώρες της περιοχής με τις οποίες βρίσκεται σε στρατηγική αντιπαράθεση. Η δημιουργία, επομένως, ενός νέου πυρηνικού συσχετισμού στη Μέση Ανατολή θα μπορούσε να ανοίξει ένα ακόμη, ιδιαίτερα επικίνδυνο κεφάλαιο.

Η Σαουδική Αραβία, πάντως, με κινήσεις όπως η Τριμερής Συμμαχία, φαίνεται περισσότερο να επιχειρεί να διαπραγματευτεί από ισχυρότερη θέση μια νέα αμερικανική εγγύηση ασφαλείας παρά να εγκαταλείψει τη σχέση της με την Ουάσινγκτον.

Πιθανότατα, μάλιστα, η επίσπευση της Τριμερούς συνδέεται και με την απόφαση του προέδρου Τραμπ να συνδέσει τη συμφωνία με το Ριάντ για την παροχή πυρηνικής δυνατότητας για ειρηνικούς σκοπούς, με ιδιαίτερα ελαστικούς όρους, με την αποκατάσταση των σχέσεων της Σαουδικής Αραβίας με το Ισραήλ και την ένταξη του βασιλείου στις Συμφωνίες του Αβραάμ.

Μέση Ανατολή: Τι επιφυλάσσει στην Ελλάδα η «Συμφωνία της Μέκκας»- Ο ρόλος του Ισραήλ, οι μεγάλοι ενεργειακοί διάδρομοι και οι γεωστρατηγικές φιλοδοξίες του Ερντογάν

Το Ισραήλ και το νέο περιφερειακό τοπίο

Ο τρόπος με τον οποίο το Ισραήλ έχει διαχειριστεί τον πόλεμο στη Γάζα, αλλά και τις σχέσεις του με τον Λίβανο και τη Συρία, έχει οδηγήσει τη χώρα σε μεγαλύτερη περιφερειακή απομόνωση από ποτέ και έχει περιορίσει σημαντικά τα διεθνή ερείσματά της.

Υπό τις σημερινές συνθήκες, η αποκατάσταση των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία μοιάζει σχεδόν αδύνατη χωρίς προηγουμένως να δρομολογηθεί μια συνολική ειρηνευτική συμφωνία για το Παλαιστινιακό.

Αντίθετα, στο πλαίσιο του κρίσιμου ανταγωνισμού Σαουδικής Αραβίας – ΗΑΕ, το Αμπού Ντάμπι επέλεξε να διατηρήσει τη συμμετοχή του στις Συμφωνίες του Αβραάμ ακόμη και μετά τον πόλεμο στη Γάζα. Δεν κρύβει, άλλωστε, ότι διατηρεί εξαιρετικά στενή σχέση με το Ισραήλ, τόσο σε επίπεδο αμυντικού εξοπλισμού όσο και σε επίπεδο πληροφοριών και περιφερειακών ζητημάτων.

Ο αμυντικός εξοπλισμός που διαθέτει το Αμπου Ντάμπι αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμος στη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν, ενώ η συνεργασία των δύο χωρών επεκτείνεται και σε κρίσιμα μέτωπα, όπως η Σομαλία και το Σουδάν.

Η Τουρκία χτίζει το δικό της περιφερειακό τόξο

Η Τουρκία, από την πλευρά της, δεν κινείται ευκαιριακά. Χτίζει ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο.

Αρχικά επιχείρησε να περικυκλώσει τις χώρες που θεωρούσε πολέμιες των Αδελφών Μουσουλμάνων, αναπτύσσοντας βάσεις και στρατιωτικές υποδομές στο Κατάρ, στο Σουδάν, στη Σομαλία και στη Λιβύη. Τώρα, με τη συμμαχία με τη Σαουδική Αραβία και, φυσικά, τη διατήρηση της σχέσης με το Κατάρ, επιχειρεί να εδραιώσει ακόμη περισσότερο την περιφερειακή της παρουσία, συμπεριλαμβανομένου του Κέρατος της Αφρικής.

Το όφελος για την Αγκυρα είναι διπλό. Από τη μία πλευρά διευρύνει το διπλωματικό της αποτύπωμα και από την άλλη αποκτά δυνατότητα διείσδυσης στις χώρες της περιοχής, ενισχύοντας την επιρροή της μέσω και της προμήθειας εξελιγμένων αμυντικών συστημάτων, κυρίως drones.

Τα τουρκικά drones έχουν πλέον παρουσία στον Κόλπο, στο Σουδάν, στη Σομαλία, στην Αιθιοπία και στη Λιβύη. Η αμυντική βιομηχανία μετατρέπεται έτσι σε εργαλείο εξωτερικής πολιτικής και η στρατιωτική τεχνολογία σε μέσο διεύρυνσης της τουρκικής επιρροής.

