ΔΗΜΟΦΙΛΗΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Τι θα φέρει και τι θα ζητήσει ο Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα ενώ η τουρκική προκλητικότητα ξεπερνάει κάθε προηγούμενο-Γιατί η Ουάσιγκτον κρατά…αποστάσεις από το ευρωπαϊκό καλώδιο και ζητά από την Αθήνα σχέδιο διαχείρισης κρίσεων

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Σε ένα γεωπολιτικό σκηνικό που θυμίζει όλο και περισσότερο κινούμενη άμμο καταφθάνει στην Αθήνα ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών, Μάρκο Ρούμπιο, για την έκτη συνεδρίαση του Στρατηγικού Διαλόγου Ελλάδας–ΗΠΑ.

Τι θα φέρει και τι θα ζητήσει ο Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα ενώ η τουρκική προκλητικότητα ξεπερνάει κάθε προηγούμενο-Γιατί η Ουάσιγκτον κρατά…αποστάσεις από το ευρωπαϊκό καλώδιο και ζητά από την Αθήνα σχέδιο διαχείρισης κρίσεων

Η επίσκεψη πραγματοποιείται σε μια στιγμή κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις δοκιμάζονται εκ νέου, με την Ανατολική Μεσόγειο να βρίσκεται για ακόμη μία φορά στο επίκεντρο ενεργειακών και γεωπολιτικών ανταγωνισμών.

Όσοι στο κυβερνητικό στρατόπεδο προσδοκούν ότι ο επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματίας θα εμφανιστεί ως από μηχανής θεός για να βάλει φρένο στην Άγκυρα και ταυτόχρονα να ξεκλειδώσει τον γρίφο του Great Sea Interconnector (GSI), μάλλον διαβάζουν την αμερικανική στάση με περισσότερη αισιοδοξία απ’ όση δικαιολογούν τα δεδομένα.

Ο Ρούμπιο δεν έρχεται στην Αθήνα για να αναλάβει ρόλο διαιτητή στις ελληνοτουρκικές διαφορές. Το ζητούμενο για την αμερικανική πλευρά είναι πολιτικά πολύ βαρύτερο: να αποσαφηνίσει τις ελληνικές θέσεις, να ενισχύσει τη στρατηγική συνεργασία και, κυρίως, να διαπιστώσει πώς ακριβώς η Αθήνα σχεδιάζει να διαχειριστεί μια κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο, χωρίς αυτή να μετατραπεί σε πρόβλημα για τη συνοχή της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ.

Το τουρκικό μπαράζ, η νέα NAVTEX και το ενεργειακό τετελεσμένο

Η άφιξη του Αμερικανού αξιωματούχου συμπίπτει με μια νέα κλιμάκωση της τουρκικής δραστηριότητας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Άγκυρα κινείται σε περισσότερα από ένα μέτωπα, επιχειρώντας να δημιουργήσει ένα πλέγμα ενεργειακών και γεωπολιτικών τετελεσμένων.

Ανήμερα της επετείου της Ανεξαρτησίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, ο σταθμός της Αττάλειας εξέδωσε τη NAVTEX 0953/26, δεσμεύοντας θαλάσσια περιοχή από την 1η έως τις 25 Οκτωβρίου. Στην περιοχή επέστρεψε το ερευνητικό Oruc Reis, συνοδευόμενο από τα πλοία Denar Pathfinder, Denar Echo και Kirici, σε μια κίνηση που επαναφέρει στο προσκήνιο τις τουρκικές διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

Αυτή τη φορά, όμως, το αντικείμενο δεν είναι απλώς η επανάληψη ενός ακόμη κύκλου σεισμικών ερευνών. Οι εργασίες συνδέονται με την προετοιμασία ενεργειακών υποδομών που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη σύνδεση της Τουρκίας με τα κατεχόμενα, εντάσσοντας την κίνηση σε έναν ευρύτερο τουρκικό σχεδιασμό για την περιοχή.

Την ίδια στιγμή, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας φρόντισε να ανεβάσει ακόμη περισσότερο τον πήχη της αντιπαράθεσης γύρω από το ευρωπαϊκό έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου. Η Άγκυρα επανέλαβε ότι οποιαδήποτε δραστηριότητα σε θαλάσσιες περιοχές που η ίδια θεωρεί τμήμα της υφαλοκρηπίδας της θα πρέπει να έχει προηγουμένως συντονιστεί με την Τουρκία.

Επικαλούμενη τις δικές της θαλάσσιες οριοθετήσεις με τη Λιβύη και τις συμφωνίες με το ψευδοκράτος, η τουρκική πλευρά επιχειρεί να παρουσιάσει την ενημέρωση και τον συντονισμό με την Άγκυρα ως προϋπόθεση για την εξέλιξη των εργασιών.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται ο πυρήνας της νέας αντιπαράθεσης: η Ελλάδα και η Τουρκία δεν διαφωνούν απλώς για μια τεχνική διαδικασία. Συγκρούονται για το ποιος έχει δικαίωμα να καθορίζει τους όρους με τους οποίους μια διεθνής ενεργειακή υποδομή μπορεί να περάσει από μια θαλάσσια περιοχή την οποία η Άγκυρα αμφισβητεί και διεκδικεί.

Η ευρωπαϊκή παγίδα του GSI και τα αμερικανικά συμφέροντα

Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, Αθήνα και Παρίσι επιχειρούν να βρουν μια φόρμουλα που θα επιτρέψει την επανεκκίνηση των ερευνών για τον GSI, χωρίς να δοθεί στην Άγκυρα το δικαίωμα να παρουσιάσει την ελληνική ή γαλλική ενημέρωση ως αίτημα τουρκικής έγκρισης.

Εδώ αναδεικνύεται και το ευρύτερο παράδοξο της υπόθεσης. Ένα έργο που έχει αποκτήσει έντονα γεωπολιτικά χαρακτηριστικά βρίσκεται στα χέρια εταιρειών με ισχυρή επιχειρηματική παρουσία στην Τουρκία. Η Meridiam έχει πλέον την πλειοψηφική συμμετοχή στο GSI, ενώ η Nexans αποτελεί βασικό τεχνικό εταίρο του έργου.

Το γεγονός αυτό δημιουργεί ένα σύνθετο επιχειρηματικό και διπλωματικό περιβάλλον. Οι εταιρείες που καλούνται να υλοποιήσουν ένα έργο με σαφές γεωπολιτικό αποτύπωμα δραστηριοποιούνται ταυτόχρονα σε μια χώρα που αντιτίθεται στην υλοποίησή του με τους όρους που θέτουν Αθήνα και Λευκωσία.

Από την άλλη πλευρά, η Ουάσιγκτον κινείται με τον δικό της, αυστηρά στρατηγικό υπολογισμό. Η αμερικανική διπλωματία ενδιαφέρεται πρωτίστως για την ενεργειακή ασφάλεια, τη διασυνδεσιμότητα, την περιφερειακή σταθερότητα και τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Ο GSI, ωστόσο, παραμένει ευρωπαϊκό έργο κοινού ενδιαφέροντος και δεν προκύπτει ότι οι ΗΠΑ προτίθενται να αναλάβουν μονομερώς το πολιτικό ή επιχειρησιακό κόστος μιας μετωπικής σύγκρουσης με την Τουρκία για την υλοποίησή του.

Advertisement

Το μήνυμα είναι επομένως σαφές, αλλά όχι κατ’ ανάγκην αυτό που θα ήθελε να ακούσει η Αθήνα: η Ουάσιγκτον μπορεί να στηρίζει τη στρατηγική σχέση με την Ελλάδα, δεν είναι όμως διατεθειμένη να μετατρέψει κάθε ελληνοτουρκική διαφορά σε αμερικανική υπόθεση.

Τι θα φέρει και τι θα ζητήσει ο Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα ενώ η τουρκική προκλητικότητα ξεπερνάει κάθε προηγούμενο-Γιατί η Ουάσιγκτον κρατά…αποστάσεις από το ευρωπαϊκό καλώδιο και ζητά από την Αθήνα σχέδιο διαχείρισης κρίσεων

Το σκληρό ερώτημα της επόμενης ημέρας και η υπόθεση της Κάσου

Πίσω από τις κλειστές πόρτες, τις εθιμοτυπικές δηλώσεις και τα χαμόγελα των φωτογραφικών στιγμιοτύπων, το πραγματικό ερώτημα που συνοδεύει την επίσκεψη Ρούμπιο είναι πολύ πιο δύσκολο.

Τι θα συμβεί εάν η Τουρκία περάσει από τις προειδοποιήσεις στην πράξη και ένα πολεμικό της σκάφος εμφανιστεί απέναντι στα ερευνητικά πλοία στην Ανατολική Μεσόγειο;

Η Αθήνα τι ακριβώς σκοπεύει να κάνει;

Αυτό είναι το σημείο στο οποίο η διπλωματία συναντά την επιχειρησιακή πραγματικότητα. Όταν η κρίση ξεσπάσει στο πεδίο, στη γέφυρα των πλοίων δεν θα βρίσκονται οι γραφειοκράτες της Κομισιόν, ούτε οι ναύαρχοι του αμερικανικού στόλου, αλλά αποκλειστικά το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό.

Και εδώ επιστρέφει στο προσκήνιο η Κάσος.

Η πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση του βουλευτή της ΝΔ και καθηγητή Διεθνούς Δικαίου, Άγγελου Συρίγου, για τα γεγονότα του 2024 επανέφερε με ιδιαίτερη ένταση το ζήτημα της ελληνικής αντίδρασης στις τουρκικές παρεμβάσεις.

Ο Συρίγος αναφέρθηκε σε δύο περιστατικά κατά τα οποία, όπως υποστήριξε, η Ελλάδα υποχώρησε απέναντι στην τουρκική πίεση. Όπως είπε χαρακτηριστικά: «Και στις δύο περιπτώσεις υποχωρήσαμε. Δεν συνεχίσαμε τις έρευνες στον βυθό της θάλασσας.»

Η συγκεκριμένη αποστροφή αποκτά ιδιαίτερο βάρος επειδή προέρχεται από κυβερνητικό βουλευτή και καθηγητή Διεθνούς Δικαίου και έρχεται σε μια χρονική στιγμή κατά την οποία η Αθήνα επιχειρεί να επανεκκινήσει τις έρευνες για τον GSI.

Το ζήτημα, επομένως, δεν είναι μόνο τι λέει σήμερα η Αθήνα για το δικαίωμά της να προχωρήσει στις έρευνες. Είναι τι θα πράξει όταν η τουρκική αντίδραση περάσει από τις NAVTEX και τις δηλώσεις στην έμπρακτη παρεμπόδιση.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται και η ουσία του μηνύματος που μεταφέρει η επίσκεψη Ρούμπιο.

Οι ΗΠΑ έχουν κάθε λόγο να επιδιώκουν τη σταθερότητα στη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Ταυτόχρονα, όμως, η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να αγνοήσει ότι η Αθήνα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια Τουρκία που επιχειρεί να διευρύνει στην πράξη το πεδίο των διεκδικήσεών της στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αμερικανική πλευρά θέλει να γνωρίζει ότι η Ελλάδα διαθέτει σχέδιο για το ενδεχόμενο μιας κρίσης. Όχι μόνο διπλωματικό σχέδιο, αλλά και επιχειρησιακό. Τι θα γίνει εάν ένα ερευνητικό πλοίο λάβει εντολή να αποχωρήσει; Τι θα γίνει εάν εμφανιστούν τουρκικά πολεμικά; Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα της Αθήνας και ποιο το όριο πέρα από το οποίο η κρίση θα αποκτήσει ανεξέλεγκτη δυναμική;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που δεν απαντώνται μπροστά στις κάμερες.

Και είναι ακριβώς αυτά που καθορίζουν την έκβαση μιας κρίσης στη θάλασσα.

Ο Ρούμπιο και η δύσκολη εξίσωση της Αθήνας

Ο Μάρκο Ρούμπιο, επομένως, δεν έρχεται στην Αθήνα για να λύσει την ελληνοτουρκική διαφορά. Έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η Ουάσιγκτον θέλει να διασφαλίσει ότι η Ελλάδα παραμένει αξιόπιστος σύμμαχος, ότι η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ δεν θα αποσταθεροποιηθεί και ότι οι ενεργειακές ισορροπίες στην περιοχή δεν θα εξελιχθούν σε νέα πηγή στρατιωτικής έντασης.

Το πραγματικό τεστ, επομένως, δεν είναι τι θα ειπωθεί μπροστά στις κάμερες κατά την επίσκεψη Ρούμπιο.

Είναι τι θα συμβεί την επόμενη φορά που ένα ερευνητικό πλοίο θα κινηθεί στην Ανατολική Μεσόγειο και απέναντί του εμφανιστεί ένα τουρκικό πολεμικό.

Εκεί θα φανεί εάν η Κάσος του 2024 αποτελεί ένα παρελθόν που η Αθήνα έχει αφήσει πίσω της ή ένα προηγούμενο που εξακολουθεί να βαραίνει πάνω από τον ελληνικό σχεδιασμό.

Γιατί, τελικά, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η Ουάσιγκτον θα σταθεί δίπλα στην Αθήνα όταν ξεσπάσει η κρίση.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν η Αθήνα έχει ήδη αποφασίσει τι θα κάνει όταν η κρίση φτάσει στην πόρτα της.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button