Τρεις φορές έχει επιχειρήσει να κατακτήσει την προεδρία της Γαλλίας, τρεις φορές έχει βρεθεί αντιμέτωπη με την ήττα, ενώ η πολιτική της διαδρομή σημαδεύεται από σκληρές αντιπαραθέσεις, αμφισβητήσεις και δικαστικές περιπέτειες.
Γαλλία: Η Μαρίν Λεπέν έρχεται για να τα αλλάξει όλα- Τέλος στην οικονομική βοήθεια στον Ζελένσκι, ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας υπόσχεται σε συνέντευξη της στους Financial Times
Τίποτα, ωστόσο, δεν μοιάζει ικανό να ανακόψει τη φιλοδοξία της Μαρίν Λεπέν να περάσει το κατώφλι του Ελιζέ και να αναλάβει τα ηνία της χώρας.
Αντιθέτως, η 58χρονη επικεφαλής της γαλλικής ακροδεξιάς δείχνει πιο αποφασισμένη από ποτέ να διεκδικήσει την κορυφαία θέση της γαλλικής πολιτικής σκηνής. Οι δημοσκοπήσεις την εμφανίζουν να προηγείται ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2027, ενισχύοντας την πεποίθησή της ότι η πολυετής προσπάθειά της να μετατρέψει τον Εθνικό Συναγερμό σε κυρίαρχη πολιτική δύναμη μπορεί να οδηγήσει τελικά στην εξουσία.
Σε εκτενή συνέντευξή της στους Financial Times, η Λεπέν ξεδιπλώνει το όραμά της για μια Γαλλία που θα απομακρυνθεί από τις πολιτικές επιλογές των τελευταίων τεσσάρων δεκαετιών, θα επανακτήσει μεγαλύτερο έλεγχο των εθνικών της υποθέσεων και θα επανακαθορίσει τη θέση της μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, περιγράφει μια ριζικά διαφορετική προσέγγιση στην εξωτερική πολιτική, προαναγγέλλοντας, μεταξύ άλλων, τη διακοπή της οικονομικής βοήθειας προς την Ουκρανία μέσα στο πρώτο εξάμηνο της προεδρικής της θητείας, εφόσον εκλεγεί.
Για την ίδια, η Γαλλία βρίσκεται μπροστά σε μια ιστορική καμπή. Εκτιμά ότι η κοινωνία έχει πλέον εξαντλήσει την υπομονή της απέναντι στις παραδοσιακές πολιτικές δυνάμεις και είναι έτοιμη να στραφεί σε μια διαφορετική κατεύθυνση. «Υπάρχει πραγματική επιθυμία να κλείσει αυτό το κεφάλαιο», δηλώνει, αναφερόμενη σε τέσσερις δεκαετίες πολιτικών που, κατά την άποψή της, έχουν αποδυναμώσει τη χώρα. «Όλες οι προειδοποιητικές ενδείξεις έχουν ανάψει κόκκινο».
«Δεκάδες εκατομμύρια Γάλλοι φοβούνται το αύριο»
Η Μαρίν Λεπέν υποστηρίζει ότι οι προειδοποιήσεις της για τις συνέπειες της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης και μιας, όπως τη χαρακτηρίζει, υπερβολικά φιλελεύθερης μεταναστευτικής πολιτικής βρίσκουν πλέον ευρύτερη απήχηση στη γαλλική κοινωνία. Το μήνυμά της επιχειρεί να συνδέσει την οικονομική ανασφάλεια, την κοινωνική δυσαρέσκεια και την αίσθηση απώλειας ελέγχου με την ανάγκη μιας ριζικής πολιτικής αλλαγής.
Παρουσιάζει, μάλιστα, την πολιτική της παρουσία ως μια προσπάθεια ανάσχεσης της παρακμής και αποκατάστασης της εμπιστοσύνης των πολιτών στο μέλλον. «Υπάρχουν δεκάδες εκατομμύρια Γάλλοι που ζουν με τον φόβο του αύριο. Θέλω να αποκαταστήσω την εμπιστοσύνη στο μέλλον», τονίζει.
