Τα 100 χρόνια από τη γέννηση του ιστορικού ηγέτη βρίσκουν τους Κουβανούς στην πιο δύσκολη στιγμή της μεταεπαναστατικής ιστορίας του νησιού.
Η Κούβα με την «πλάτη στον τοίχο»: Στην επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Φιντέλ Κάστρο, η χώρα βυθίζεται στην αβεβαιότητα χωρίς ρεύμα, νερό, καύσιμα και φάρμακα και είναι έτοιμη να δεχτεί τους όρους του Ντόναλντ Τραμπ
Στην Κούβα του 2026 το σκοτάδι δεν αποτελεί πλέον σχήμα λόγου. Δεν είναι εκείνη η κάπως ρομαντική εικόνα μιας Καραϊβικής που έμαθε να ζει με λιγότερα, μετατρέποντας την έλλειψη σε ευρηματικότητα και την ανέχεια σε μια σχεδόν μυθολογική ικανότητα επιβίωσης.
Είναι σκοτάδι πραγματικό, πυκνό, επαναλαμβανόμενο. Μπορεί να διαρκέσει μια ολόκληρη ημέρα, ακόμη και περισσότερο, και μέσα του οι κάτοικοι περιμένουν με αγωνία τις σύντομες και απρόβλεπτες επιστροφές του ηλεκτρικού ρεύματος: για να μαγειρέψουν, να φορτίσουν ένα κινητό, να βάλουν μπροστά την αντλία του νερού, να κάνουν μέσα σε λίγα λεπτά όσα δεν κατάφεραν να κάνουν ολόκληρες ώρες.
Τα πολύωρα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, πολυήμερα μπλακ-άουτ ενός απαρχαιωμένου ενεργειακού δικτύου έχουν γίνει κομμάτι της καθημερινότητας. Μαζί τους έρχονται η έλλειψη καυσίμων, τροφίμων και φαρμάκων, η υποχώρηση του τουρισμού, οι δυσκολίες στις μετακινήσεις και μια καθημερινή ζωή που δεν μοιάζει πλέον απλώς δύσκολη, αλλά σχεδόν ανέφικτη.
Μαζική φυγή από το νησί
Ύστερα από επαναστάσεις, εμπάργκο, κρίσεις, ηρωικές αφηγήσεις και πραγματικά αδιέξοδα, μοιάζει να έχει φτάσει για την Κούβα το τέλος μιας ολόκληρης εποχής. Και εδώ το τέλος είναι ταυτόχρονα συμβολικό και πραγματικό. Δεν πρόκειται απλώς για το θεαματικό τέλος της επανάστασης που προφήτευαν επί έξι δεκαετίες οι αντίπαλοί της.
Είναι κάτι πιο αργό, πιο βαθύ και ίσως γι’ αυτό πιο δραματικό: η εξάντληση ενός ιστορικού υποδείγματος που κατάφερε να επιβιώσει από τον Ψυχρό Πόλεμο, την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την τρομακτική «Ειδική Περίοδο» της δεκαετίας του ’90, αλλά σήμερα αναγκάζεται να ανοίξει την πόρτα σε μια ιδιωτική οικονομία που κάποτε αντιμετωπιζόταν σχεδόν ως ιδεολογικό μίασμα.
Τον Ιούλιο, η κυβέρνηση του Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ προχώρησε σε νέα μέτρα που διευρύνουν τον ρόλο των ιδιωτικών επιχειρήσεων, επιτρέποντας ακόμη και δραστηριότητες που μέχρι πρόσφατα θα ήταν δύσκολο να φανταστεί κανείς στο κουβανικό οικονομικό μοντέλο, από την εισαγωγή καυσίμων και φαρμάκων έως τη γεωργία και τον τουρισμό. Το κράτος, πάντως, εξακολουθεί να επιμένει ότι οι στρατηγικοί τομείς θα παραμείνουν υπό τον έλεγχό του.
Πρόκειται για μια αναγκαστική υβριδική συνθήκη, η οποία παρουσιάζεται ως η μοναδική διαθέσιμη διέξοδος για να αποφευχθεί η απόλυτη οικονομική κατάρρευση. Μόνο που, την ώρα που η κυβέρνηση επιχειρεί να διασώσει το σύστημα με ανοίγματα προς την αγορά, εκατοντάδες πολίτες οδηγούνται στην έξοδο.
Δεν είναι τυχαίο ότι καθημερινά άνθρωποι που κάποτε έλεγαν πως δεν θα εγκατέλειπαν ποτέ το νησί αναγκάζονται να φύγουν, επειδή αδυνατούν πλέον απλώς να επιβιώσουν. Ανάμεσά τους βρίσκονται και ξένοι κάτοικοι, μεταξύ των οποίων πολλοί Έλληνες, που βλέπουν την παραμονή τους να γίνεται ολοένα δυσκολότερη.
Ακόμη και ο τουρισμός, ο μεγάλος τροφοδότης της κουβανικής οικονομίας με πολύτιμο συνάλλαγμα και ένα από τα στηρίγματα που επί χρόνια επέτρεπαν στο νησί να αναπνέει, δυσκολεύεται να σταθεί όρθιος όταν ξενοδοχεία, εστιατόρια και βασικές υποδομές αντιμετωπίζουν προβλήματα με το νερό και την ηλεκτροδότηση.
Η εκατονταετηρίδα από τη γέννηση του Φιντέλ Κάστρο βρίσκει έτσι την Κούβα να αναρωτιέται όχι τόσο τι απέμεινε από τον ίδιο —ο μύθος του, άλλωστε, έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ανθεκτικός— όσο τι απέμεινε από τον κόσμο που δημιούργησε.
Γιατί η Κούβα που ξέραμε, η μυθική αλλά και η πραγματική, με τα παλιά αμερικανικά αυτοκίνητα, τα χρωματιστά σπίτια που ξεφλουδίζουν κάτω από τον τροπικό ήλιο, τα αυτοσχέδια Cuba Libre, τους ανθρώπους που ερωτεύονταν μέχρι αύριο, τον ιδρώτα που γυάλιζε πάνω στα σώματα μαζί με τον χορό, αλλά και εκείνη την εντυπωσιακή αγάπη για τη μόρφωση και τον πολιτισμό που μπορούσες να συναντήσεις ακόμη και μέσα στην πιο βαθιά φτώχεια, μοιάζει να απομακρύνεται.
Όχι επειδή όλα αυτά υπήρξαν ποτέ τόσο ειδυλλιακά όσο τα φαντάστηκε η Δύση —η φτώχεια δεν είναι εξωτισμός και η στέρηση δεν είναι γραφικότητα— αλλά επειδή η ιδιότυπη ισορροπία πάνω στην οποία στηρίχθηκε για δεκαετίες η κουβανική κοινωνία έχει πλέον διαρραγεί.
Η Αμερική επιστρέφει
Η δεύτερη κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ έχει κλιμακώσει δραστικά την πίεση προς την Αβάνα. Η αμερικανική πολιτική, όμως, συναντά ένα σύστημα ήδη βαθιά τραυματισμένο από τις δικές του χρόνιες δυσλειτουργίες: χαμηλή παραγωγικότητα, έλλειψη συναλλάγματος, γραφειοκρατία, υποδομές που έχουν γεράσει επικίνδυνα, ενεργειακή εξάρτηση και μια οικονομία που δυσκολεύεται πλέον να εξασφαλίσει ακόμη και τα απολύτως στοιχειώδη.
Θα ήταν επομένως εξίσου απλοϊκό να αποδοθεί ολόκληρη η σημερινή καταστροφή στις ΗΠΑ όσο και να προσποιηθεί κανείς ότι οι κυρώσεις και το εμπάργκο δεν έχουν τεράστιες συνέπειες. Η συζήτηση για το σχετικό βάρος των δύο παραγόντων —του σοσιαλιστικού οικονομικού μοντέλου από τη μία και της αμερικανικής απομόνωσης από την άλλη— παραμένει ανοιχτή.
Το βέβαιο είναι ότι για περισσότερες από έξι δεκαετίες το κουβανικό καθεστώς χρησιμοποίησε την αμερικανική απειλή όχι μόνο ως πραγματικότητα, αλλά και ως ιδρυτικό μύθο: ως εξήγηση των στερήσεων, αλλά ταυτόχρονα και ως μηχανισμό συσπείρωσης.
Αυτό ακριβώς είχε καταλάβει καλύτερα από όλους ο Φιντέλ. Μια μικρή χώρα, μόλις 90 μίλια από τη Φλόριντα, μπορούσε να αποκτήσει παγκόσμια σημασία ακριβώς επειδή τολμούσε να πει «όχι» στην υπερδύναμη.
Ο Φιντέλ έγινε ο Κάστρο όχι μόνο επειδή κέρδισε μια επανάσταση, αλλά επειδή κατάφερε να παρουσιάσει την επιβίωση της Κούβας ως μια διαρκή πράξη ανυπακοής. Σήμερα, όμως, εξαντλημένοι πλέον, οι κάτοικοι ζουν με τα ξέφτια μιας παλιάς φαντασίωσης που προφανώς δεν αρκεί για να τους κρατήσει όρθιους.
Κι ας εξακολουθούν οι φιγούρες του Κάστρο και του Τσε να δεσπόζουν στους τοίχους των τεράστιων κτιρίων, γεμίζοντας τους εναπομείναντες οπαδούς της επανάστασης με εκείνο το γνώριμο σθένος. Ο μύθος παραμένει στους τοίχους. Η καθημερινότητα, όμως, βρίσκεται στους δρόμους.
Ο αστός που μετατράπηκε σε επαναστάτη
Γεννημένος το 1926 στο Μπιράν, γιος του εύπορου γαιοκτήμονα Άνχελ Κάστρο, ο Φιντέλ δεν προερχόταν από τη φτώχεια που αργότερα θα γινόταν κεντρικό κεφάλαιο της πολιτικής του μυθολογίας.
Φοίτησε σε σχολεία Ιησουιτών, σπούδασε Νομικά στην Αβάνα, έπαιζε μπάσκετ και μπέιζμπολ, διάβαζε Χοσέ Μαρτί και αργότερα Μαρξ και Λένιν. Αγαπούσε τα καλοραμμένα κοστούμια, το καλό φαγητό και τις μικρές αστικές απολαύσεις που κάθε άλλο παρά ταίριαζαν με την εικόνα του ασκητικού επαναστάτη που θα δημιουργούσε αργότερα.
Στο Πανεπιστήμιο της Αβάνας βρέθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον πολιτικής βίας, φοιτητικού ακτιβισμού και ριζοσπαστισμού. Εκεί διαμορφώθηκε πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε θεωρητική κομμουνιστική κατήχηση.
Παντρεύτηκε τη Μίρτα Ντίας-Μπαλάρτ, κόρη εύπορης οικογένειας με ισχυρές πολιτικές διασυνδέσεις, απέκτησε μαζί της τον Φιντέλ Άνχελ, τον περίφημο Φιντελίτο, που αργότερα έγινε πυρηνικός φυσικός, και πέρασε μέρος του γαμήλιου ταξιδιού του στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η σχέση του με την Αμερική ήταν εξαρχής πολύ πιο σύνθετη από το μίσος που θα συμβόλιζε αργότερα. Ο νεαρός Φιντέλ αγαπούσε τον αμερικανικό κινηματογράφο, το μπέιζμπολ, τα αυτοκίνητα και πλευρές της κουλτούρας της χώρας που θα πολεμούσε πολιτικά σχεδόν σε ολόκληρη τη ζωή του.
Στο δικό του αφήγημα για την εποχή πριν από τη Μονκάδα υπάρχει και μια υπέροχη λεπτομέρεια με μια Chevrolet που είχε αγοράσει με πίστωση. Με αυτήν, όπως έλεγε, είχε διανύσει περίπου 50.000 χιλιόμετρα οργανώνοντας το κίνημα, μέχρι που το αυτοκίνητο κάηκε λίγο πριν από την επίθεση.
Είναι σχεδόν κινηματογραφική εικόνα: πριν από τη γενειάδα, το πούρο και τη χακί στολή, υπήρχε ένας νεαρός δικηγόρος μέσα σε ένα αυτοκίνητο, πεπεισμένος ότι με ελάχιστα μέσα μπορούσε να ανατρέψει μια δικτατορία.
Στις 26 Ιουλίου 1953, η επίθεση στους στρατώνες της Μονκάδα στο Σαντιάγο απέτυχε. Πολλοί από τους συντρόφους του σκοτώθηκαν, ο ίδιος συνελήφθη και δικάστηκε. Κατάφερε όμως να μετατρέψει ακόμη και την ήττα σε πολιτικό κεφάλαιο, με την περίφημη απολογία που έμεινε στην Ιστορία ως «Η Ιστορία θα με αθωώσει».
Φυλακίστηκε και τελικά έλαβε αμνηστία το 1955. Κατέφυγε στο Μεξικό, όπου συνάντησε έναν Αργεντινό γιατρό που ονομαζόταν Ερνέστο Γκεβάρα.
Τον Δεκέμβριο του 1956, ο Φιντέλ, ο Ραούλ, ο Τσε και οι υπόλοιποι αντάρτες επέστρεψαν στην Κούβα με το «Granma», ένα σκάφος σχεδιασμένο για πολύ λιγότερους επιβάτες από τους 82 άνδρες που στριμώχτηκαν πάνω του.
Η απόβαση εξελίχθηκε σε καταστροφή. Οι περισσότεροι σκοτώθηκαν ή συνελήφθησαν και οι ελάχιστοι επιζώντες κατέφυγαν στη Σιέρα Μαέστρα. Εκεί, όμως, γεννήθηκε ο μύθος των barbudos, των γενειοφόρων ανταρτών, και μαζί του ένα από τα ισχυρότερα πολιτικά φωτογραφικά σύμβολα του 20ού αιώνα.
Όταν ο Μπατίστα εγκατέλειψε την Κούβα, την 1η Γενάρη του 1959, ο Φιντέλ ήταν μόλις 32 ετών. Λίγες ημέρες αργότερα έμπαινε θριαμβευτής στην Αβάνα και η εικόνα του νεαρού γενειοφόρου επαναστάτη με τη στρατιωτική στολή και το πούρο άρχιζε ήδη να ξεπερνά τα σύνορα της χώρας.
Η Κούβα με την «πλάτη στον τοίχο»: Στην επέτειο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Φιντέλ Κάστρο, η χώρα βυθίζεται στην αβεβαιότητα χωρίς ρεύμα, νερό, καύσιμα και φάρμακα και είναι έτοιμη να δεχτεί τους όρους του Ντόναλντ Τραμπ
Οι γυναίκες και ο μύθος
Στον μύθο του Κομαντάντε, η πολιτική εξουσία ενώθηκε από πολύ νωρίς με την προσωπική γοητεία. Οι ιστορίες για τις γυναίκες του Φιντέλ είναι τόσες, ώστε χρειάζεται προσοχή για να ξεχωρίσει κανείς τα τεκμηριωμένα γεγονότα από τη μυθολογία. Γύρω από έναν άνθρωπο που μετατράπηκε σε σύμβολο αρρενωπότητας δημιουργήθηκε σχεδόν αναπόφευκτα μια ολόκληρη βιομηχανία υπερβολής.
Υπήρξε η Μίρτα, η πρώτη σύζυγος και μητέρα του Φιντελίτο. Υπήρξε η Νάτι Ρεβουέλτα, η γυναίκα της υψηλής κοινωνίας της Αβάνας που υποστήριξε την επανάσταση και με την οποία απέκτησε την Αλίνα Φερνάντες. Και, πάνω απ’ όλες, η Σέλια Σάντσες, θρυλική μορφή της επανάστασης, οργανώτρια του αντάρτικου και μία από τους πιο έμπιστους ανθρώπους του Φιντέλ μέχρι τον θάνατό της το 1980.
Το ακριβές περιεχόμενο της σχέσης τους εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο βιογραφικής συζήτησης. Η πολιτική και προσωπική εγγύτητα, όμως, δεν αμφισβητείται.
Και φυσικά υπάρχει η Μαρτίτα Λόρεντς, η Γερμανοαμερικανίδα που συνδέθηκε ερωτικά μαζί του και αργότερα περιέγραψε μια ιστορία τόσο εξωφρενική ώστε μοιάζει βγαλμένη από κατασκοπικό μυθιστόρημα. Σύμφωνα με τη δική της αφήγηση, στρατολογήθηκε σε σχέδιο δολοφονίας του, επέστρεψε στην Αβάνα με δηλητηριώδη χάπια, αλλά τελικά δεν μπόρεσε να σκοτώσει τον άνθρωπο με τον οποίο είχε υπάρξει ερωτευμένη.
Γύρω από τον Φιντέλ δημιουργήθηκαν στη συνέχεια δεκάδες άλλες ερωτικές ιστορίες, κάποιες πραγματικές και άλλες σχεδόν βέβαιο ότι ανήκαν περισσότερο στη σφαίρα του μύθου. Ακόμη και η Τζίνα Λολομπρίτζιτα μπήκε σε αυτή τη μυθολογία, αν και αυτό που τεκμηριώνεται είναι ότι τον φωτογράφισε και του πήρε μια περίφημη συνέντευξη το 1974 και όχι οι μεταγενέστερες ιστορίες περί ερωτικής σχέσης.
Η λεπτομέρεια, ωστόσο, έχει σημασία. Στα μάτια της διεθνούς ποπ κουλτούρας ο Κάστρο δεν ήταν ένας γκρίζος γραφειοκράτης του κομμουνιστικού κόσμου. Ήταν λαϊκό είδωλο, επαναστάτης και ταυτόχρονα ένας καθαρόαιμος σταρ.
Και αυτός ο ερωτικός μύθος δεν ήταν άσχετος με την πολιτική. Η γενειάδα, το πούρο, η στολή, οι γυναίκες, οι πολύωρες ομιλίες, η σωματική αντοχή, η αίσθηση ενός ανθρώπου που δεν κοιμάται ποτέ και γνωρίζει τα πάντα δημιούργησαν μια μορφή εξουσίας σχεδόν προνεωτερική.
Ο ηγέτης δεν εκπροσωπούσε απλώς την επανάσταση. Ήταν ο ίδιος η επανάσταση.
Ο Νο1 αντίπαλος της Αμερικής
Η εισβολή στον Κόλπο των Χοίρων, τον Απρίλιο του 1961, έκανε τον μύθο του Κάστρο παγκόσμιο. Η αποτυχημένη απόβαση Κουβανών εξόριστων, που υποστηρίχθηκε από τη CIA, κατέληξε σε ταπεινωτική ήττα και πρόσφερε στον Κουβανό ηγέτη το ιδανικό πολιτικό αφήγημα: ο Δαβίδ είχε νικήσει τον Γολιάθ σχεδόν μπροστά στις ακτές του.
Έναν χρόνο αργότερα, η Κρίση των Πυραύλων έφερε την ανθρωπότητα στο χείλος του πυρηνικού πολέμου. Η εγκατάσταση σοβιετικών πυρηνικών πυραύλων στην Κούβα, η αμερικανική ναυτική «καραντίνα» και η αντιπαράθεση Κένεντι – Χρουστσόφ μετέτρεψαν για δεκατρείς ημέρες το μικρό νησί σε κέντρο του κόσμου.
Η κρίση λύθηκε τελικά μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας, αφήνοντας τον Φιντέλ θυμωμένο επειδή η τύχη της Κούβας είχε ουσιαστικά αποφασιστεί χωρίς την ίδια την Κούβα.
Από εκείνη τη στιγμή, όμως, ήταν πλέον αδύνατο να τον αντιμετωπίσει κανείς ως έναν ακόμη Λατινοαμερικανό ηγέτη. Είχε καταφέρει να επιβιώσει απέναντι στους πανίσχυρους Αμερικανούς που επιδίωκαν την ανατροπή του και να μετατρέψει αυτή την αντιπαράθεση σε κεντρικό κομμάτι της ταυτότητας της χώρας του.
Ωστόσο, θα ήταν εξίσου ανιστόρητο να υποστηρίξει κανείς ότι όλα όσα ακολούθησαν υπήρξαν απλώς μια δικτατορία χωρίς κοινωνικό περιεχόμενο.
Η εκστρατεία αλφαβητισμού του 1961 ήταν τεράστια. Η εκπαίδευση μετατράπηκε σε κεντρικό δικαίωμα, το δημόσιο σύστημα υγείας απέκτησε διεθνή φήμη και μια μικρή, φτωχή χώρα δημιούργησε μια αξιοσημείωτη επιστημονική και ιατρική παράδοση.
Ακόμη και οργανώσεις που έχουν ασκήσει σκληρή κριτική στο καθεστώς αναγνωρίζουν τα επιτεύγματα στους τομείς της υγείας και της εκπαίδευσης. Μόνο που η κοινωνική απελευθέρωση δεν συνοδεύτηκε από αντίστοιχη πολιτική ελευθερία.
Η Κούβα έγινε μονοκομματικό κράτος. Η ανεξάρτητη δημοσιογραφία και η οργανωμένη αντιπολίτευση καταπνίγηκαν, αντιφρονούντες φυλακίστηκαν, ενώ οι διώξεις έπληξαν και ανθρώπους που δεν χωρούσαν στους κανονιστικούς νόμους της νέας επαναστατικής κοινωνίας.
Και είναι προφανώς παράδοξο η ίδια επανάσταση που έδωσε στους φτωχούς πολίτες της Κούβας πρόσβαση στη δημόσια υγεία και την παιδεία να μην αναγνωρίζει το δικαίωμά τους να διατυπώσουν καν τη διαφωνία τους με το καθεστώς.
Και όμως, χρησιμοποιώντας το αντι-αμερικανικό αφήγημα μιας χώρας που βάλλεται από παντού, μαζί με εκείνους τους οκτάωρους λόγους, ο Κάστρο επέζησε. Επέζησε από διάφορες δολοφονικές απόπειρες, από τον Κένεντι, τον Τζόνσον, τον Νίξον, τον Φορντ, τον Κάρτερ, τον Ρίγκαν, τον Μπους και τον Κλίντον. Επέζησε ακόμη και από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και την «Ειδική Περίοδο», όταν η απώλεια της σοβιετικής στήριξης βύθισε την Κούβα σε δραματικές στερήσεις.
Οι Κουβανοί αδυνατούσαν να εξασφαλίσουν τα προς το ζην. Τα καύσιμα εξαφανίζονταν, τα ποδήλατα αντικαθιστούσαν τα αυτοκίνητα και ολόκληρη η χώρα μάθαινε για άλλη μία φορά να επιβιώνει με το τίποτε.
Το πανό μπορεί να γράφει «Πατρίδα ή θάνατος – Θα νικήσουμε». Η καθημερινότητα, όμως, μοιάζει πλέον να απαντά με έναν πολύ λιγότερο ηρωικό τρόπο.
Από τον Ομπάμα ξανά στον Τραμπ
Το 2006, η ασθένεια ανάγκασε τον Φιντέλ να παραδώσει τις αρμοδιότητές του στον αδελφό του Ραούλ και το 2008 αποχώρησε επισήμως από την προεδρία. Για πρώτη φορά η Κούβα έπρεπε να φανταστεί τον εαυτό της χωρίς εκείνον. Και ύστερα ήρθε ο Μπαράκ Ομπάμα.
Το 2014, ΗΠΑ και Κούβα ανακοίνωσαν την έναρξη εξομάλυνσης των σχέσεών τους. Άνοιξαν ξανά πρεσβείες και, τον Μάρτιο του 2016, ο Ομπάμα έγινε ο πρώτος εν ενεργεία Αμερικανός πρόεδρος που επισκέφθηκε την Κούβα ύστερα από σχεδόν ενενήντα χρόνια.
Μιλώντας στην Αβάνα, αναγνώρισε ανοιχτά ότι η πολιτική απομόνωσης του Ψυχρού Πολέμου δεν είχε λειτουργήσει και ότι το εμπάργκο είχε πληγώσει τους ίδιους τους Κουβανούς.
Ο Φιντέλ έφυγε από τη ζωή λίγους μήνες αργότερα, με τον ιστορικό κύκλο να μοιάζει πως είχε κλείσει με ένα σχεδόν ιδανικό σενάριο για τον ίδιο: η Αμερική είχε έρθει στην Αβάνα, αλλά η επανάσταση είχε επιβιώσει.
Ύστερα από δέκα χρόνια, όμως, η Ιστορία έχει γυρίσει ξανά προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Η Αμερική του Τραμπ πιέζει την κυβέρνηση της Αβάνας και ταυτόχρονα συμβαίνει κάτι που ο νεαρός επαναστάτης του 1959 δύσκολα θα μπορούσε να φανταστεί: αμερικανικά καύσιμα φτάνουν, μέσω εξαίρεσης από το εμπάργκο, σε ιδιωτικές κουβανικές επιχειρήσεις, δημιουργώντας μια παράλληλη αγορά μέσα στην ίδια τη χώρα της επανάστασης.
Από τον Φεβρουάριο έως τον Μάιο του 2026 υπολογίζεται ότι περίπου 900.000 βαρέλια καυσίμου εξήχθησαν από τις ΗΠΑ προς τον ιδιωτικό τομέα της Κούβας. Η εικόνα θα μπορούσε πραγματικά να έχει ξεπηδήσει από μυθιστόρημα του Παδούρα: η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να πιέσει ενεργειακά το κουβανικό κράτος, την ώρα που αμερικανικό καύσιμο τροφοδοτεί μια ιδιωτική αγορά στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού νησιού.
Αν ο Φιντέλ μπορούσε να δει αυτή την Κούβα, ίσως να δυσκολευόταν να την αναγνωρίσει. Ίσως, πάλι, να αναγνώριζε αμέσως το μόνο στοιχείο που παρέμεινε αναλλοίωτο: την Αμερική απέναντι και την Κούβα να παλεύει να επιβιώσει.
Μόνο που το 1959 υπήρχε μια νεαρή επανάσταση που πίστευε ότι μπορούσε να δημιουργήσει ένα διαφορετικό μέλλον. Το 2026 υπάρχει μια κουρασμένη κοινωνία που προσπαθεί απεγνωσμένα να εξασφαλίσει φάρμακα, καύσιμα και τρόφιμα και να απαντήσει στο πιο απλό, αλλά ίσως και πιο δύσκολο ερώτημα: να μείνει ή να φύγει;
Κάποιοι λένε ότι η Κούβα θα αντέξει. Το ζήτημα, όμως, είναι ότι υπάρχει κάτι ίσως πιο τραγικό από μια θεαματική κατάρρευση: η σταδιακή αποσύνθεση ενός ιστορικού καθεστώτος, σχεδόν ανεπαίσθητη για τον υπόλοιπο πλανήτη, την ώρα που οι ίδιοι οι κάτοικοι βλέπουν καθημερινά το τελευταίο κομμουνιστικό οχυρό της Δύσης να χάνει ένα-ένα τα στηρίγματά του.
Η ανθρωπιστική βοήθεια που αποδέχτηκε τελικά η Κούβα από τις ΗΠΑ μετά το καταστροφικό πέρασμα του τυφώνα «Μελίσα» αυξήθηκε από τον κουβανικής καταγωγής υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος, σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιεύματα των «New York Times», φέρεται να έχει αναλάβει την αμερικανοποίηση του άλλοτε πανίσχυρου κάστρου του Φιντέλ ως προσωπικό στοίχημα.
Και ίσως εδώ να βρίσκεται η μεγαλύτερη ειρωνεία ολόκληρης της ιστορίας.
Η Κούβα που επί δεκαετίες οικοδόμησε την ταυτότητά της πάνω στην αντίσταση απέναντι στην Αμερική, που έμαθε να μετατρέπει την πολιορκία σε ιδεολογία και τη στέρηση σε απόδειξη ηρωισμού, βρίσκεται σήμερα να χρειάζεται από εκείνη ακριβώς τη χώρα που υπήρξε ο μεγάλος της εχθρός όσα κάποτε θεωρούσε ότι μπορούσε να εξασφαλίσει μόνη της.
Και ίσως αυτή ακριβώς η βοήθεια να είναι το οριστικό τέλος για την Κούβα —ένα τέλος τόσο παράδοξο, ώστε να μην μπορούσε να το φανταστεί ούτε ο πιο αμείλικτος εχθρός της.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα