TOP ΝΕΑ

Ο πρωθυπουργός της Σλοβακίας έριξε τη «βόμβα»: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση σύντομα θα έχει ρωσικό πετρέλαιο μέσω των ΗΠΑ!»-Ο Ντόναλντ Τραμπ κάνει «χρυσές δουλειές» με τον Πούτιν, την ίδια στιγμή που οι Ευρωπαίοι επιμένουν στις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας

Άγνωστο που θα μας οδηγήσουν οι αλλοπρόσαλλες πολιτικές των Βρυξελλών

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Μια δήλωση με σαφείς πολιτικές  και οικονομικές προεκτάσεις έκανε ο πρωθυπουργός της Σλοβακίας, Ρόμπερτ Φίτσο, στον απόηχο της συμφωνίας ΗΠΑ–Ρωσίας για το ντίζελ, βάζοντας στο επίκεντρο τις αντιφάσεις που χαρακτηρίζουν την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική.

Ο πρωθυπουργός της Σλοβακίας έριξε τη «βόμβα»: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση σύντομα θα έχει ρωσικό πετρέλαιο μέσω των ΗΠΑ!»-Ο Ντόναλντ Τραμπ κάνει «χρυσές δουλειές» με τον Πούτιν, την ίδια στιγμή που οι Ευρωπαίοι επιμένουν στις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας

Με λίγες λέξεις, ο Σλοβάκος πρωθυπουργός περιέγραψε ένα ενδεχόμενο που αναδεικνύει το παράδοξο των σημερινών ενεργειακών ισορροπιών: η Ευρώπη να εξακολουθεί να καταναλώνει ρωσικά καύσιμα, αλλά να τα προμηθεύεται μέσω αμερικανικών διαύλων.

«Σύντομα, θα γεμίζετε τα αυτοκίνητά σας στην Ευρωπαϊκή Ένωση με αμερικανικό ντίζελ, το οποίο στην πραγματικότητα θα προέρχεται από τη Ρωσία.»

Το μήνυμα είναι σαφές. Η ενεργειακή διαδρομή ενός καυσίμου μπορεί να αλλάξει, η εμπορική του ταυτότητα να αποκτήσει νέα ετικέτα και ο μεσάζων να αλλάξει, χωρίς να μεταβάλλεται κατ’ ανάγκην η αρχική του προέλευση.

Και κάπου εκεί αρχίζει το μεγάλο παιχνίδι, με τις ΗΠΑ να διεκδικούν ρόλο κεντρικού διαμεσολαβητή στην τροφοδοσία της Ευρώπης και να αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή στις ενεργειακές ροές, στις τιμές και στις υποδομές που θα τις εξυπηρετούν.

Το αμερικανικό «κλειδί» στην ενεργειακή τροφοδοσία της Ευρώπης

Ας το πούμε πιο απλά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να καλύψουν ένα σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών ενεργειακών αναγκών, προσφέροντας φυσικό αέριο σε υγροποιημένη μορφή (LNG), πετρέλαιο και άλλα καύσιμα. Ωστόσο, το κρίσιμο ζήτημα δεν αφορά μόνο το ποιος διαθέτει την ενέργεια, αλλά και το ποιος ελέγχει τις διαδρομές μέσω των οποίων αυτή φτάνει στον τελικό καταναλωτή.

Εάν η Ευρώπη εξαρτηθεί περισσότερο από δίκτυα, τερματικούς σταθμούς και εμπορικούς διαύλους που συνδέονται με την αμερικανική ενεργειακή στρατηγική, η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη διαπραγματευτική ισχύ. Το ενεργειακό παιχνίδι, άλλωστε, δεν κρίνεται αποκλειστικά στις πηγές παραγωγής, αλλά και στις υποδομές μεταφοράς, στην πρόσβαση στις αγορές και στους όρους με τους οποίους διαμορφώνεται η τελική τιμή.

Και, φυσικά, κάθε επιπλέον κρίκος στην αλυσίδα εφοδιασμού ενδέχεται να έχει το δικό του κόστος. Όταν ένα καύσιμο περνά από περισσότερους εμπορικούς μεσάζοντες και ακολουθεί διαφορετικές διαδρομές μέχρι να φτάσει στον προορισμό του, το ερώτημα για τον καταναλωτή παραμένει αμείλικτο: ποιος τελικά πληρώνει τον λογαριασμό;

Στην ίδια εξίσωση εντάσσεται και ο Κάθετος Διάδρομος φυσικού αερίου, το δίκτυο υποδομών που αναπτύσσεται στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης, με την Ελλάδα να διεκδικεί κομβικό ρόλο ως πύλη εισόδου και διαμετακόμισης LNG. Η σημασία του δεν περιορίζεται, επομένως, στην εξασφάλιση εναλλακτικών πηγών τροφοδοσίας, αλλά επεκτείνεται και στον έλεγχο των ενεργειακών διαδρομών που θα καθορίσουν τις ισορροπίες των επόμενων ετών.

Ο Φίτσο επικρίνει την ευρωπαϊκή στρατηγική

Ο πρωθυπουργός της Σλοβακίας σχολίασε τη συμφωνία μεταξύ Ουάσιγκτον και Μόσχας, επαινώντας τον Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Ντόναλντ Τραμπ για την προτεραιότητα που, κατά την άποψή του, δίνουν στην προστασία των εθνικών τους συμφερόντων.

Σύμφωνα με τον Φίτσο, η συνεννόηση των δύο πλευρών γύρω από το ζήτημα του ντίζελ αναδεικνύει την αδυναμία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να διαχειριστεί με αποτελεσματικότητα τις ενεργειακές και γεωπολιτικές προκλήσεις. Η κριτική του εστιάζει στο γεγονός ότι, ενώ η ΕΕ έχει υιοθετήσει περιορισμούς στις εισαγωγές ρωσικών ενεργειακών προϊόντων και έχει χαράξει πορεία απεξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια, οι διεθνείς εμπορικές σχέσεις εξακολουθούν να δημιουργούν περιθώρια για έμμεσες διαδρομές προμήθειας.

Στο επίκεντρο της συζήτησης βρίσκεται και το ευρωπαϊκό χρονοδιάγραμμα για την κατάργηση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου. Η προβλεπόμενη απαγόρευση και οι επιμέρους μεταβατικές ρυθμίσεις έχουν αναζωπυρώσει τη διαμάχη για το κατά πόσο η ενεργειακή απεξάρτηση θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη ασφάλεια εφοδιασμού ή σε νέες, ενδεχομένως ακριβότερες, εξαρτήσεις.

Το παράδοξο που περιγράφει ο Σλοβάκος πρωθυπουργός συνοψίζεται σε μια απλή εικόνα: η Ευρώπη μπορεί να απομακρύνεται από την απευθείας αγορά ρωσικών καυσίμων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ρωσική ενέργεια εξαφανίζεται αυτομάτως από τις διεθνείς αγορές. Αντιθέτως, μπορεί να συνεχίσει να κυκλοφορεί μέσα από διαφορετικές εμπορικές διαδρομές, με άλλους προμηθευτές και νέους όρους τιμολόγησης.

Με άλλα λόγια, το ερώτημα δεν είναι μόνο αν το καύσιμο είναι ρωσικό ή αμερικανικό, αλλά ποιος το αγοράζει, ποιος το μεταπωλεί, ποιος ελέγχει τη διαδρομή του και ποιος αποκομίζει το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος.

Advertisement

Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ο Φίτσο υποστήριξε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα υποστούν τις συνέπειες των απερίσκεπτων, όπως τις χαρακτήρισε, επιλογών των ηγεσιών τους.

Παράλληλα, επέμεινε ότι οι πρόσφατες εξελίξεις δικαιώνουν, κατά την άποψή του, την εξωτερική πολιτική της Μπρατισλάβας, η οποία επιδιώκει να διατηρεί ανοιχτούς διαύλους επικοινωνίας και συνεργασίας προς «όλες τις τέσσερις γωνίες του κόσμου».

Η Ευρώπη μπροστά στις συνέπειες των ενεργειακών επιλογών της

Η εικόνα που διαμορφώνεται προκαλεί εύλογα ερωτήματα για το πραγματικό κόστος της ευρωπαϊκής ενεργειακής στρατηγικής. Η ΕΕ επέβαλε χιλιάδες κυρώσεις στη Ρωσία, περιόρισε τις ενεργειακές της συναλλαγές με τη Μόσχα και επιτάχυνε την αναζήτηση εναλλακτικών προμηθευτών, επιδιώκοντας να περιορίσει την εξάρτησή της από τη ρωσική ενέργεια.