Εννέα χρόνια μετά την πρώτη εκλογική αναμέτρησή της με τον Εμανουέλ Μακρόν, το πολιτικό και οικονομικό τοπίο στη Γαλλία παραμένει ιδιαίτερα εύθραυστο. Το υψηλό δημόσιο χρέος, οι πιέσεις στην οικονομία και η σταδιακή αποδυνάμωση των παραδοσιακών κομματικών σχηματισμών έχουν διαμορφώσει ένα περιβάλλον έντονης πόλωσης, μέσα στο οποίο οι δυνάμεις που υπόσχονται ρήξη με το υφιστάμενο μοντέλο αποκτούν μεγαλύτερη προβολή.
Τα ευρήματα δημοσκόπησης της Ipsos, στην οποία συμμετείχαν 13.000 πολίτες, αποτυπώνουν αυτή τη διάθεση δυσαρέσκειας: το 70% των Γάλλων ψηφοφόρων επιθυμεί σημαντικές αλλαγές στις εκλογές του Απριλίου, ενώ το πρωτοφανές ποσοστό του 90% δηλώνει απαισιόδοξο για το μέλλον.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, οι δημοσκοπικές εκτιμήσεις φέρνουν τη Λεπέν πάνω από το 30% στον πρώτο γύρο των εκλογών, ενώ οι προβολές για τον δεύτερο γύρο εμφανίζονται ευνοϊκές για την ίδια. Παρά ταύτα, η εκλογική αναμέτρηση απέχει ακόμη και το τελικό αποτέλεσμα παραμένει ανοιχτό, καθώς οι πολιτικές ισορροπίες μπορούν να μεταβληθούν σημαντικά τους επόμενους μήνες.
Στους βασικούς αντιπάλους της συγκαταλέγονται ο επικεφαλής της ριζοσπαστικής Αριστεράς, Ζαν-Λικ Μελανσόν, και ο πρώην πρωθυπουργός Εντουάρ Φιλίπ, δύο πολιτικές προσωπικότητες που εκφράζουν διαφορετικές προσεγγίσεις για το μέλλον της Γαλλίας.
Το σχέδιο των 140 δισ. ευρώ και η επιστροφή στον Γκωλισμό
Στην προσπάθειά της να διευρύνει την πολιτική της απήχηση, η Μαρίν Λεπέν επιχειρεί να συνδέσει το πρόγραμμά της με την κληρονομιά του Σαρλ ντε Γκωλ, προβάλλοντας την εικόνα ενός ισχυρού κράτους που διαθέτει την αυτονομία να αποφασίζει για την οικονομία, την ασφάλεια και τη διεθνή του παρουσία.
Η επίκληση του Γκωλισμού συνοδεύεται από μια προσπάθεια να καθησυχαστούν οι επιχειρήσεις και οι χρηματοπιστωτικές αγορές, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος δανεισμού της Γαλλίας έχει αυξηθεί αισθητά. Σε αυτό το πλαίσιο, η Λεπέν παρουσιάζει ένα φιλόδοξο σχέδιο δημοσιονομικής προσαρμογής, επιδιώκοντας να δείξει ότι η πολιτική της δεν περιορίζεται σε εξαγγελίες για την εθνική κυριαρχία, αλλά συνοδεύεται από συγκεκριμένες οικονομικές δεσμεύσεις.
Κεντρικός στόχος του προγράμματός της είναι η εξοικονόμηση 140 δισ. ευρώ μέσα σε πέντε χρόνια, με παράλληλη θέσπιση κανόνα για τον περιορισμό του δημόσιου χρέους. «Δεν είμαστε ιδεολόγοι. Είμαστε πραγματιστές», υποστηρίζει.
Η ίδια στρέφεται κατά της λειτουργίας του γαλλικού δημόσιου τομέα, τον οποίο περιγράφει ως υπερβολικά διογκωμένο και αναποτελεσματικό. Χαρακτηρίζει το γαλλικό κράτος «παχύσαρκο», υποστηρίζοντας ότι απορροφά τεράστιους πόρους χωρίς να εξασφαλίζει ανάλογα οφέλη για την ανάπτυξη και την οικονομική δυναμική της χώρας.
