ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Βρετανικό Μουσείο: «Και στην Αθήνα και στο Λονδίνο!»- Πρόταση των Βρετανών για «συνεπιμέλεια» των Γλυπτών του Παρθενώνα

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Αισιόδοξος ότι μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για μια συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Ηνωμένου Βασιλείου σχετικά με τα Γλυπτά του Παρθενώνα εμφανίστηκε ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου, Τζορτζ Όσμπορν, επαναφέροντας στο προσκήνιο την πρότασή του για μια διευθέτηση που θα επιτρέπει την παρουσία των ανεκτίμητων αρχαιοτήτων τόσο στην Αθήνα όσο και στο Λονδίνο.

Βρετανικό Μουσείο: «Και στην Αθήνα και στο Λονδίνο!»- Πρόταση των Βρετανών για «συνεπιμέλεια» των Γλυπτών του Παρθενώνα

Ο ίδιος αναγνωρίζει, ωστόσο, ότι η επίτευξη μιας συμφωνίας δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς αμοιβαίες υποχωρήσεις, σε ένα ζήτημα που εξακολουθεί να αγγίζει βαθιά την ελληνική κοινή γνώμη και να προκαλεί έντονες πολιτικές και πολιτιστικές αντιπαραθέσεις.

Σε συνέντευξή του στο Bloomberg, την οποία παραχώρησε από την Αθήνα, ο Όσμπορν επανέλαβε την πεποίθησή του ότι υπάρχει περιθώριο συνεννόησης, υπό την προϋπόθεση ότι καμία από τις δύο πλευρές δεν θα επιμείνει στην απόλυτη ικανοποίηση των θέσεών της. Όπως υπογράμμισε, η αναζήτηση μιας κοινά αποδεκτής λύσης προϋποθέτει συμβιβασμό, αλλά και τη βούληση να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο συνεργασίας που θα υπερβαίνει τις διαφωνίες και θα επιτρέπει την πρόοδο των συζητήσεων.

«Εξακολουθώ να είμαι αισιόδοξος ότι μπορούμε να καταλήξουμε σε συμφωνία», ανέφερε χαρακτηριστικά, στέλνοντας το μήνυμα ότι, παρά τις δυσκολίες και τις διαφορετικές αφετηρίες των δύο πλευρών, η υπόθεση των Γλυπτών δεν έχει οδηγηθεί σε αδιέξοδο. Για τον πρόεδρο του Βρετανικού Μουσείου, άλλωστε, η προοπτική μιας συμφωνίας παραμένει ανοιχτή, εφόσον υπάρξει διάθεση αμοιβαίων υποχωρήσεων και συμφωνία επί ενός κοινού πλαισίου συνεννόησης.

Η πρόταση Όσμπορν για τα Γλυπτά του Παρθενώνα

Η αναζήτηση μιας λύσης για τα Γλυπτά του Παρθενώνα αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα που απασχολούν τον Τζορτζ Όσμπορν από το 2021, όταν ανέλαβε την προεδρία του Βρετανικού Μουσείου. Ο πρώην υπουργός Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου έχει έκτοτε επιχειρήσει να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για μια συμφωνία που θα μπορούσε να γεφυρώσει, έστω εν μέρει, το χάσμα ανάμεσα στις δύο πλευρές.

Στις αρχές του 2023, οι σχετικές συνομιλίες φάνηκαν να πλησιάζουν σε ένα σημείο σύγκλισης, με το ενδεχόμενο μιας πολιτιστικής ανταλλαγής να βρίσκεται στο επίκεντρο των διεργασιών. Το σενάριο προέβλεπε την επιστροφή των Γλυπτών στην Ελλάδα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συμφωνίας, η οποία θα δημιουργούσε τις προϋποθέσεις για την παρουσία τους και στις δύο χώρες. Παρά τις προσδοκίες που είχαν καλλιεργηθεί, ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις δεν οδήγησαν μέχρι σήμερα σε οριστική συμφωνία.

Μιλώντας την Τρίτη στην Αθήνα, όπου συμμετείχε ως κεντρικός ομιλητής σε εκδήλωση, ο Όσμπορν επανέλαβε ότι επιθυμεί μια διευθέτηση που θα επιτρέπει στα Γλυπτά να εκτίθενται τόσο στην ελληνική πρωτεύουσα όσο και στο Λονδίνο. Η θέση του Βρετανικού Μουσείου, όπως την περιέγραψε, στηρίζεται στην ιδέα ότι τα μνημειακά έργα θα μπορούσαν να παρουσιάζονται σε δύο διαφορετικούς τόπους, αποκτώντας κάθε φορά διαφορετικό ιστορικό και πολιτιστικό νόημα.

Ο ίδιος αναγνώρισε, πάντως, ότι η προσέγγιση αυτή δεν αντανακλά το σύνολο των ελληνικών απόψεων. Αντιθέτως, γνωρίζει ότι στην Ελλάδα η απαίτηση για την επιστροφή των Γλυπτών συνδέεται άρρηκτα με την ιστορική τους προέλευση, την ενότητά τους ως τμήματος του Παρθενώνα και το αίτημα αποκατάστασης της σχέσης τους με το μνημείο από το οποίο αποσπάστηκαν. Παρά τη διαφορετική αυτή οπτική, δήλωσε ότι κατανοεί και σέβεται τις ελληνικές αντιρρήσεις.

Σύμφωνα με τη συλλογιστική του, μια ενδεχόμενη συμφωνία θα μπορούσε να αναδείξει διαφορετικές όψεις της ιστορίας των Γλυπτών. Στην Αθήνα, η παρουσία τους θα αναδείκνυε τον άρρηκτο δεσμό τους με την αρχαία Ελλάδα και την Αθήνα της κλασικής εποχής. Στο Βρετανικό Μουσείο, από την άλλη πλευρά, θα εντάσσονταν σε μια ευρύτερη αφήγηση για την ιστορία και την εξέλιξη των πολιτισμών.

Πίσω από αυτή την πρόταση βρίσκεται η αντίληψη του Όσμπορν ότι τα Γλυπτά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο μιας συμφωνίας πολιτιστικής συνεργασίας, η οποία θα επιτρέπει την παρουσίασή τους σε διαφορετικά περιβάλλοντα. Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, προσκρούει σε ένα θεμελιώδες ζήτημα: για την ελληνική πλευρά, η συζήτηση δεν αφορά μόνο τον τόπο έκθεσης των αρχαιοτήτων, αλλά πρωτίστως την επιστροφή τους και το καθεστώς υπό το οποίο αυτή θα πραγματοποιηθεί.

Η ελληνική κυβέρνηση απορρίπτει τη λύση του δανεισμού

Η πρόταση του προέδρου του Βρετανικού Μουσείου απέχει από τη θέση που έχει διατυπώσει επανειλημμένα η ελληνική κυβέρνηση, η οποία απορρίπτει κάθε διευθέτηση που θα μπορούσε να εκληφθεί ως αναγνώριση της κυριότητας των Γλυπτών από το βρετανικό ίδρυμα. Η διαφωνία αυτή αποτελεί τον πυρήνα της αντιπαράθεσης και εξακολουθεί να δυσχεραίνει την αναζήτηση ενός κοινού τόπου συνεννόησης.

Σε άρθρο γνώμης που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Guardian τον Σεπτέμβριο, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατέστησε σαφές ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να αποδεχθεί μια συμφωνία που θα την υποχρέωνε να αναγνωρίσει την ιδιοκτησία των Γλυπτών από το Βρετανικό Μουσείο. Με τη θέση αυτή, η ελληνική κυβέρνηση επαναφέρει στο επίκεντρο το ζήτημα της κυριότητας, το οποίο θεωρεί καθοριστικό για οποιαδήποτε συζήτηση σχετικά με την επιστροφή των αρχαιοτήτων.

Βρετανικό Μουσείο: «Και στην Αθήνα και στο Λονδίνο!»- Πρόταση των Βρετανών για «συνεπιμέλεια» των Γλυπτών του Παρθενώνα

Παράλληλα, ο πρωθυπουργός απέρριψε κάθε σχέδιο που θα προϋπέθετε ότι η Ελλάδα θα «δανείζεται» τμήματα του δικού της μνημείου. Η διατύπωση αυτή αποτυπώνει με σαφήνεια την ελληνική αντίθεση σε μια λύση που θα μετέτρεπε την επιστροφή των Γλυπτών σε προσωρινή παραχώρηση από την πλευρά του Βρετανικού Μουσείου.

Advertisement

Η διαφορά δεν είναι, επομένως, απλώς διαδικαστική. Αγγίζει την ουσία της υπόθεσης και τον τρόπο με τον οποίο οι δύο πλευρές αντιλαμβάνονται τη δυνατότητα επίλυσής της. Από τη μία πλευρά, το Βρετανικό Μουσείο προκρίνει ένα μοντέλο κοινής έκθεσης, το οποίο θα διατηρεί τα Γλυπτά και στο Λονδίνο. Από την άλλη, η ελληνική κυβέρνηση επιμένει ότι οποιαδήποτε συμφωνία δεν μπορεί να υπονομεύει το αίτημα της επιστροφής ούτε να δημιουργεί την εντύπωση ότι η Ελλάδα αποδέχεται την κυριότητα του βρετανικού ιδρύματος.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η προοπτική μιας συμφωνίας εξαρτάται από το κατά πόσο θα καταστεί εφικτή η διαμόρφωση ενός πλαισίου που θα υπερβαίνει τις υφιστάμενες διαφωνίες, χωρίς να θίγει τις πάγιες ελληνικές θέσεις. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να βρεθεί ένας πρακτικός τρόπος έκθεσης των Γλυπτών, αλλά και να καθοριστούν οι όροι μιας διευθέτησης που θα μπορεί να γίνει αποδεκτή από τις δύο πλευρές.

Ο ρόλος της βρετανικής κυβέρνησης και οι σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση

Το ζήτημα των Γλυπτών του Παρθενώνα δεν περιορίζεται πλέον στα όρια μιας διαφωνίας ανάμεσα στην Αθήνα και το Βρετανικό Μουσείο. Έχει αποκτήσει ευρύτερη πολιτική διάσταση, καθώς συνδέεται τόσο με τη στάση της βρετανικής κυβέρνησης όσο και με τις προσπάθειες επαναπροσέγγισης του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Ο πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, Άντι Μπέρναμ, είχε δηλώσει το 2023, πριν αναλάβει την εξουσία, ότι τα Γλυπτά θα πρέπει να επιστραφούν στην Ελλάδα «χωρίς δεσμεύσεις». Η τοποθέτησή του είχε δημιουργήσει προσδοκίες για μια διαφορετική προσέγγιση από τη βρετανική πλευρά. Ωστόσο, τον Αύγουστο, σε δηλώσεις του στους Financial Times, παρέπεμψε το ζήτημα στο Βρετανικό Μουσείο, μεταφέροντας εκ νέου το βάρος της διαχείρισης της υπόθεσης στο ίδιο το ίδρυμα.

Την ίδια στιγμή, καθώς το Λονδίνο αναζητά τρόπους για την ενίσχυση των σχέσεών του με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η Αθήνα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να ενταχθεί το ζήτημα των Γλυπτών σε έναν ευρύτερο πολιτικό διάλογο. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει καταστήσει σαφές ότι η υπόθεση δεν αφορά αποκλειστικά την Ελλάδα, αλλά συνδέεται και με ευρύτερα ζητήματα ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς.

«Τα Γλυπτά του Παρθενώνα θα αποτελέσουν μέρος αυτής της συζήτησης. Αυτό δεν είναι ένα ζήτημα μόνο για την Ελλάδα, είναι ένα ζήτημα για την Ευρώπη», δήλωσε ο Έλληνας πρωθυπουργός στις 6 Οκτωβρίου, δίνοντας ευρωπαϊκή διάσταση σε ένα αίτημα που η Αθήνα διατυπώνει εδώ και δεκαετίες.

Η επικείμενη συνάντηση των ηγετών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον Άντι Μπέρναμ στις Βρυξέλλες, τον επόμενο μήνα, στο πλαίσιο της συνόδου κορυφής Ε.Ε. – Ηνωμένου Βασιλείου, αναμένεται να προσφέρει ένα ακόμη πεδίο συζήτησης για τις σχέσεις των δύο πλευρών. Το κατά πόσο το θέμα των Γλυπτών θα αποκτήσει συγκεκριμένο ρόλο σε αυτές τις διεργασίες παραμένει ανοιχτό, ωστόσο η ελληνική κυβέρνηση φαίνεται να επιδιώκει την ανάδειξή του ως υπόθεσης με ευρύτερη ευρωπαϊκή σημασία.

Από την πλευρά του, ο Τζορτζ Όσμπορν αναγνωρίζει ότι το ζήτημα έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για την ελληνική κοινωνία και ότι οποιαδήποτε προσπάθεια συμφωνίας οφείλει να λάβει υπόψη την ένταση των συναισθημάτων που προκαλεί. Η επιστροφή των Γλυπτών δεν αποτελεί για την Ελλάδα μια απλή πολιτιστική διαπραγμάτευση, αλλά ένα αίτημα με βαθιές ιστορικές και συμβολικές προεκτάσεις, άρρηκτα συνδεδεμένο με τον Παρθενώνα και τη σημασία του ως παγκόσμιου μνημείου πολιτιστικής κληρονομιάς.

Παρά την αισιοδοξία που εκφράζει ο πρόεδρος του Βρετανικού Μουσείου, η απόσταση ανάμεσα στις δύο πλευρές παραμένει ουσιαστική.

Η πρότασή του για μια διευθέτηση που θα επιτρέπει την έκθεση των Γλυπτών τόσο στην Αθήνα όσο και στο Λονδίνο εξακολουθεί να συναντά την αντίθεση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία δεν αποδέχεται λύσεις που θα μπορούσαν να εκληφθούν ως αναγνώριση της βρετανικής κυριότητας ή ως μετατροπή της επιστροφής σε δανεισμό.

Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει αν θα καταστεί δυνατή η διαμόρφωση μιας συμφωνίας που θα γεφυρώνει αυτές τις διαφορές, επιτρέποντας την παρουσία των Γλυπτών στην Αθήνα χωρίς να αναιρεί τις ελληνικές θέσεις για την κυριότητα και την οριστική επιστροφή τους.

Μέχρι τότε, η αισιοδοξία του Όσμπορν διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας λύσης, χωρίς όμως να προδικάζει ούτε τους όρους ούτε την έκβασή της.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button