Μια ενισχυμένη Τουρκία, με διευρυμένο γεωπολιτικό αποτύπωμα και νέες σχέσεις με τις μεγάλες μουσουλμανικές δυνάμεις, είναι προφανές ότι δεν είναι εξέλιξη που μπορεί να παραβλέψει η Αθήνα.

Ο μεγάλος αγώνας για τους ενεργειακούς διαδρόμους

Η Τριμερής της Μέκκας, όμως, στέλνει μήνυμα και σε ένα άλλο μεγάλο γεωπολιτικό πεδίο: στον μαραθώνιο που έχει ήδη ξεκινήσει για τη δημιουργία νέων διαδρόμων διασύνδεσης της Ανατολής με την Ευρώπη.

Η Τουρκία παραδοσιακά αντιδρά σε κάθε σχέδιο που την παρακάμπτει. Στην κατηγορία αυτή εντάσσεται και ο Διάδρομος IMEC, ο οποίος συνδέει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω της Μέσης Ανατολής.

Ο IMEC αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη και από το Κάιρο, καθώς ένας διάδρομος που θα παρακάμπτει τη Διώρυγα του Σουέζ αγγίζει έναν από τους σημαντικότερους οικονομικούς πυλώνες της Αιγύπτου.

Το μεγάλο ερώτημα είναι πλέον πώς θα χειριστεί το Ριάντ αυτή τη δύσκολη εξίσωση. Η Σαουδική Αραβία έχει δεσμευτεί έναντι των Αμερικανών και των Ινδών για την υλοποίηση του IMEC. Ταυτόχρονα, όμως, η νέα στρατηγική σχέση της με την Τουρκία δημιουργεί ένα διαφορετικό περιβάλλον.

Οσο διαρκεί η κρίση στη Γάζα και παραμένει ανοικτή η αντιπαράθεση του αραβικού κόσμου με το Ισραήλ, όλα τα σχέδια διασύνδεσης που καταλήγουν στο Ισραήλ θα αντιμετωπίζουν ισχυρές αντιστάσεις και αμφισβήτηση.

Η Τουρκία επιχειρεί ήδη να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία. Τους τελευταίους μήνες κινείται δραστήρια για την ανάπτυξη εναλλακτικών οδών μεταφοράς και εξαγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Κόλπο, παρακάμπτοντας τα στενά του Ορμούζ. Ο στόχος είναι σαφής: να κεφαλαιοποιήσει τη γεωπολιτική αναστάτωση και να αναδειχθεί σε βασικό, αν όχι κυρίαρχο, κόμβο διασύνδεσης της Ανατολής με την Ευρώπη.

Η απομόνωση του Ισραήλ δημιουργεί, από αυτή την άποψη, μια ευνοϊκή συγκυρία για την Αγκυρα. Εάν οι μεγάλες διασυνδέσεις που έχουν ως πύλη προς την Ανατολική Μεσόγειο το Ισραήλ καθυστερήσουν, τροποποιηθούν ή ακυρωθούν, η Τουρκία θα επιχειρήσει να καλύψει το κενό.

Η Συμφωνία της Μέκκας, επομένως, περιπλέκει ακόμη περισσότερο την υπόθεση του IMEC. Και κάθε καθυστέρηση ή αμφισβήτηση του διαδρόμου δεν είναι ουδέτερη εξέλιξη για την Ελλάδα. Η Αθήνα έχει επενδύσει διπλωματικά στη συμμετοχή της σε αυτό το μεγαλόπνοο σχέδιο, το οποίο διαθέτει την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και σημαντικών ευρωπαϊκών χωρών.

Η Αθήνα δεν έχει την πολυτέλεια των σπασμωδικών κινήσεων

Το παιχνίδι στη Μέση Ανατολή υπερβαίνει κατά πολύ, φυσικά, το μέγεθος και τις δυνατότητες της Ελλάδας. Υπό αυτή την έννοια, είναι μάλλον άστοχη η κριτική ότι η Αθήνα θα μπορούσε να είχε… αποτρέψει την Τριμερή Συμφωνία.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι υπήρχε περιθώριο εφησυχασμού. Τα προειδοποιητικά μηνύματα είχαν εμφανιστεί εδώ και καιρό.

Η στενή σχέση με τα ΗΑΕ και η παραχώρηση του συστήματος Patriot στη Σαουδική Αραβία ήταν κινήσεις με θετικό αποτύπωμα. Και χωρίς αυτές, η κατάσταση θα μπορούσε σήμερα να είναι ακόμη δυσκολότερη.

Η ελληνική εξωτερική πολιτική, ωστόσο, καλείται πλέον να κοιτάξει αρκετά πιο μακριά. Ο στόχος είναι να υπηρετηθούν τα εθνικά συμφέροντα χωρίς να δημιουργηθούν τετελεσμένα που θα οδηγήσουν σε μόνιμη απώλεια ερεισμάτων. Το μεγαλύτερο ρίσκο θα ήταν να βρεθεί απέναντι στον τουρκικό αναθεωρητισμό μια Τουρκία που θα διαθέτει πλέον πολύ ισχυρότερη στήριξη από τις μεγάλες μουσουλμανικές δυνάμεις, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν.

Οι τελευταίες εξελίξεις επαναφέρουν, με τον πιο καθαρό τρόπο, μια πραγματικότητα που γνωρίζουν καλά οι διπλωμάτες οι οποίοι έχουν χειριστεί επί χρόνια τις αραβικές υποθέσεις: η αξιοπιστία των συμφωνιών και των συμμαχιών σε αυτή την ιδιαίτερη και εξαιρετικά ευαίσθητη περιοχή του κόσμου έχει αυστηρά όρια.

Η δημιουργία ενός νέου πόλου γύρω από την Τουρκία, τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν σημαίνει ότι, στο πλαίσιο του ενδοαραβικού ανταγωνισμού, θα ενισχυθεί αναπόφευκτα και ο αντίπαλος πόλος γύρω από τα ΗΑΕ και την Ινδία. Στη μέση βρίσκεται η Αίγυπτος, η οποία επιχειρεί να διατηρήσει ισορροπίες ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Και αυτό ακριβώς είναι που δημιουργεί νέα διλήμματα για την Ελλάδα.

Η Αθήνα θα πρέπει να αποφύγει τις σπασμωδικές κινήσεις και κυρίως ενέργειες που θα μπορούσαν να προκαλέσουν ένα μόνιμο ρήγμα στις σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία. Ούτε, φυσικά, θα ήταν προς το ελληνικό συμφέρον να εμφανιστεί ως πρωταγωνιστής μιας νέας αντιπαραθετικής συμμαχίας με το Ισραήλ και τα ΗΑΕ απέναντι στη Συμφωνία της Μέκκας.

Το θέμα των Patriot

Ακόμη και πριν από τη Συμφωνία της Μέκκας, στην Αθήνα υπήρχε προβληματισμός για τη συνέχιση της παραμονής των ελληνικών Patriot στη Σαουδική Αραβία. Αναμένεται, επομένως, συνολική επανεκτίμηση της κατάστασης, με βάση τη σχέση κόστους – οφέλους και, κυρίως, σε συνεννόηση με το ίδιο το Ριάντ.

Την ίδια στιγμή, η διασφάλιση της σχέσης με την Αίγυπτο παραμένει κρίσιμης σημασίας για την Ελλάδα. Και αυτή η προσπάθεια δεν μπορεί να περιορίζεται στις συχνές τηλεφωνικές επικοινωνίες του Ελληνα ΥΠΕΞ με τον Αιγύπτιο ομόλογό του.

Σύμφωνα, μάλιστα, με πληροφορίες, ο κ. Αμπντελάτι εξέφρασε έντονο προβληματισμό για κινήσεις όπως η Συμφωνία της Μέκκας, εκτιμώντας ότι μπορούν να ενισχύσουν την πόλωση και να δημιουργήσουν νέες συνθήκες περιφερειακού ανταγωνισμού.

Δεν μπορεί επίσης να παραβλέπεται η προσπάθεια της Τουρκίας και της Σαουδικής Αραβίας να διεκδικήσουν ηγετικό ρόλο στον μουσουλμανικό κόσμο, έναντι της Αιγύπτου, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί την πολυπληθέστερη και στρατιωτικά ισχυρότερη αραβική χώρα.

Και μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Αθήνα οφείλει να ξαναβρεί τα κανάλια επικοινωνίας με την Ουάσινγκτον. Σε συνεργασία με το Κογκρέσο, θα πρέπει να επιμείνει στη διατήρηση του πνεύματος του East Med Act, της νομοθεσίας που αποτελεί το επίσημο θεμέλιο της αμερικανικής πολιτικής στην Ανατολική Μεσόγειο και αναγνωρίζει τον ιδιαίτερο και σημαντικό ρόλο της Ελλάδας και της Κύπρου.

Για την Αθήνα, το ζητούμενο δεν είναι να επιλέξει στρατόπεδο σε έναν νέο περιφερειακό ανταγωνισμό. Είναι να διατηρήσει όσο το δυνατόν περισσότερες γέφυρες, να ενισχύσει τα πραγματικά στρατηγικά της ερείσματα και να αποφύγει να μετατραπεί η Ελλάδα σε παράπλευρη απώλεια μιας γεωπολιτικής αναδιάταξης που διαμορφώνεται πολύ πέρα από τις δικές της δυνατότητες ελέγχου.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button