Οι οικονομολόγοι, ωστόσο, εκφράζουν επιφυλάξεις για τη δυνατότητα υλοποίησης του σχεδίου. Η συνύπαρξη εκτεταμένων περικοπών στις δημόσιες δαπάνες με φορολογικές ελαφρύνσεις για τους καταναλωτές και μέτρα προστασίας των συνταξιούχων δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με τη δημοσιονομική του συνοχή.
Παράλληλα, προειδοποιούν ότι μια τόσο μεγάλης κλίμακας προσαρμογή θα μπορούσε να επιβαρύνει την οικονομική δραστηριότητα και να οδηγήσει σε ύφεση. Σε μια τέτοια περίπτωση, η μείωση των εσόδων θα κινδύνευε να υπονομεύσει τον ίδιο τον στόχο της περιστολής του ελλείμματος.
Αντιδράσεις προκαλούν και οι προτάσεις της για δραστικό περιορισμό της μετανάστευσης και εφαρμογή της λεγόμενης «εθνικής προτεραιότητας». Η συγκεκριμένη πολιτική προβλέπει την ευνοϊκότερη μεταχείριση των Γάλλων πολιτών στην πρόσβαση σε κοινωνική στέγαση και επιδόματα, προκαλώντας ανησυχίες στους αντιπάλους της ότι θα εντείνει τις κοινωνικές ανισότητες και θα διευρύνει τις ήδη βαθιές διαιρέσεις.
«Οι σημαντικότερες εκλογές από το 1958»
Παρά τις διαφωνίες που χωρίζουν τη Λεπέν από τους πολιτικούς της αντιπάλους, υπάρχει ένα σημείο στο οποίο φαίνεται να συγκλίνουν: οι προεδρικές εκλογές του 2027 θα μπορούσαν να αποτελέσουν μία από τις σημαντικότερες καμπές της σύγχρονης γαλλικής ιστορίας.
Η ίδια αποδίδει στην επικείμενη αναμέτρηση ιστορική σημασία, παραλληλίζοντάς την με τις μεγάλες πολιτικές αλλαγές του παρελθόντος. «Είναι οι σημαντικότερες εκλογές από το 1958, επειδή θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αλλαγή παραδείγματος», δηλώνει, παραπέμποντας στη χρονιά ίδρυσης της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας.
Η Λεπέν παρουσιάζει τον Εθνικό Συναγερμό ως τη μοναδική πολιτική δύναμη που διαθέτει τη βούληση και την αποφασιστικότητα να αντιμετωπίσει τα προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί στη χώρα. Επιχειρεί, έτσι, να μετατρέψει την εκλογική δυναμική του κόμματός της σε μια ευρύτερη πολιτική διεκδίκηση, η οποία υπερβαίνει την απλή εναλλαγή προσώπων στην εξουσία. «Έχουμε μια ευθύνη απέναντι στον λαό και στην Ιστορία, η οποία είναι απολύτως καθοριστική», τονίζει.
Το μήνυμα στον Ζελένσκι: «Δεν μπορούμε να κάνουμε περισσότερα»
Η εξωτερική πολιτική αποτελεί ένα από τα πεδία στα οποία η Λεπέν προαναγγέλλει τις πιο ουσιαστικές αλλαγές. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, η θέση της είναι σαφής: εφόσον εκλεγεί πρόεδρος, σκοπεύει να διακόψει την οικονομική βοήθεια της Γαλλίας προς το Κίεβο μέσα στους πρώτους έξι μήνες της θητείας της.
Το επιχείρημά της εδράζεται στους δημοσιονομικούς περιορισμούς που αντιμετωπίζει η χώρα και στην ανάγκη να μην αναλαμβάνει οικονομικές δεσμεύσεις τις οποίες, κατά την άποψή της, δεν μπορεί πλέον να υποστηρίξει. «Είναι έντιμο απέναντι στον Ζελένσκι να του πούμε, ουσιαστικά να τον προειδοποιήσουμε, ότι δεν μπορούμε να κάνουμε περισσότερα, δεν μπορούμε να αντέξουμε περισσότερα», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Όταν καλείται να τοποθετηθεί για το κατά πόσο θεωρεί τη Ρωσία τη μεγαλύτερη απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, αποφεύγει να δώσει μια ξεκάθαρη απάντηση. «Ξέρετε, δεν βρίσκομαι μέσα στο μυαλό του κ. Πούτιν», σημειώνει.
