Παρά τις αντιδράσεις και τον προβληματισμό που έχει προκαλέσει η εξέλιξη, το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας φέρεται να προχωρά άμεσα, εντός του Σεπτεμβρίου, στην προμήθεια των μη επανδρωμένων αεροχημάτων Patroller, τα οποία κατασκευάζονται από τη γαλλική Safran Electronics & Defense.
Ασπίδα του Αχιλλέα: Νέο φιάσκο για το υπουργείο Εθνικής Άμυνας;- Η Ελλάδα ετοιμάζεται να βάλει γαλλικά drones με πιθανώς τουρκική τεχνολογία πάνω από το Αιγαίο!- Πανηγυρίζουν στην Τουρκία για την υποχωρητικότητα της Ελλάδας αφού η ελληνική κυβέρνηση δεν ακύρωσε τελικώς το πρόγραμμα παρά την επίσημη υπογραφή σύμπραξης της γαλλικής Safran με την τουρκική Baykar!
Η επιλογή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα μετά την επίσημη επιχειρηματική σύμπραξη της Safran με την τουρκική Baykar, γνωστή για την παραγωγή των Bayraktar. Τουρκικά μέσα ενημέρωσης ανέδειξαν ήδη την εξέλιξη, παρουσιάζοντάς την ως υποχώρηση της Αθήνας, καθώς μετά τη γνωστοποίηση της γαλλοτουρκικής συμφωνίας είχαν διατυπωθεί πληροφορίες ότι η ελληνική κυβέρνηση εξέταζε ακόμη και την ακύρωση του προγράμματος.
Το ερώτημα, επομένως, που επανέρχεται είναι εύλογο: για ποιον λόγο η Αθήνα επέλεξε τελικά να συνεχίσει ένα πρόγραμμα που είχε ήδη βρεθεί στο επίκεντρο έντονου προβληματισμού και μάλιστα σε μια περίοδο κατά την οποία η εγχώρια αμυντική βιομηχανία επιχειρεί να αναπτύξει δικές της λύσεις;
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» και ο ρόλος των drones
Η προμήθεια των Patroller εντάσσεται στον ευρύτερο σχεδιασμό του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας για τη δημιουργία μιας πολυεπίπεδης «Ασπίδας του Αχιλλέα», με στόχο τη συγκρότηση ενός δικτύου επιτήρησης, αναγνώρισης και αποτροπής που θα καλύπτει διαφορετικά επίπεδα επιχειρησιακών αναγκών.
Η πρώτη φάση του σχεδιασμού περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την ανάπτυξη και παραγωγή drones «Κατηγορίας 1» στα στρατιωτικά εργοστάσια 306 ΕΒΤ και 316 ΣΠΤΧ, αλλά και την αξιοποίηση συστημάτων «Κατηγορίας 2», όπως τα V-BAT που έχουν δωρηθεί από το Κοινωφελές Ίδρυμα Αθανασίου Λασκαρίδη.
Στο ανώτερο επίπεδο τοποθετούνται τα μη επανδρωμένα αεροχήματα «Κατηγορίας 3». Εκεί, neben στα ήδη υφιστάμενα Heron, προβλέπεται η επιχειρησιακή ένταξη των γαλλικών Patroller.
Πρόκειται για ένα UAV με άνοιγμα πτερύγων περίπου 18 μέτρων, ωφέλιμο φορτίο έως 250 κιλά και ονομαστική αυτονομία που φτάνει τις 15 ώρες. Τα τέσσερα αεροχήματα, συνολικού κόστους περίπου 55 εκατομμυρίων ευρώ, προορίζονται για αποστολές ISTAR — δηλαδή Πληροφοριών, Επιτήρησης, Αναγνώρισης και Στοχοποίησης — με ιδιαίτερη έμφαση στον Έβρο και το Ανατολικό Αιγαίο.