Η μετάβαση, όμως, δεν ήταν ανέξοδη. Η αναδιάταξη των ενεργειακών ροών, η αυξημένη προσφυγή στις διεθνείς αγορές LNG και η ανάγκη εξασφάλισης νέων υποδομών επιβάρυναν το ενεργειακό περιβάλλον της Ευρώπης, με τις συνέπειες να γίνονται αισθητές τόσο στη βιομηχανία όσο και στα νοικοκυριά.

Και τώρα ανακύπτει ένα ακόμη ερώτημα: τι θα συμβεί εάν οι ΗΠΑ, οι οποίες αναδείχθηκαν σε σημαντικό προμηθευτή ενέργειας για την Ευρώπη, επιδιώξουν παράλληλα να αξιοποιήσουν εμπορικά ρωσικά ενεργειακά προϊόντα, εφόσον αυτό εξυπηρετεί τα δικά τους συμφέροντα;

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι εμπορικές ροές θα μπορούσαν να αναδιαμορφωθούν, με τις ΗΠΑ να διαδραματίζουν τον ρόλο του ενδιάμεσου προμηθευτή και τη Ρωσία να διατηρεί πρόσβαση σε αγορές μέσω διαφορετικών διαύλων. Η έκταση και η πρακτική εφαρμογή ενός τέτοιου σεναρίου, βέβαια, θα εξαρτηθούν από τις ισχύουσες κυρώσεις, τις συμφωνίες μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών και τους πραγματικούς όρους των ενεργειακών συναλλαγών.

Το πολιτικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: εάν η ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης εξαρτάται ολοένα περισσότερο από νέους προμηθευτές και νέες διαδρομές, πόσο έχει πραγματικά περιοριστεί η εξάρτησή της και πόσο απλώς έχει αλλάξει μορφή;

Ο πρωθυπουργός της Σλοβακίας έριξε τη «βόμβα»: «Η Ευρωπαϊκή Ένωση σύντομα θα έχει ρωσικό πετρέλαιο μέσω των ΗΠΑ!»-Ο Ντόναλντ Τραμπ κάνει «χρυσές δουλειές» με τον Πούτιν, την ίδια στιγμή που οι Ευρωπαίοι επιμένουν στις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας

Η Ελλάδα, οι τιμές των καυσίμων και ο Κάθετος Διάδρομος

Για την Ελλάδα, η συζήτηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Η χώρα βρίσκεται σε κομβική γεωγραφική θέση και επιχειρεί να αναβαθμίσει τον ρόλο της στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής, αξιοποιώντας τις υποδομές LNG, τα δίκτυα φυσικού αερίου και τις διασυνδέσεις με τις γειτονικές αγορές.

Την ίδια στιγμή, οι τιμές των καυσίμων εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα πιο άμεσα και αισθητά βάρη για τους καταναλωτές. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται στο αρχικό δημοσίευμα, στις 8 Οκτωβρίου η σταθμισμένη μέση τιμή της αμόλυβδης βενζίνης στην Ελλάδα ανερχόταν στα 2,202 ευρώ ανά λίτρο, ενώ το ντίζελ κίνησης διαμορφωνόταν στα 2,135 ευρώ. Σε ορισμένα νησιά και πρατήρια, οι τιμές φέρονταν να ξεπερνούν τα 2,30 ευρώ και να αγγίζουν ακόμη και τα 2,50 ευρώ ανά λίτρο.

Οι τιμές αυτές, εφόσον επιβεβαιώνονται από τα αντίστοιχα επίσημα στοιχεία για τη συγκεκριμένη ημερομηνία, αποτυπώνουν την πίεση που δέχεται ο οικογενειακός προϋπολογισμός από το κόστος μετακίνησης. Για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, άλλωστε, η ενέργεια δεν αποτελεί μια αφηρημένη γεωπολιτική έννοια, αλλά μια καθημερινή δαπάνη που επηρεάζει τις μεταφορές, την παραγωγή, την εφοδιαστική αλυσίδα και τελικά τις τιμές των προϊόντων.

Στο πλαίσιο αυτό, η κυβερνητική ενεργειακή πολιτική βρίσκεται αναπόφευκτα στο επίκεντρο της κριτικής. Το αρχικό δημοσίευμα αποδίδει στην ελληνική κυβέρνηση σημαντική ευθύνη για την πλήρη ευθυγράμμισή της με την αντιρωσική πολιτική της Δύσης, υποστηρίζοντας ότι η επιλογή αυτή περιόρισε τα περιθώρια ελιγμών της χώρας.

Το ουσιαστικό ζήτημα, πάντως, είναι ευρύτερο: κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να αξιοποιήσει τη γεωγραφική θέση και τις υποδομές της, ώστε να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλειά της, να προσελκύσει επενδύσεις και να αποκομίσει οικονομικά οφέλη, χωρίς να μετατρέψει την εξάρτηση από έναν προμηθευτή σε εξάρτηση από έναν άλλο.

Το μεγάλο στοίχημα του LNG και οι προοπτικές του Κάθετου Διαδρόμου

Η επόμενη μεγάλη ανατροπή, σύμφωνα με τη συλλογιστική του δημοσιεύματος, ενδέχεται να αφορά όχι τόσο το πετρέλαιο όσο το φυσικό αέριο σε υγροποιημένη μορφή, το γνωστό LNG.

Ο Κάθετος Διάδρομος σχεδιάστηκε για να ενισχύσει τη δυνατότητα μεταφοράς φυσικού αερίου από τον νότο προς τον βορρά, συνδέοντας τις ελληνικές υποδομές με αγορές της Νοτιοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης. Η ανάπτυξή του συνδέεται με την προσπάθεια διαφοροποίησης των πηγών τροφοδοσίας και με την ενίσχυση της διασυνδεσιμότητας μεταξύ των κρατών της περιοχής.

Η στρατηγική του σημασία είναι σαφής: ένα εκτεταμένο δίκτυο υποδομών μπορεί να επιτρέψει τη μεταφορά αερίου από διαφορετικές πηγές, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα, τις εμπορικές συμφωνίες και τις τεχνικές δυνατότητες κάθε διαδρομής. Ωστόσο, η δυνατότητα μεταφοράς αερίου δεν ταυτίζεται αυτομάτως με τη δυνατότητα προμήθειας οποιασδήποτε προέλευσης. Οι συμβατικοί περιορισμοί, οι κυρώσεις, οι κανόνες της ΕΕ και οι τεχνικές προδιαγραφές εξακολουθούν να καθορίζουν τι μπορεί πράγματι να διοχετευθεί στο δίκτυο.

Το σενάριο που περιγράφεται στο άρθρο είναι ότι οι υποδομές αυτές θα μπορούσαν, υπό διαφορετικές γεωπολιτικές και εμπορικές συνθήκες, να αποκτήσουν ευρύτερο ρόλο στη μεταφορά φυσικού αερίου, ακόμη και εφόσον αλλάξουν οι εμπορικές διαδρομές μέσω των οποίων αυτό φτάνει στην Ευρώπη.

Εάν οι ΗΠΑ λειτουργήσουν ως αγοραστής, μεταπωλητής ή διαμεσολαβητής ενεργειακών φορτίων, θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη θέση τους στην ευρωπαϊκή αγορά. Το κατά πόσο, όμως, ένα τέτοιο μοντέλο θα περιλάμβανε ρωσικό LNG που θα μεταπωλείται μέσω αμερικανικών εταιρειών αποτελεί ζήτημα που απαιτεί συγκεκριμένα στοιχεία και δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο μόνο από την ύπαρξη των υποδομών.

Η ίδια λογική αφορά και το ενδεχόμενο μεταφοράς φυσικού αερίου μέσω του TurkStream, καθώς και τις συζητήσεις γύρω από μια πιθανή επαναλειτουργία των Nord Stream 1 και 2. Πρόκειται για ζητήματα που συνδέονται άμεσα με τις ευρύτερες σχέσεις Ρωσίας–ΗΠΑ, τις ευρωπαϊκές κυρώσεις, την κατάσταση των υποδομών και τις πολιτικές αποφάσεις που θα ληφθούν στο μέλλον.

Η ενεργειακή γεωγραφία της Ευρώπης, επομένως, δεν είναι στατική. Οι αγωγοί, οι τερματικοί σταθμοί LNG και οι διασυνδέσεις αποτελούν υποδομές με μακροπρόθεσμη σημασία, οι οποίες μπορούν να αποκτήσουν διαφορετικό εμπορικό και γεωπολιτικό βάρος καθώς αλλάζουν οι συμμαχίες, οι συμφωνίες και οι ανάγκες των αγορών.

Η ενέργεια ως εργαλείο ισχύος στον επόμενο γεωπολιτικό κύκλο

Η στρατηγική σημασία του Κάθετου Διαδρόμου δεν εξαντλείται στην τρέχουσα συγκυρία. Η δημιουργία ενός εναλλακτικού δικτύου μεταφοράς φυσικού αερίου μπορεί να εξυπηρετήσει διαφορετικές πηγές προμήθειας και να προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία σε περιόδους κρίσης. Ταυτόχρονα, όποιος ελέγχει κρίσιμες υποδομές, εμπορικές ροές και συμβάσεις αποκτά τη δυνατότητα να επηρεάζει τους όρους της αγοράς.

Αυτό είναι το κεντρικό διακύβευμα της νέας ενεργειακής πραγματικότητας. Το φυσικό αέριο που σήμερα χαρακτηρίζεται αμερικανικό μπορεί αύριο να προέρχεται από διαφορετικές πηγές, ενώ η εμπορική του διαδρομή μπορεί να αλλάξει ανάλογα με τις συνθήκες. Η προέλευση, η μεταπώληση και ο έλεγχος της διανομής είναι, ωστόσο, διαφορετικά ζητήματα και δεν πρέπει να συγχέονται.

Το κρίσιμο ερώτημα για την Ευρώπη είναι αν η διαφοροποίηση των πηγών θα μεταφραστεί σε ουσιαστική ενεργειακή αυτονομία ή αν θα οδηγήσει σε μια νέα μορφή εξάρτησης, με διαφορετικούς πρωταγωνιστές και διαφορετικούς όρους.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει ήδη μεταβάλει τις ενεργειακές ισορροπίες, επιταχύνοντας τη μετατόπιση των εμπορικών ροών και αναδεικνύοντας τον ρόλο της ενέργειας ως εργαλείου οικονομικής και γεωπολιτικής ισχύος. Η έκβαση της σύγκρουσης και οι μελλοντικές σχέσεις μεταξύ Μόσχας, Ουάσιγκτον και ευρωπαϊκών πρωτευουσών θα επηρεάσουν καθοριστικά τις επόμενες κινήσεις.

Το τέλος του πολέμου, εφόσον και όταν επέλθει, δεν θα σημαίνει κατ’ ανάγκην και το τέλος της αντιπαράθεσης. Αντιθέτως, θα μπορούσε να ανοίξει έναν νέο κύκλο ανταγωνισμού, αυτή τη φορά με επίκεντρο την ανασυγκρότηση των αγορών, τις ενεργειακές συμφωνίες και τον έλεγχο των διαδρομών που θα τροφοδοτούν την ευρωπαϊκή οικονομία.

Γιατί, τελικά, πίσω από τις διπλωματικές ανακοινώσεις, τις κυρώσεις και τις συμφωνίες κορυφής, η ενέργεια παραμένει ένας από τους καθοριστικούς παράγοντες ισχύος. Και κάθε αλλαγή στην προμήθεια, στη μεταφορά ή στην τιμολόγησή της μπορεί να ανατρέψει ισορροπίες που μέχρι πρότινος θεωρούνταν δεδομένες.

Το πετρέλαιο, λοιπόν, μπορεί να είναι μόνο η αρχή. Η μεγάλη δοκιμασία για την Ευρώπη ενδέχεται να βρίσκεται στο φυσικό αέριο και στο LNG, εκεί όπου οι υποδομές, οι εμπορικές συμφωνίες και οι γεωπολιτικές επιδιώξεις συναντώνται σε ένα σύνθετο παιχνίδι ισχύος.

Και σε αυτό το παιχνίδι, το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνο από πού θα έρχεται το αέριο, αλλά ποιος θα ελέγχει τη διαδρομή του, ποιος θα καθορίζει τους όρους της αγοράς και ποιος θα πληρώνει τελικά το κόστος.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button