Η στάση της εντάσσεται σε μια ευρύτερη αντίληψη εξωτερικής πολιτικής, η οποία περιστρέφεται γύρω από την «ανεξαρτησία» και την «ισαπόσταση». Η Λεπέν επιδιώκει να εμφανιστεί ως υπέρμαχος μιας Γαλλίας που δεν θα εξαρτάται απόλυτα από τις στρατηγικές επιλογές άλλων δυνάμεων και θα διατηρεί μεγαλύτερα περιθώρια αυτονομίας στις διεθνείς της σχέσεις.
Το πρότυπο που επικαλείται είναι και πάλι ο Σαρλ ντε Γκωλ, ο οποίος επιδίωξε να διασφαλίσει τη στρατηγική ανεξαρτησία της Γαλλίας από τους διεθνείς συνασπισμούς. Η ιστορική αυτή αναφορά, ωστόσο, γίνεται σε ένα διαφορετικό διεθνές περιβάλλον, καθώς η σημερινή Γαλλία δεν διαθέτει την ίδια οικονομική, διπλωματική και στρατιωτική επιρροή που είχε κατά την εποχή του Γκωλ.
Το ευρωπαϊκό σχέδιο και η σύγκριση με την Τζόρτζια Μελόνι
Οι πιο ριζοσπαστικές επιδιώξεις της Λεπέν αφορούν το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την κατανομή των εξουσιών στο εσωτερικό της. Η Γαλλίδα πολιτικός τάσσεται υπέρ ενός χαλαρότερου μοντέλου ευρωπαϊκής συνεργασίας, στο οποίο οι εθνικές κυβερνήσεις θα ανακτήσουν αρμοδιότητες που σήμερα ασκούνται από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, και ιδίως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Στους σχεδιασμούς της φαίνεται να υπολογίζει και την ενίσχυση συγγενών πολιτικών δυνάμεων σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η άνοδος της ακροδεξιάς στην Ισπανία, την Ιταλία και την Πολωνία, εκτιμά, θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα ευνοϊκότερο πολιτικό περιβάλλον για την αναμόρφωση της ευρωπαϊκής συνεργασίας προς την κατεύθυνση που επιθυμεί.
Η προσέγγισή της παρουσιάζει, ωστόσο, σημαντικές διαφορές από την πορεία που έχει επιλέξει η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι. Παρά τις εθνικιστικές καταβολές της, η Μελόνι έχει επιδιώξει να κινηθεί σε μεγάλο βαθμό εντός του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου, υιοθετώντας μια περισσότερο πραγματιστική στάση απέναντι στις Βρυξέλλες.
Ερωτηθείσα αν θα μπορούσε να ακολουθήσει έναν αντίστοιχο δρόμο μετριοπάθειας σε περίπτωση εκλογής της, η Λεπέν αποφεύγει να δεσμευτεί με σαφήνεια. Επιλέγει, αντιθέτως, να περιγράψει τη στάση της Ιταλίδας πρωθυπουργού με τρόπο που αφήνει περιθώρια διαφορετικών ερμηνειών.
Περιγράφει τη Μελόνι ως μια «πολιτικό με πεποιθήσεις», η οποία «δεν άλλαξε ποτέ», αλλά αναγκάστηκε να λειτουργήσει μέσα σε ένα «περιοριστικό περιβάλλον».
«Ο Τραμπ είναι μια αλλόκοτη προσωπικότητα για έναν Γάλλο»
Η στάση της Μαρίν Λεπέν απέναντι στον Ντόναλντ Τραμπ παρουσιάζει ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο της πολιτικής στρατηγικής της. Παρότι ο Αμερικανός πρόεδρος έχει εκφράσει δημόσια την υποστήριξή του προς την ίδια και υπάρχουν εμφανείς ιδεολογικές συγγένειες ανάμεσα στον Εθνικό Συναγερμό και το κίνημα MAGA, η Γαλλίδα πολιτικός επιχειρεί να κρατήσει αποστάσεις από τον Λευκό Οίκο.
Γαλλία: Η Μαρίν Λεπέν έρχεται για να τα αλλάξει όλα- Τέλος στην οικονομική βοήθεια στον Ζελένσκι, ρήξη με την Ευρωπαϊκή Ένωση και ανάκτηση της εθνικής κυριαρχίας υπόσχεται σε συνέντευξη της στους Financial Times
Η επιλογή αυτή δεν είναι άσχετη με τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες στη Γαλλία. Η Λεπέν γνωρίζει ότι η αντιπαράθεση του Τραμπ με την Ευρώπη θα μπορούσε να λειτουργήσει εις βάρος της, εάν η ίδια ταυτιστεί υπερβολικά με έναν Αμερικανό ηγέτη που προκαλεί έντονες αντιδράσεις σε σημαντικό τμήμα της γαλλικής κοινής γνώμης.
Έτσι, ενώ δεν απορρίπτει τις ιδεολογικές συγγένειες των δύο πολιτικών χώρων, επιχειρεί να διαχωρίσει τη δική της πολιτική ταυτότητα από την προσωπικότητα και τον τρόπο άσκησης εξουσίας του Αμερικανού προέδρου. «Δεν λέω ότι δεν μου αρέσει. Αλλά είναι μια προσωπικότητα που προκαλεί αμηχανία σε έναν Γάλλο», δηλώνει.
Η δικαστική περιπέτεια και το στοίχημα της υποψηφιότητας
Ένα από τα μεγαλύτερα ερωτήματα που εξακολουθούν να σκιάζουν την πορεία της Λεπέν προς τις προεδρικές εκλογές αφορά τη δικαστική υπόθεση για την κατάχρηση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Η εξέλιξή της ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά τις πολιτικές της προοπτικές, καθώς η ίδια επιδιώκει να διατηρήσει ανοιχτό τον δρόμο προς το Ελιζέ.
Η Λεπέν εξακολουθεί να αρνείται ότι έχει διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα και επιμένει ότι η τελική κρίση για το πολιτικό της μέλλον πρέπει να ανήκει στους Γάλλους πολίτες. «Στη Γαλλία, ο λαός είναι κυρίαρχος. Αυτός θα αποφασίσει», υπογραμμίζει.
Οι επικριτές της βλέπουν ομοιότητες ανάμεσα στη στάση της και στην πολιτική τακτική του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος συνέχισε την εκλογική του δραστηριότητα ενώ βρισκόταν αντιμέτωπος με δικαστικές υποθέσεις. Η ίδια, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι οι ψηφοφόροι έχουν πλέον στη διάθεσή τους όλα τα δεδομένα, τόσο σε σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει όσο και με τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο.
Για τη Λεπέν, η πολιτική αντιπαράθεση γύρω από τη δικαστική της υπόθεση δεν αποτελεί λόγο εγκατάλειψης των σχεδίων της. Αντιθέτως, εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια να διατηρήσει την εικόνα μιας πολιτικού που αμφισβητεί το κατεστημένο και επιμένει ότι η τελική απόφαση ανήκει στους πολίτες.
Η προσπάθεια εξωραϊσμού της γαλλικής ακροδεξιάς
Εδώ και περισσότερα από 15 χρόνια, η Μαρίν Λεπέν επιχειρεί να απομακρύνει τον Εθνικό Συναγερμό από το βεβαρημένο παρελθόν του κόμματος που ίδρυσε ο πατέρας της, Ζαν-Μαρί Λεπέν. Η στρατηγική της έχει ως βασικό στόχο να περιορίσει τους συνειρμούς του κομματικού χώρου με τον ρατσισμό, την ξενοφοβία και τον αντισημιτισμό, καθιστώντας τον περισσότερο αποδεκτό σε ευρύτερα στρώματα της γαλλικής κοινωνίας.
Η προσπάθεια αυτή δεν περιορίστηκε σε αλλαγές στην πολιτική ρητορική ή στην εικόνα του κόμματος. Περιλάμβανε και μια βαθιά προσωπική και πολιτική ρήξη με τον πατέρα της, ο οποίος είχε προκαλέσει επανειλημμένα αντιδράσεις με αντισημιτικές δηλώσεις. Ανάμεσά τους ήταν και ο χαρακτηρισμός των ναζιστικών θαλάμων αερίων ως «λεπτομέρεια της Ιστορίας».
Ο Ζαν-Μαρί Λεπέν είχε καταδικαστεί για άρνηση εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, ενώ η κόρη του προχώρησε τελικά στην απομάκρυνσή του από το κόμμα, επιχειρώντας να σηματοδοτήσει μια σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη δική της πολιτική στρατηγική και στην κληρονομιά του.
Η επιλογή αυτή συνέβαλε στην ενίσχυση της εκλογικής απήχησης του Εθνικού Συναγερμού, ο οποίος σταδιακά εγκατέλειψε τη θέση της περιθωριακής δύναμης και εξελίχθηκε σε έναν από τους ισχυρότερους κομματικούς σχηματισμούς της Γαλλίας.
Παρά τη μεταμόρφωση της δημόσιας εικόνας του, ωστόσο, το κόμμα εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπο με αποκαλύψεις για παλαιότερες δηλώσεις και συμπεριφορές στελεχών του. Τα περιστατικά αυτά επαναφέρουν στο προσκήνιο ερωτήματα για το κατά πόσο η προσπάθεια απομάκρυνσης από το παρελθόν έχει συνοδευτεί από ουσιαστική αλλαγή νοοτροπίας.
Η υπόθεση Μπαρντελά και οι καταγγελίες για αντισημιτισμό
Μία από τις πιο πρόσφατες υποθέσεις που δοκιμάζουν τη στρατηγική εξομάλυνσης της εικόνας του Εθνικού Συναγερμού αφορά τον Ζορντάν Μπαρντελά, στενό συνεργάτη της Λεπέν και πολιτικό πρόσωπο στο οποίο η ίδια έχει επενδύσει σημαντικό μέρος των προσδοκιών της για το μέλλον του κόμματος.
Το ερευνητικό μέσο Mediapart δημοσίευσε ιδιωτικά μηνύματα που φέρεται να είχε στείλει ο Μπαρντελά σε κομματικούς ακτιβιστές όταν ήταν 17 ετών. Τα μηνύματα, σύμφωνα με το δημοσίευμα, περιείχαν έντονα αντισημιτικές απόψεις, προκαλώντας νέες αντιδράσεις γύρω από το πολιτικό περιβάλλον του Εθνικού Συναγερμού.
Ο ίδιος αρνείται ότι συνέταξε τα επίμαχα μηνύματα και έχει προσφύγει στη Δικαιοσύνη, καταθέτοντας αγωγή για δυσφήμηση. Η υπόθεση, ωστόσο, έχει ήδη αποκτήσει πολιτικές διαστάσεις, καθώς αγγίζει ευθέως την προσπάθεια του κόμματος να αποτινάξει οριστικά τη σύνδεσή του με τον αντισημιτισμό.
Η Λεπέν σπεύδει να υπερασπιστεί δημόσια τον συνεργάτη της, απορρίπτοντας τις αποκαλύψεις ως μέρος μιας πολιτικά υποκινούμενης επίθεσης. «Μα φυσικά και παραμένει πολύτιμος συνεργάτης. Είμαστε θύματα πολιτικής επίθεσης. Το Mediapart δεν είναι εφημερίδα, είναι ένας ακροαριστερός πολιτικός μηχανισμός», υποστηρίζει.
Παράλληλα, επιβεβαιώνει ότι εξακολουθεί να σχεδιάζει την τοποθέτησή του στην πρωθυπουργία, εφόσον η ίδια εκλεγεί πρόεδρος της Γαλλίας. «Επειδή ο Ζορντάν είναι αθώος για όσα του καταλογίζονται», εξηγεί.
Η στάση της αποτυπώνει την εμπιστοσύνη που εξακολουθεί να δείχνει στον Μπαρντελά, αλλά και την πρόθεσή της να μην επιτρέψει στην υπόθεση να ανατρέψει τους πολιτικούς σχεδιασμούς της.
Η «εθνική προτεραιότητα» και η απαγόρευση της μουσουλμανικής μαντίλας
Παρά τη σημαντική διεύρυνση της εκλογικής της βάσης, η Λεπέν εξακολουθεί να προκαλεί επιφυλάξεις σε ένα μεγάλο τμήμα της γαλλικής κοινωνίας. Η εικόνα του Εθνικού Συναγερμού παραμένει αντικείμενο έντονης αντιπαράθεσης, με τους επικριτές του να εκφράζουν ανησυχίες για τις επιπτώσεις των προτάσεών του στη δημοκρατία, στα δικαιώματα και στην κοινωνική συνοχή.