Σε μια περιοχή, ωστόσο, όπου η επιτήρηση δεν αποτελεί απλώς επιχειρησιακή ανάγκη αλλά κρίσιμο παράγοντα εθνικής ασφάλειας, κάθε τεχνική ή γεωπολιτική παράμετρος της επιλογής αποκτά ξεχωριστή σημασία.
Τεχνικές επιφυλάξεις και επιχειρησιακά ερωτήματα
Η επίσημη εικόνα του προγράμματος δεν εξαλείφει τους προβληματισμούς που έχουν κατά καιρούς διατυπωθεί γύρω από το Patroller.
Το σύστημα έχει αντιμετωπίσει καθυστερήσεις και τεχνικές δυσκολίες κατά την πορεία ανάπτυξης και πιστοποίησής του, ενώ έχουν καταγραφεί και περιστατικά που έχουν τροφοδοτήσει τη συζήτηση σχετικά με την επιχειρησιακή του ωριμότητα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δυνατότητες επικοινωνίας και επιχειρησιακής αξιοποίησης των εκδόσεων που είχε ανακοινωθεί ότι θα αποκτήσει η Ελλάδα. Εφόσον αυτές δεν διαθέτουν δορυφορική σύνδεση, η επικοινωνία περιορίζεται σε μεγάλο βαθμό στη δυνατότητα σύνδεσης μέσω οπτικής επαφής (LOS), στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου οι ηλεκτρονικές παρεμβολές και οι δυνατότητες A2/AD μπορούν να επηρεάσουν αποφασιστικά την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα ενός μη επανδρωμένου συστήματος.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί διεθνώς επιφυλάξεις για την πορεία του προγράμματος και για τον βαθμό στον οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του σύγχρονου πεδίου μάχης. Ως εκ τούτου, η ελληνική επιλογή γεννά ένα ακόμη ερώτημα: κατά πόσον το Patroller ανταποκρίνεται στις σημερινές και αυριανές ανάγκες των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων ή εάν πρόκειται για ένα σύστημα του οποίου η επιχειρησιακή αξία θα μπορούσε να αμφισβητηθεί σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον.
Η γαλλοτουρκική σύμπραξη Safran – Baykar
Στον ήδη υπάρχοντα προβληματισμό προστέθηκε πλέον μια παράμετρος που δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη: η συνεργασία της Safran με την τουρκική Baykar.
Η συμφωνία μεταξύ των δύο εταιρειών περιλαμβάνει, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, συνεργασία σε τομείς όπως η ανάπτυξη έξυπνων πυρομαχικών, συστημάτων πλοήγησης και η ενσωμάτωση γαλλικών ηλεκτροπτικών συστημάτων Euroflir σε τουρκικές πλατφόρμες.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία του προβληματισμού για την ελληνική πλευρά. Η ύπαρξη επιχειρηματικής και τεχνολογικής συνεργασίας μεταξύ μιας εταιρείας που συμμετέχει στην παραγωγή του ελληνικού συστήματος και μιας τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον βαθμό τεχνολογικού διαχωρισμού των διαφορετικών προγραμμάτων.
Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ελληνικά συστήματα θα μεταφέρουν δεδομένα ή τεχνολογία στην Τουρκία. Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα απαιτούσε συγκεκριμένα τεχνικά στοιχεία. Ωστόσο, ακριβώς επειδή τα Patroller πρόκειται να επιχειρούν σε περιοχές ύψιστης στρατηγικής σημασίας και να συλλέγουν ευαίσθητες πληροφορίες, η Αθήνα οφείλει να έχει διασφαλίσει με απόλυτη σαφήνεια ότι δεν υπάρχει κανένα περιθώριο διαρροής δεδομένων, πρόσβασης σε κρίσιμα υποσυστήματα ή εξάρτησης από τεχνολογίες που μπορούν να δημιουργήσουν πρόβλημα σε περίπτωση ελληνοτουρκικής κρίσης.
Το ζήτημα δεν περιορίζεται, άλλωστε, μόνο στο λογισμικό ή στο hardware. Αφορά και την υποστήριξη, τα ανταλλακτικά, τις αναβαθμίσεις και την επιχειρησιακή διαθεσιμότητα ενός οπλικού συστήματος σε βάθος χρόνου.
Σε περίπτωση σοβαρής κρίσης με την Τουρκία, η Ελλάδα θα πρέπει να είναι απολύτως βέβαιη ότι ένα σύστημα που έχει αναπτυχθεί για την επιτήρηση του Έβρου και του Ανατολικού Αιγαίου δεν θα εξαρτάται, άμεσα ή έμμεσα, από μια αλυσίδα εφοδιασμού στην οποία συμμετέχει εταιρεία με ισχυρούς επιχειρηματικούς δεσμούς στην τουρκική αμυντική βιομηχανία.
Για τον λόγο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία και το γεγονός ότι η Αθήνα είχε ζητήσει από το Παρίσι επίσημες διευκρινίσεις σχετικά με το ακριβές αντικείμενο της συμφωνίας Safran – Baykar. Το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι εάν οι απαντήσεις που δόθηκαν ήταν επαρκείς ώστε να εξαλείψουν κάθε επιχειρησιακή και τεχνολογική αμφιβολία.
Ασπίδα του Αχιλλέα: Νέο φιάσκο για το υπουργείο Εθνικής Άμυνας;- Η Ελλάδα ετοιμάζεται να βάλει γαλλικά drones με πιθανώς τουρκική τεχνολογία πάνω από το Αιγαίο!- Πανηγυρίζουν στην Τουρκία για την υποχωρητικότητα της Ελλάδας αφού η ελληνική κυβέρνηση δεν ακύρωσε τελικώς το πρόγραμμα παρά την επίσημη υπογραφή σύμπραξης της γαλλικής Safran με την τουρκική Baykar!
Κι όμως υπάρχουν ελληνικές λύσεις
Και εδώ η συζήτηση αποκτά μια ακόμη πιο ενδιαφέρουσα διάσταση.
Την ίδια στιγμή που το ελληνικό Δημόσιο προσανατολίζεται στη διάθεση περίπου 55 εκατομμυρίων ευρώ για την απόκτηση τεσσάρων Patroller, στην Ελλάδα αναπτύσσονται ήδη μη επανδρωμένα συστήματα τα οποία θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο σοβαρής αξιολόγησης και κρατικής υποστήριξης.
Χαρακτηριστική περίπτωση είναι το TALOS II της ελληνικής εταιρείας SAS Technology.
Το ελληνικό UAV έχει σχεδιαστεί με έμφαση στην αυτονομία, την ευελιξία και τη δυνατότητα επιχειρησιακής ανάπτυξης σε απαιτητικά περιβάλλοντα. Σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά που έχουν παρουσιαστεί, μπορεί να παραμένει στον αέρα έως και 20 ώρες, ξεπερνώντας ως προς αυτό το ονομαστικό όριο των 15 ωρών του Patroller.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η σχεδίασή του. Η δυνατότητα αναδίπλωσης των πτερύγων επιτρέπει τη μεταφορά του μέσα σε τυπικό εμπορικό κοντέινερ, ενώ η συγκεκριμένη διαμόρφωση θα μπορούσε να διευκολύνει τη μεταφορά και ανάπτυξή του ακόμη και μέσω εμπορικών πλοίων προς ακριτικές περιοχές, προσφέροντας ένα διαφορετικό μοντέλο επιχειρησιακής ευελιξίας.
Το TALOS II έχει επίσης παρουσιαστεί ως πλατφόρμα που μπορεί να φέρει διπλό εκτοξευτή ρουκετών FZ602 των 70 mm, δυνατότητα που, εφόσον πιστοποιηθεί και ενταχθεί επιχειρησιακά με τον προβλεπόμενο τρόπο, θα μπορούσε να προσδώσει επιπλέον δυνατότητες προσβολής σε αποβατικά σκάφη και άλλους ναυτικούς στόχους.
Το κρίσιμο ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι εάν ένα ελληνικό σύστημα πρέπει να προτιμάται αυτομάτως επειδή είναι ελληνικό. Είναι εάν αξιολογείται με τα ίδια αυστηρά επιχειρησιακά κριτήρια με τα αντίστοιχα ξένα συστήματα και εάν η Πολιτεία είναι διατεθειμένη να επενδύσει ώστε μια πολλά υποσχόμενη εγχώρια τεχνολογία να περάσει από το στάδιο της ανάπτυξης στην πλήρη επιχειρησιακή ωριμότητα και, στη συνέχεια, στη μαζική παραγωγή.
Το πραγματικό δίλημμα για την «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Η σύγκριση των δύο προσεγγίσεων αποκαλύπτει μια ευρύτερη αντίφαση στην ελληνική εξοπλιστική πολιτική.
Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα επιχειρεί να δημιουργήσει μια πολυστρωματική «Ασπίδα του Αχιλλέα», επενδύοντας σε σύγχρονα συστήματα επιτήρησης και αναγνώρισης. Από την άλλη, επιλέγει να διαθέσει σημαντικά κονδύλια για εισαγόμενες λύσεις, την ώρα που γύρω από ορισμένες από αυτές υπάρχουν τεχνικά, επιχειρησιακά ή και γεωπολιτικά ερωτήματα.
Και το παράδοξο γίνεται ακόμη εντονότερο όταν απέναντι σε αυτές τις δαπάνες βρίσκονται ελληνικές τεχνολογικές προσπάθειες που χρειάζονται ακριβώς αυτό που η χώρα διακηρύσσει ότι επιδιώκει: σταθερή χρηματοδότηση, επιχειρησιακή αξιολόγηση, παραγωγική συνέχεια και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό.
Η εγχώρια αμυντική βιομηχανία δεν μπορεί ασφαλώς να υποκαταστήσει από τη μία ημέρα στην άλλη το σύνολο των διεθνών προμηθειών. Μπορεί όμως να αποτελέσει τον πυρήνα μιας πραγματικής αμυντικής αυτονομίας, μειώνοντας σταδιακά τις εξαρτήσεις και δημιουργώντας τεχνογνωσία που παραμένει στη χώρα.
Αυτό είναι, τελικά, το μεγαλύτερο ερώτημα που τίθεται στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας: ποια ακριβώς αμυντική βιομηχανία θέλει να έχει η Ελλάδα σε δέκα ή είκοσι χρόνια;
Μια χώρα που θα συνεχίζει να αγοράζει έτοιμες λύσεις από το εξωτερικό, ακόμη και όταν αυτές συνοδεύονται από τεχνολογικούς ή γεωπολιτικούς προβληματισμούς; Ή μια χώρα που θα χρησιμοποιεί τις αμυντικές της δαπάνες ως μοχλό για να αναπτύξει δικά της συστήματα, δική της τεχνογνωσία και δική της παραγωγική βάση;
Η επιλογή των Patroller δεν είναι επομένως απλώς μια ακόμη εξοπλιστική απόφαση. Εντάσσεται σε μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση για την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα, την τεχνολογική ασφάλεια και, κυρίως, την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει η ελληνική αμυντική βιομηχανία.
Εφόσον η Αθήνα αποφασίσει τελικά να προχωρήσει στην παραλαβή των γαλλικών UAV, το ελάχιστο που θα πρέπει να απαιτήσει είναι πλήρεις και απολύτως τεκμηριωμένες εγγυήσεις για την ασφάλεια των συστημάτων, την ανεξαρτησία των κρίσιμων τεχνολογιών, την απρόσκοπτη υποστήριξή τους και την προστασία των δεδομένων που θα συλλέγουν.
Γιατί η «Ασπίδα του Αχιλλέα» δεν μπορεί να είναι ισχυρή μόνο στα χαρτιά. Πρέπει να είναι τεχνολογικά ασφαλής, επιχειρησιακά αξιόπιστη και, όσο αυτό είναι δυνατόν, ελληνική.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα