STORIESTOP ΝΕΑ

Παύλος Μπακογιάννης: Η πολιτική δολοφονία που σημάδεψε τη Μεταπολίτευση- Πέρασαν 37 χρόνια από την εν ψυχρώ δολοφονία του από τη «17 Νοέμβρη» στο Κολωνάκι

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Ήταν το πρωί της 26ης Σεπτεμβρίου 1989. Ο Παύλος Μπακογιάννης έφτανε, όπως κάθε μέρα, στο γραφείο του, στην οδό Ομήρου 35, στο Κολωνάκι. Δεν θα προλάβαινε, όμως, να περάσει την πόρτα της πολυκατοικίας.

Παύλος Μπακογιάννης: Η πολιτική δολοφονία που σημάδεψε τη Μεταπολίτευση- Πέρασαν 37 χρόνια από την εν ψυχρώ δολοφονία του από τη «17 Νοέμβρη» στο Κολωνάκι

Στην είσοδο τον περίμεναν οι εκτελεστές της «17 Νοέμβρη». Ο βουλευτής Ευρυτανίας της Νέας Δημοκρατίας και δημοσιογράφος δέχθηκε, σχεδόν εξ επαφής και πισώπλατα, πέντε πυροβολισμούς από δύο διαφορετικά 45άρια. Η επίθεση ήταν αιφνιδιαστική και θανατηφόρα.

Ο Μπακογιάννης μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό». Οι γιατροί έδωσαν μάχη για να τον κρατήσουν στη ζωή, όμως λίγη ώρα αργότερα άφησε την τελευταία του πνοή. Ήταν μόλις 54 ετών.

Τριάντα επτά χρόνια αργότερα, η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτικές δολοφονίες της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Ένα χτύπημα που δεν συγκλόνισε μόνο την πολιτική ζωή της χώρας, αλλά άφησε βαθύ αποτύπωμα στη δημόσια ζωή και στην οικογένεια του ανθρώπου που βρέθηκε στο στόχαστρο της «17 Νοέμβρη».

Ποιος ήταν ο Παύλος Μπακογιάννης

Ο Παύλος Μπακογιάννης γεννήθηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1935 στα Βελωτά Ευρυτανίας. Από νωρίς ακολούθησε μια διαδρομή που θα τον οδηγούσε από την επιστήμη και τη δημοσιογραφία στην πολιτική.

Σπούδασε Πολιτικές και Κοινωνικές Επιστήμες στην Ελλάδα και συνέχισε τις σπουδές του στη Γερμανία, όπου απέκτησε διδακτορικό στις Κοινωνικές Επιστήμες.

Εκεί, μακριά από την Ελλάδα της δικτατορίας, ανέπτυξε έντονη αντιδικτατορική δράση. Κατά τη διάρκεια της επταετίας ανέλαβε τη διεύθυνση του ελληνόφωνου προγράμματος της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας στο Μόναχο. Μέσα από τα μικρόφωνα του σταθμού μετέδιδε ειδήσεις και σχόλια κατά του καθεστώτος, δίνοντας φωνή στην αντίσταση απέναντι στη δικτατορία.

Η φωνή του έγινε γνωστή στους Έλληνες τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό. Για πολλούς, οι εκπομπές του αποτελούσαν έναν από τους λίγους τρόπους ενημέρωσης που δεν περνούσαν από το φίλτρο της λογοκρισίας του καθεστώτος.

Μετά την αποκατάσταση της Δημοκρατίας επέστρεψε στην Ελλάδα και συνέχισε τη δημοσιογραφική του πορεία. Συνεργάστηκε με το «Βήμα», ενώ ανέλαβε και τη διεύθυνση του περιοδικού «Ένα».

Η δημοσιογραφία, ωστόσο, δεν θα αποτελούσε τον τελευταίο σταθμό της διαδρομής του. Σταδιακά πέρασε στην ενεργό πολιτική και διετέλεσε πολιτικός σύμβουλος του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη.

Το 1989 εξελέγη βουλευτής Ευρυτανίας με τη Νέα Δημοκρατία. Η κοινοβουλευτική του παρουσία, όμως, έμελλε να είναι εξαιρετικά σύντομη. Λίγους μόλις μήνες μετά την εκλογή του, η ζωή του θα κοβόταν βίαια.

Η Βουλή των Ελλήνων καταγράφει τον θάνατό του στις 26 Σεπτεμβρίου 1989 και την αντικατάστασή του στην έδρα της Ευρυτανίας.

Η πολιτική της συμφιλίωσης

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της πολιτικής σκέψης του Παύλου Μπακογιάννη ήταν η πεποίθησή του ότι η Ελλάδα έπρεπε να αφήσει πίσω της τα βαθιά πολιτικά και κοινωνικά ρήγματα που είχαν σημαδέψει τη σύγχρονη ιστορία της.

Η εθνική συμφιλίωση δεν ήταν για εκείνον απλώς μια πολιτική διακήρυξη. Αποτελούσε έναν από τους βασικούς στόχους της πολιτικής του δράσης.

Advertisement

Ο Μπακογιάννης εργάστηκε για την προσέγγιση πολιτικών δυνάμεων που επί δεκαετίες βρίσκονταν σε αντίπαλα στρατόπεδα. Σε μια Ελλάδα όπου οι μνήμες του Εμφυλίου και της πολιτικής πόλωσης παρέμεναν ακόμη ζωντανές, υποστήριζε την ανάγκη να δημιουργηθούν γέφυρες ανάμεσα σε ανθρώπους και παρατάξεις που είχαν μάθει να βλέπουν ο ένας τον άλλον ως αντίπαλο.

Το 1989 συμμετείχε ενεργά στην προσπάθεια συγκρότησης κυβέρνησης συνεργασίας μεταξύ της Νέας Δημοκρατίας και του Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου. Ήταν μια περίοδος έντονης πολιτικής ρευστότητας, κατά την οποία οι παραδοσιακές διαχωριστικές γραμμές δοκιμάζονταν στην πράξη.

Για τον ίδιο, η υπέρβαση αυτών των γραμμών και η επούλωση των τραυμάτων που είχαν αφήσει πίσω τους ο Εμφύλιος και οι πολιτικές συγκρούσεις αποτελούσαν βασικό πολιτικό στόχο.

Και ήταν ακριβώς αυτή η πλευρά της πολιτικής του διαδρομής που, χρόνια αργότερα, θα ερχόταν ξανά στην επιφάνεια μέσα από μια συγκλονιστική αφήγηση της Ντόρας Μπακογιάννη.

Το χρονικό της δολοφονίας

Η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη σημειώθηκε σε μια από τις πιο φορτισμένες πολιτικές περιόδους της μεταπολιτευτικής Ελλάδας.

Η χώρα βρισκόταν στη δίνη του σκανδάλου Κοσκωτά και της λεγόμενης «κάθαρσης». Το πολιτικό σκηνικό ήταν εξαιρετικά τεταμένο, ενώ βρισκόταν σε εξέλιξη η διαδικασία παραπομπής πολιτικών προσώπων στο Ειδικό Δικαστήριο.

Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Μπακογιάννης είχε μόλις εκλεγεί βουλευτής Ευρυτανίας με τη Νέα Δημοκρατία. Παράλληλα, είχε διαδραματίσει ενεργό ρόλο στις προσπάθειες για τη συνεργασία διαφορετικών πολιτικών δυνάμεων, συμμετέχοντας στις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στην κυβέρνηση Τζαννετάκη.

Το πρωινό της 26ης Σεπτεμβρίου, όμως, η πολιτική του διαδρομή θα σταματούσε απότομα.

Ο Παύλος Μπακογιάννης έφτασε στην πολυκατοικία της οδού Ομήρου. Εκεί, στην είσοδο του κτιρίου, τον περίμεναν οι δράστες.

Οι πυροβολισμοί έπεσαν σχεδόν εξ επαφής.

Πέντε σφαίρες από δύο διαφορετικά 45άρια έκοψαν το νήμα της ζωής του. Ο βουλευτής μεταφέρθηκε στον «Ευαγγελισμό», όμως οι γιατροί δεν κατάφεραν να τον κρατήσουν στη ζωή.

Η είδηση της δολοφονίας εξαπλώθηκε γρήγορα και προκάλεσε σοκ. Δεν ήταν μόνο ο πολιτικός κόσμος που πάγωσε. Η δολοφονία συγκλόνισε την ελληνική κοινωνία, καθώς ο πολιτικός ανταγωνισμός είχε πλέον μετατραπεί σε μια ακόμη πιο σκοτεινή πραγματικότητα.

Λίγες ώρες αργότερα, στη Βουλή, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης μίλησε εμφανώς συγκλονισμένος. Η ομιλία του διακόπηκε αρκετές φορές από τη συγκίνησή του, ενώ χειροκροτήθηκε από βουλευτές διαφορετικών πολιτικών παρατάξεων.

«Να προστατέψουμε τη Δημοκρατία και τους Θεσμούς της», είπε, εκφράζοντας την ευχή του «να είναι το αίμα του Παύλου Μπακογιάννη το τελευταίο αίμα που χύνεται άδικα σε αυτό τον τόπο».

Η «17 Νοέμβρη» ανέλαβε την ευθύνη

Η «17 Νοέμβρη» ανέλαβε την ευθύνη για τη δολοφονία με προκήρυξη που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1989.

Στο κείμενό της, η τρομοκρατική οργάνωση επιχειρούσε να παρουσιάσει τη δική της εκδοχή για τους λόγους της δολοφονίας και απέδιδε στον Μπακογιάννη ευθύνες για την υπόθεση Κοσκωτά.

Η 17Ν έγραψε στην προκήρυξη της «Αποφασίσαμε λοιπόν να εκτελέσουμε τον απατεώνα και ληστή του λαού Μπακογιάννη. Ο κύριος αυτός είναι υπεύθυνος όχι μόνο γιατί έκλεψε τα πρώτα 60 εκατομμύρια του ιδρυτικού κεφαλαίου της Γραμμής, αλλά και για τις εκατοντάδες εκατομμύρια που είτε έκλεψε μαζί με τον συνεργάτη του Κοσκωτά για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της Γραμμής, αλλά και για την αγορά μέσω της Γραμμής της Τράπεζας Κρήτης».

Η δολοφονία άλλαξε άμεσα την πολιτική επικαιρότητα. Η συζήτηση για την παραπομπή των πολιτικών που κατηγορούνταν για συμμετοχή στο σκάνδαλο Κοσκωτά βρέθηκε πλέον στη σκιά μιας πολιτικής δολοφονίας.

Παύλος Μπακογιάννης: Η πολιτική δολοφονία που σημάδεψε τη Μεταπολίτευση- Πέρασαν 37 χρόνια από την εν ψυχρώ δολοφονία του από τη «17 Νοέμβρη» στο Κολωνάκι

Την ίδια ημέρα, μάλιστα, συνέπεσε η έγκριση από την Ευρωπαϊκή Ένωση της χρηματοδότησης του προγράμματος για την Ευρυτανία, το οποίο είχε καταρτίσει ο ίδιος ο Μπακογιάννης.

Η υπόθεση δεν θα έμενε, ωστόσο, για πάντα στο σκοτάδι.

Χρόνια αργότερα, η δολοφονία έφτασε στις δικαστικές αίθουσες, στο πλαίσιο της δίκης της «17 Νοέμβρη». Το 2003, για τη δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη ο Αλέξανδρος Γιωτόπουλος, ο Δημήτρης Κουφοντίνας και ο Ηρακλής Κωστάρης, ενώ ο Σάββας Ξηρός και ο Βασίλης Τζωρτζάτος καταδικάστηκαν σε πολυετείς ποινές.

«Το χειρότερο πράγμα που πέρασα στη ζωή μου»

Η δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη δεν αποτέλεσε μόνο ένα δραματικό γεγονός στην πολιτική ιστορία της χώρας. Για την οικογένειά του σήμανε μια τομή που χώρισε τη ζωή σε «πριν» και «μετά».

Η Ντόρα Μπακογιάννη έχει περιγράψει πολλές φορές το βάρος εκείνων των ημερών και τα χρόνια που ακολούθησαν. Μια από τις πιο συγκλονιστικές αναφορές της έγινε τον Μάρτιο του 2024, όταν μίλησε στον Νίκο Χατζηνικολάου και την εκπομπή «Ενώπιος Ενωπίω».

Μιλώντας για τον σύζυγό της και για όσα ακολούθησαν τη δολοφονία, περιέγραψε μια περίοδο βαθιάς προσωπικής δοκιμασίας.

«Για μένα η δολοφονία του Παύλου ήταν το χειρότερο πράγμα που πέρασα στη ζωή μου», είπε, περιγράφοντας τα χρόνια μετά τη δολοφονία ως «πάρα πολύ δύσκολα».

Τότε, τα δύο παιδιά τους, η Αλεξία και ο Κώστας, ήταν μόλις 13 και 11 ετών.

Η ίδια έχει περιγράψει πως, μέσα σε εκείνη τη συνθήκη, τα παιδιά της έγιναν κατά κάποιον τρόπο το στήριγμά της. Όπως εξομολογήθηκε, θεωρεί ότι εκείνη την περίοδο ήταν εκείνα που τη στήριξαν, καθώς η ίδια δεν ήταν σε θέση να τα στηρίξει όπως θα ήθελε.

Η απώλεια του Παύλου δεν ήταν, επομένως, μόνο μια δημόσια τραγωδία. Ήταν και μια οικογενειακή απώλεια που συνέχισε να υπάρχει στην καθημερινότητα, στις αναμνήσεις και στις ζωές των ανθρώπων που έμειναν πίσω.

Τι της είπε ο Κουφοντίνας

Στην ίδια συνέντευξη, η Ντόρα Μπακογιάννη αναφέρθηκε και στη δίκη της «17 Νοέμβρη», αλλά και σε μια συνομιλία που, όπως είπε, είχε με τον Δημήτρη Κουφοντίνα.

Όπως περιέγραψε, τον ρώτησε για τη δολοφονία του Παύλου. Η απάντηση που αποδίδει στον Κουφοντίνα ήταν:

«Ας μην είχε κάνει την εθνική συμφιλίωση».

Η ίδια συνέδεσε την απάντηση αυτή με τη συναινετική πολιτική στάση του Παύλου και τη δράση του υπέρ της εθνικής συμφιλίωσης.

Η συγκεκριμένη αναφορά αποκτά ιδιαίτερο βάρος όταν τοποθετείται δίπλα στην πολιτική διαδρομή του Μπακογιάννη. Η προσπάθειά του να δημιουργήσει γέφυρες ανάμεσα σε πολιτικές δυνάμεις που για δεκαετίες είχαν βρεθεί σε αντίπαλα στρατόπεδα αποτελούσε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της δημόσιας παρουσίας του.

Η Ντόρα Μπακογιάννη έχει μιλήσει και για το ζήτημα της συγχώρεσης, αποτυπώνοντας με λίγες λέξεις το βάθος της προσωπικής πληγής.

«Οι παπάδες συγχωρούν, ο Θεός συγχωρεί, εγώ όχι», είχε πει.

Και συμπλήρωσε:

«Υπάρχουν κάποιες πληγές που μένουν πάντα ανοιχτές».

Η μνήμη που έμεινε

Ο Παύλος Μπακογιάννης κηδεύτηκε στις 29 Σεπτεμβρίου 1989 στο Καρπενήσι, παρουσία πλήθους κόσμου. Η σορός του επέστρεψε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, εκεί όπου είχε γεννηθεί και την οποία εκπροσωπούσε πλέον στη Βουλή.

Η δολοφονία του έμεινε χαραγμένη στην πολιτική ζωή της Μεταπολίτευσης ως μία από τις πιο βαριές στιγμές της περιόδου και ως ένα από τα χαρακτηριστικά χτυπήματα της «17 Νοέμβρη».

Ο Παύλος Μπακογιάννης είχε προλάβει να διανύσει μια μακρά και πολυσχιδή διαδρομή: από τη δημοσιογραφία και τον αντιδικτατορικό αγώνα μέχρι την πολιτική, από τα μικρόφωνα της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας έως τα έδρανα της Βουλής.

Πάνω απ’ όλα, όμως, είχε συνδέσει το όνομά του με την ιδέα της πολιτικής συνεννόησης και της εθνικής συμφιλίωσης, σε μια εποχή κατά την οποία οι παλιές διαχωριστικές γραμμές εξακολουθούσαν να αφήνουν το αποτύπωμά τους στην ελληνική κοινωνία.

Τριάντα πέντε χρόνια μετά τη δολοφονία του, το 2024, η Βουλή των Ελλήνων τίμησε τη μνήμη του δίνοντας το όνομα «Παύλος Μπακογιάννης» στην αίθουσα 168 του Κοινοβουλίου.

Ήταν ένας συμβολικός τρόπος να παραμείνει το όνομά του μέσα στο κτίριο όπου είχε προλάβει να υπηρετήσει για λίγους μόνο μήνες.

Η ζωή του κόπηκε βίαια το πρωινό της 26ης Σεπτεμβρίου 1989. Η μνήμη του, όμως, παρέμεινε συνδεδεμένη όχι μόνο με τη δολοφονία του, αλλά και με τη διαδρομή ενός ανθρώπου που είχε επιλέξει, μέσα σε μια βαθιά διχασμένη πολιτική εποχή, να μιλήσει για συμφιλίωση.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button