Ενδεικτική είναι έρευνα της εταιρείας Verian για τη Le Monde, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο και έδειξε ότι περίπου το 40% των ερωτηθέντων θεωρεί τον Εθνικό Συναγερμό απειλή για τη δημοκρατία.
Η Λεπέν απορρίπτει τις κατηγορίες ότι οι πολιτικές της θα οδηγήσουν σε περαιτέρω κοινωνικό κατακερματισμό. Υποστηρίζει ότι ο περιορισμός αυτού που αποκαλεί «ανεξέλεγκτη μετανάστευση» και η εφαρμογή της «εθνικής προτεραιότητας» υπέρ των Γάλλων πολιτών αποτελούν αναγκαίες παρεμβάσεις για την αποκατάσταση της ισορροπίας στη χώρα.
Στην ίδια λογική εντάσσεται και η αμφιλεγόμενη πρότασή της για την απαγόρευση της μουσουλμανικής μαντίλας στους δημόσιους χώρους. Η ίδια παρουσιάζει το μέτρο ως μέσο αντιμετώπισης του ισλαμισμού, επιχειρώντας να διαχωρίσει την πολιτική της από οποιαδήποτε εχθρική στάση απέναντι στη μουσουλμανική θρησκεία ή στους μουσουλμάνους πολίτες.
Αντιθέτως, στρέφει τα πυρά της κατά του βασικού πολιτικού της αντιπάλου, Ζαν-Λικ Μελανσόν, τον οποίο κατηγορεί ότι είναι εκείνος που τροφοδοτεί τον διχασμό, προβάλλοντας το όραμα της «Νέας Γαλλίας» (La Nouvelle France). Το συγκεκριμένο πολιτικό σχέδιο αναδεικνύει την πολυπολιτισμική σύνθεση της σύγχρονης γαλλικής κοινωνίας και επιχειρεί να εκφράσει τις διαφορετικές ταυτότητες που συνυπάρχουν στη χώρα.
Η στρατηγική του Μελανσόν βασίζεται, σε σημαντικό βαθμό, στην κινητοποίηση των νεότερων ψηφοφόρων και των πολιτών με μεταναστευτική καταγωγή, ενώ κεντρική θέση στην πολιτική του ρητορική καταλαμβάνει η αντίθεση στον ρατσισμό και την ισλαμοφοβία.
Η Λεπέν, ωστόσο, απορρίπτει αυτή την προσέγγιση, υποστηρίζοντας ότι η πολιτική εκπροσώπηση δεν θα πρέπει να οργανώνεται με βάση την καταγωγή ή την εθνοτική ταυτότητα. «Η ιδέα να κυνηγά κανείς ένα εκλογικό σώμα με βάση την καταγωγή ή την εθνότητα είναι εντελώς αντίθετη με αυτό που είναι η Γαλλία», δηλώνει.
«Θέλω να ξαναδώ μια Γαλλία που θα είναι ο εαυτός της»
Προς το τέλος της συνέντευξης, οι Financial Times επαναφέρουν το ερώτημα για το μέλλον της γαλλικής ταυτότητας, ζητώντας από τη Λεπέν να διατυπώσει τη δική της απάντηση στο όραμα της «Νέας Γαλλίας» που προβάλλει ο Μελανσόν.
Η απάντησή της είναι σύντομη, αλλά συμπυκνώνει τον πυρήνα της πολιτικής της αφήγησης. Τρεις λέξεις στα γαλλικά, «Revoir la France» – «Να ξαναδώ τη Γαλλία», αποτελούν το σύνθημα μέσα από το οποίο επιχειρεί να περιγράψει τη χώρα που οραματίζεται.
«Αυτό που θέλω είναι να ξαναδώ τη Γαλλία. Τη Γαλλία με όλη της τη δύναμη, τη Γαλλία που θα είναι ξανά ο εαυτός της. Ο γαλλικός λαός δεν έχει εξαφανιστεί, δεν έχει διαλυθεί», καταλήγει.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα