STORIESΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Αλεσάντρο Μπετανκούρ: Ποιος είναι ο «άνθρωπος του Τραμπ» πίσω από την «αρπαγή» των πετρελαίων της Βενεζουέλας

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Χλευάστηκε στη χώρα του ως «Bolichico», βρέθηκε στο στόχαστρο ερευνών ως ένα από τα χαρακτηριστικά πρόσωπα της διαφθοράς και σήμερα βρίσκεται στο επίκεντρο μιας από τις πιο φιλόδοξες ενεργειακές συμφωνίες των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Βενεζουέλα.

Αλεσάντρο Μπετανκούρ: Ποιος είναι ο «άνθρωπος του Τραμπ» πίσω από την «αρπαγή» των πετρελαίων της Βενεζουέλας

Ο Αλεσάντρο Μπετανκούρ, ο Βενεζουελάνος επιχειρηματίας που κάποτε συμβόλιζε για τους επικριτές του τις παθογένειες του καθεστώτος, έχει πλέον αναδειχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς συνομιλητές της κυβέρνησης Τραμπ.

Η εντυπωσιακή αυτή μεταμόρφωση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς ΗΠΑ και Βενεζουέλα προχωρούν σε συμφωνία για την αξιοποίηση πετρελαϊκών αποθεμάτων που υπολογίζονται σε περίπου 65 δισεκατομμύρια βαρέλια αργού. Στο επίκεντρο της συμφωνίας βρίσκεται ο Μπετανκούρ, επικεφαλής της ιδιωτικής πετρελαϊκής εταιρείας North American Blue Energy Partners (NABEP), η οποία φιλοδοξεί να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην επόμενη ημέρα της ενεργειακής βιομηχανίας της Βενεζουέλας.

Οι Financial Times (FT) παρουσίασαν ένα εκτενές προφίλ του επιχειρηματία, επισημαίνοντας ότι η θεαματική αλλαγή στην τύχη του αντανακλά, σε μεγάλο βαθμό, και τη ραγδαία αναδιάταξη των σχέσεων μεταξύ Ουάσιγκτον και Καράκας. Ο άνθρωπος που βρέθηκε κάποτε αντιμέτωπος με έρευνες και κατηγορίες για τον τρόπο με τον οποίο οικοδόμησε την περιουσία του βρίσκεται σήμερα σε θέση να διαχειριστεί ένα από τα μεγαλύτερα ενεργειακά στοιχήματα του δυτικού ημισφαιρίου.

Από τις αμφιλεγόμενες συμβάσεις στην πετρελαϊκή αυτοκρατορία

Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας, η NABEP αποκτά δικαιώματα ανάπτυξης διάρκειας 100 ετών για 17 ανεκμετάλλευτα πετρελαϊκά κοιτάσματα στη Βενεζουέλα. Παράλληλα, η αμερικανική κυβέρνηση αποκτά ποσοστό 35% στην εταιρεία και εξασφαλίζει, κατά προτεραιότητα, το δικαίωμα αγοράς του 20% της παραγόμενης ποσότητας αργού στην τιμή κόστους.

Οι αριθμοί είναι εντυπωσιακοί. Όπως ανέφερε η Wall Street Journal (WSJ), τα συγκεκριμένα κοιτάσματα εκτιμάται ότι περιέχουν περίπου 65 δισεκατομμύρια βαρέλια αργού, ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο των συνολικών αποδεδειγμένων αποθεμάτων πετρελαίου της Βενεζουέλας.

Πίσω, όμως, από τα μεγέθη και τις γεωπολιτικές προεκτάσεις της συμφωνίας βρίσκεται μια επιχειρηματική διαδρομή γεμάτη αντιπαραθέσεις.

Ο Μπετανκούρ γεννήθηκε σε εύπορη οικογένεια και σπούδασε οικονομικά και διοίκηση επιχειρήσεων στο Suffolk University των Ηνωμένων Πολιτειών. Η μεγάλη οικονομική του άνοδος ήρθε κατά τη διάρκεια της ενεργειακής κρίσης που έπληξε τη Βενεζουέλα, όταν, μεταξύ 2009 και 2011, εξασφάλισε μια σειρά συμβάσεων χωρίς διαγωνισμό για την κατασκευή σταθμών ηλεκτροπαραγωγής.

Η δραστηριότητά του αυτή αποτέλεσε αργότερα αντικείμενο έντονης κριτικής. Έρευνα του Κογκρέσου υπό την ηγεσία της αντιπολίτευσης διαπίστωσε ότι οι τιμές των συμβάσεων ήταν διογκωμένες κατά 138% έως 173%. Παρά τη σοβαρότητα των ευρημάτων, ποτέ δεν απαγγέλθηκαν επίσημες κατηγορίες σε βάρος του.

Οι σκιές, ωστόσο, δεν περιορίστηκαν στη Βενεζουέλα. Νομικές έρευνες για υπεξαίρεση, απάτη σχετικά με συναλλαγματικές ισοτιμίες και ξέπλυμα χρήματος άνοιξαν στην Ισπανία και την Ελβετία. Το 2025, Ελβετοί εισαγγελείς ζήτησαν την έκδοσή του από το Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ για αρκετούς μήνες είχε απαγορευτεί στον επιχειρηματία να εγκαταλείψει τη χώρα. Η εξέλιξη αυτή, όμως, αντιστράφηκε τον Μάιο του τρέχοντος έτους, όταν η Ελβετία απέσυρε το αίτημα έκδοσής του.

Την ίδια στιγμή, ο Μπετανκούρ είχε ήδη στρέψει το ενδιαφέρον του εκεί όπου σήμερα βρίσκεται και το μεγαλύτερο στοίχημά του: στο πετρέλαιο.

Το 2011 εισήλθε στον ενεργειακό κλάδο μέσω της κοινοπραξίας PetroZamora, η οποία συνδεόταν με την κρατική πετρελαϊκή εταιρεία PDVSA. Το 2022 έχασε τον έλεγχό της ύστερα από μια εσωτερική μάχη εξουσίας, για να τον ανακτήσει δύο χρόνια αργότερα, το 2024.

Έκτοτε, η παραγωγή της PetroZamora σημείωσε εντυπωσιακή άνοδο, από περίπου 20.000 βαρέλια την ημέρα στα 200.000. Η πορεία αυτή ενίσχυσε τη θέση του Μπετανκούρ στο ενεργειακό τοπίο της χώρας, ενώ παράλληλα του εξασφάλισε την εμπιστοσύνη της τότε αντιπροέδρου Ντέλσι Ροντρίγκες και άρχισε να προσελκύει το ενδιαφέρον πολιτικών και επιχειρηματικών κύκλων στην Ουάσιγκτον.

Ένας επιχειρηματίας που παρακολουθεί τον Μπετανκούρ εδώ και δεκαετίες τον περιέγραψε ως «εξαιρετικά αλαζονικό, αλλά εξαιρετικό διαχειριστή, ο οποίος κατανοεί πλήρως τις λεπτομέρειες της πετρελαϊκής δραστηριότητας». Πηγή από τον πετρελαϊκό κλάδο δήλωσε: «Ο Μπετανκούρ είναι πλέον έτοιμος να γίνει ο νέος αντιβασιλέας της πετρελαϊκής βιομηχανίας του Δυτικού Ημισφαιρίου».

Advertisement

Η Ουάσιγκτον γίνεται μέτοχος μιας πετρελαϊκής εταιρείας

Ίσως το πιο ασυνήθιστο στοιχείο της συμφωνίας δεν αφορά μόνο το μέγεθος των αποθεμάτων, αλλά τον τρόπο με τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες επιλέγουν να συμμετάσχουν στην αξιοποίησή τους.

Για πρώτη φορά με τόσο άμεσο τρόπο, η αμερικανική κυβέρνηση εμφανίζεται να αποκτά μετοχική συμμετοχή σε ιδιωτική πετρελαϊκή εταιρεία. Το Office of Strategic Capital (OSC) του υπουργείου Άμυνας έχει σχεδιαστεί ώστε να εξασφαλίσει ποσοστό 35% στη NABEP μέσω ενός λεγόμενου μηχανισμού «penny warrant», χωρίς να απαιτείται η εκταμίευση μεγάλου κεφαλαίου.

Πρόκειται για μια σημαντική μετατόπιση από το παραδοσιακό μοντέλο κρατικής στήριξης. Το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας έχει ιστορικά χρησιμοποιήσει εργαλεία όπως δάνεια και εγγυήσεις για να στηρίξει στρατηγικούς βιομηχανικούς κλάδους. Η άμεση απόκτηση μετοχών σε μια πετρελαϊκή εταιρεία, σε συνδυασμό μάλιστα με δικαιώματα αγοράς της παραγωγής της, συνιστά μια εξαιρετικά ασυνήθιστη εξέλιξη.

Η επιλογή της Ουάσιγκτον δεν έγινε σε κενό. Οι μεγάλες αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες, μεταξύ των οποίων η ExxonMobil και η ConocoPhillips, εμφανίζονται επιφυλακτικές απέναντι σε επενδύσεις στη Βενεζουέλα, λόγω των γερασμένων υποδομών, του υψηλού κόστους αποκατάστασης και της συνεχιζόμενης νομικής αβεβαιότητας.

Έτσι, η κυβέρνηση Τραμπ αποφάσισε να κινηθεί διαφορετικά: αντί να περιμένει από τις μεγάλες πετρελαϊκές να αναλάβουν το ρίσκο, εισέρχεται η ίδια στο παιχνίδι ως άμεσος επενδυτής.

Πίσω από την οικονομική διάσταση υπάρχει, παράλληλα, και μια σαφής γεωπολιτική στόχευση. Οι πιέσεις στις διεθνείς ενεργειακές προμήθειες που έχουν προκαλέσει οι εξελίξεις γύρω από τον πόλεμο με το Ιράν καθιστούν ακόμη πιο πολύτιμη μια σταθερή, μακροπρόθεσμη πηγή προμήθειας αργού στο Δυτικό Ημισφαίριο. Και, καθώς πλησιάζουν οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, η ενεργειακή ασφάλεια αποκτά αναπόφευκτα και πολιτική διάσταση.

Αλεσάντρο Μπετανκούρ: Ποιος είναι ο «άνθρωπος του Τραμπ» πίσω από την «αρπαγή» των πετρελαίων της Βενεζουέλας

Το πετρέλαιο υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να αντληθεί από τη μια μέρα στην άλλη

Παρά τις μεγάλες προσδοκίες, η συμφωνία δεν πρόκειται να μεταμορφώσει άμεσα την αγορά πετρελαίου.

Η σημερινή παραγωγή αργού της Βενεζουέλας υπολογίζεται σε περίπου 1,1 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, ποσότητα συγκρίσιμη με την παραγωγή της αμερικανικής πολιτείας της Βόρειας Ντακότα. Τα αποθέματα, όσο τεράστια κι αν είναι, δεν μετατρέπονται αυτομάτως σε παραγωγή.

Οι υποδομές της χώρας έχουν υποστεί χρόνια εγκατάλειψης και υποεπενδύσεων. Οι εγκαταστάσεις χρειάζονται εκτεταμένες επισκευές, ενώ η αύξηση της παραγωγής σε ουσιαστικά επίπεδα θα απαιτήσει κεφάλαια, τεχνογνωσία και —κυρίως— χρόνο.

Με άλλα λόγια, το πραγματικό στοίχημα για τον Μπετανκούρ δεν είναι απλώς να ελέγξει κοιτάσματα που κρύβουν δισεκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου. Είναι να καταφέρει να τα μετατρέψει σε πραγματική, σταθερή και οικονομικά βιώσιμη παραγωγή.

Το νομικό ρίσκο και η μάχη για την επόμενη ημέρα

Πάνω από το εγχείρημα, ωστόσο, εξακολουθεί να αιωρείται ένα κρίσιμο ερώτημα: πόσο ανθεκτική θα είναι η συμφωνία απέναντι σε μια πιθανή πολιτική αλλαγή στη Βενεζουέλα;

Το Σύνταγμα της χώρας ορίζει ότι τα πετρελαϊκά αποθέματα ανήκουν στη Δημοκρατία και δεν μπορούν να πωληθούν. Οι επικριτές της συμφωνίας υποστηρίζουν ότι η σημερινή κυβέρνηση —η οποία δεν έχει εκλεγεί— δεν διαθέτει τη νομική εξουσία να παραχωρήσει δικαιώματα ανάπτυξης κοιτασμάτων για έναν ορίζοντα που φτάνει τα 100 χρόνια.

Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς μια μελλοντική κυβέρνηση θα μπορούσε να αμφισβητήσει τη νομιμότητα ή τη διάρκεια των συγκεκριμένων συμφωνιών και να ανοίξει έναν νέο κύκλο δικαστικών και πολιτικών αντιπαραθέσεων.

Στην εξίσωση προστίθεται και ένας ακόμη παράγοντας: ο ανταγωνισμός με τις ίδιες τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες.

Αμερικανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι, εφόσον υλοποιηθεί η συμφωνία, η NABEP θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εταιρεία με τα δεύτερα μεγαλύτερα αποδεδειγμένα αποθέματα πετρελαίου παγκοσμίως, πίσω μόνο από τη σαουδαραβική κρατική πετρελαϊκή εταιρεία Aramco.

Η προοπτική αυτή αλλάζει δραματικά την κλίμακα της εταιρείας. Από έναν επιχειρηματικό όμιλο που επί χρόνια κινήθηκε σε μια γκρίζα ζώνη μεταξύ κρατικών συμφερόντων και ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, η NABEP θα μπορούσε να βρεθεί να ανταγωνίζεται κολοσσούς της αμερικανικής ενεργειακής αγοράς —και μάλιστα έχοντας πίσω της την ίδια την αμερικανική κυβέρνηση.

Αυτό ακριβώς είναι που μπορεί να προκαλέσει νέες εντάσεις με τις καθιερωμένες ενεργειακές εταιρείες των ΗΠΑ. Οι τελευταίες θα κληθούν να ανταγωνιστούν μια εταιρεία που όχι μόνο διαθέτει πρόσβαση σε τεράστια αποθέματα, αλλά απολαμβάνει και μια πρωτοφανή σχέση με την Ουάσιγκτον.

Το σχέδιο για ένα «mini-PDVSA»

Την ίδια ώρα, σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει ένα μοντέλο τύπου «mini-PDVSA». Στο πλαίσιο αυτό, ορισμένα από τα 17 πετρελαϊκά κοιτάσματα που βρίσκονται σήμερα υπό τον έλεγχο της NABEP θα μπορούσαν να ανοίξουν με ταχύτητα σε διεθνείς ενεργειακούς ομίλους.

Ένα τέτοιο μοντέλο θα επέτρεπε στην Ουάσιγκτον να αξιοποιήσει την τεχνογνωσία και τα κεφάλαια μεγάλων εταιρειών, χωρίς να χρειάζεται να αναλάβει εξ ολοκλήρου το βάρος της αποκατάστασης της πετρελαϊκής βιομηχανίας της Βενεζουέλας.

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν το σχέδιο μπορεί να κινηθεί αρκετά γρήγορα ώστε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της αμερικανικής κυβέρνησης. Οι επενδύσεις στον πετρελαϊκό κλάδο της Βενεζουέλας προχωρούν μέχρι στιγμής με βραδύτερους ρυθμούς από εκείνους που αναμένονταν και η αποκατάσταση της παραγωγικής βάσης της χώρας παραμένει ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα.

Γι’ αυτό και τα βλέμματα στρέφονται ξανά στον Αλεσάντρο Μπετανκούρ.

Ο άνθρωπος που κάποτε αποτελούσε, για τους επικριτές του, σύμβολο του «Bolichico» —της γενιάς των επιχειρηματιών που πλούτισαν μέσα από τις σχέσεις τους με το κράτος της Βενεζουέλας— καλείται τώρα να αποδείξει ότι μπορεί να παίξει έναν πολύ διαφορετικό ρόλο.

Από τις αμφιλεγόμενες συμβάσεις ηλεκτροπαραγωγής και τις δικαστικές περιπέτειες στην Ευρώπη, μέχρι την επιστροφή στην κορυφή της πετρελαϊκής βιομηχανίας και τη συμφωνία με την Ουάσιγκτον, η διαδρομή του Μπετανκούρ μοιάζει να συμπυκνώνει τις τεράστιες ανατροπές που συντελούνται στη Βενεζουέλα.

Το αν θα γίνει πράγματι ο «αντιβασιλέας» του πετρελαίου στο Δυτικό Ημισφαίριο δεν θα κριθεί, τελικά, από το μέγεθος των αποθεμάτων που απέκτησε πρόσβαση να διαχειριστεί. Θα κριθεί από το αν θα μπορέσει να μετατρέψει αυτά τα αποθέματα σε παραγωγή, επενδύσεις και —κυρίως— σε μια συμφωνία που θα αντέξει στον χρόνο και στις πολιτικές ανατροπές της Βενεζουέλας.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button