ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Τουρκία: Θα μπορούσε ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ να έχει την ίδια…τύχη με τη Κίμπερλυ Γκίλφοιλ;

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Η απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, υπό το βάρος καταγγελιών για παραβιάσεις κανόνων δεοντολογίας και αμφιλεγόμενες οικονομικές συναλλαγές, επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ερώτημα που αγγίζει και την άλλη πλευρά του Αιγαίου: κατά πόσο μπορεί να αντέξει ένας διπλωμάτης με στενούς δεσμούς με τον Ντόναλντ Τραμπ όταν η δημόσια παρουσία του και οι επιχειρηματικές του διασυνδέσεις προκαλούν ολοένα εντονότερες αντιδράσεις.

Τουρκία: Θα μπορούσε ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ να έχει την ίδια…τύχη με τη Κίμπερλυ Γκίλφοιλ;

Στην Τουρκία, ο Αμερικανός πρέσβης Τομ Μπάρακ βρίσκεται αντιμέτωπος με μια διαφορετική, αλλά εξίσου σύνθετη, κατάσταση. Οι αποκαλύψεις του Reuters για τις επιχειρηματικές του σχέσεις, σε συνδυασμό με τις επικρίσεις της τουρκικής αντιπολίτευσης για τον τρόπο με τον οποίο ασκεί τα διπλωματικά του καθήκοντα, τροφοδοτούν τη συζήτηση γύρω από τον ρόλο του στην Άγκυρα και τα όρια της πολιτικής του επιρροής.

Θα μπορούσε, άραγε, η υπόθεσή του να ακολουθήσει την πορεία εκείνης της Γκίλφοϊλ ή οι δεσμοί του με τον Αμερικανό πρόεδρο και η ευρύτερη αποστολή που έχει αναλάβει στη Μέση Ανατολή τού εξασφαλίζουν μεγαλύτερα περιθώρια αντοχής;

Ο Κωνσταντίνος Υφάντης, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μιλώντας στο CNN Greece, διακρίνει ουσιαστικές διαφορές ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις. Όπως εκτιμά, ο Τομ Μπάρακ βρίσκεται σε ισχυρότερη πολιτική θέση, γεγονός που καθιστά μια ανάλογη εξέλιξη σαφώς λιγότερο πιθανή, χωρίς, ωστόσο, να αποκλείει ενδεχόμενες ανατροπές.

«Δεν βλέπω κάποια ομοιότητα», τονίζει χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι, παρά την προσωπική σχέση και των δύο πρέσβεων με τον Ντόναλντ Τραμπ, η φύση των υποθέσεων που τους αφορούν είναι διαφορετική.

Γκίλφοϊλ: Άλλο η δημόσια παρουσία, άλλο οι καταγγελίες

Για τον Κωνσταντίνο Υφάντη, έχει ιδιαίτερη σημασία να διαχωριστεί η δημόσια παρουσία της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην Ελλάδα από τις υποθέσεις που συνδέθηκαν με την απομάκρυνσή της. Η έντονη κοσμική δραστηριότητα και η προβεβλημένη παρουσία της δεν συνιστούν, από μόνες τους, ένδειξη προβληματικής άσκησης των επίσημων καθηκόντων της.

«Στα δημόσια καθήκοντά της, πέρα από έναν υπερβολικό κοσμικό ακτιβισμό, δεν έχει κάποιος να την κατηγορήσει για κάτι στα ζητήματα πολιτικής», επισημαίνει στο CNN Greece.

Κατά την εκτίμησή του, οι εξελίξεις που οδήγησαν στην απομάκρυνσή της δεν συνδέονται με τον πυρήνα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής στην Ελλάδα, αλλά αφορούν μια διαφορετική διάσταση της υπόθεσης, η οποία σχετίζεται με τις καταγγελίες και τα ζητήματα δεοντολογίας που ήρθαν στο προσκήνιο.

«Οι εξελίξεις δεν έχουν να κάνουν με την με την παρουσία της εδώ στην Ελλάδα, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, με βάση αυτά που ξέρουμε, αλλά είναι είναι κάτι τελείως διαφορετικό».

Υπό αυτό το πρίσμα, ο καθηγητής εκτιμά ότι η αμερικανική προεδρία επέλεξε να κλείσει γρήγορα ένα μέτωπο που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μεγαλύτερη πολιτική και επικοινωνιακή επιβάρυνση για την κυβέρνηση Τραμπ.

Η εξέλιξη αυτή, άλλωστε, δεν συνοδεύτηκε από αμφισβήτηση της στρατηγικής σημασίας των ελληνοαμερικανικών σχέσεων ούτε των συμφωνιών που προωθήθηκαν κατά τη διάρκεια της θητείας της. Η απομάκρυνση της πρέσβειρας και η συνέχιση της διμερούς συνεργασίας αποτελούν, επομένως, δύο διαφορετικά ζητήματα, τα οποία δεν θα πρέπει να συγχέονται.

Τομ Μπάρακ: Ένας πρέσβης με διευρυμένο ρόλο και πολλαπλά μέτωπα

Στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, η περίπτωση του Τομ Μπάρακ παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία δεν περιορίζεται στα παραδοσιακά όρια της διπλωματικής εκπροσώπησης ούτε στην παρακολούθηση των διμερών σχέσεων Ουάσιγκτον – Άγκυρας.

Παράλληλα με τα καθήκοντά του στην αμερικανική πρεσβεία, έχει αναλάβει τον ρόλο του ειδικού απεσταλμένου των Ηνωμένων Πολιτειών για τη Συρία και το Ιράκ, συμμετέχοντας ενεργά στις διπλωματικές διεργασίες που διαμορφώνουν τις ισορροπίες στη Μέση Ανατολή.

Η διευρυμένη αυτή αποστολή τού προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα, αλλά ταυτόχρονα τον φέρνει στο επίκεντρο αντιδράσεων στο εσωτερικό της Τουρκίας. Για την τουρκική αντιπολίτευση, το ζήτημα δεν αφορά μόνο το εύρος της αμερικανικής δραστηριότητας στην περιοχή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο Αμερικανός διπλωμάτης αξιοποιεί την τουρκική επικράτεια για τις περιφερειακές του επαφές.

Advertisement

Χαρακτηριστική ήταν η δημόσια παρέμβαση του Ναμίκ Ταν, πρώην πρέσβη της Τουρκίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και στελέχους του YENİ Parti, ο οποίος άσκησε κριτική στον Μπάρακ και ζήτησε από την τουρκική κυβέρνηση να τον καλέσει στο υπουργείο Εξωτερικών για εξηγήσεις.

Αφορμή στάθηκαν οι συναντήσεις που πραγματοποίησε ο Αμερικανός διπλωμάτης στην Κωνσταντινούπολη με τον υπουργό Εξωτερικών της Συρίας, Ασάαντ Χασάν αλ Σαϊμπάνι, στις 8 Οκτωβρίου, και τον Ιρακινό ομόλογό του, Φουάντ Χουσεΐν, στις 10 Οκτωβρίου.

Σύμφωνα με την τουρκική εφημερίδα Cumhuriyet, ο Ταν αμφισβήτησε την επιλογή του Μπάρακ να πραγματοποιεί τέτοιου είδους επαφές επί τουρκικού εδάφους, στρέφοντας παράλληλα την κριτική του στο γεγονός ότι ο Αμερικανός πρέσβης διαμένει στην Κωνσταντινούπολη και όχι στην Άγκυρα, όπου βρίσκεται η έδρα της τουρκικής κυβέρνησης.

Στον πυρήνα της αντιπαράθεσης βρίσκεται το ερώτημα κατά πόσο η Τουρκία έχει μετατραπεί σε επιχειρησιακό και διπλωματικό κέντρο για τις ευρύτερες περιφερειακές πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον, πέρα από το πλαίσιο των διμερών σχέσεων των δύο χωρών.

Πρόκειται, πάντως, για πολιτικές αντιδράσεις και όχι για επιβεβαιωμένη επίσημη διαδικασία έρευνας ή απομάκρυνσης του Αμερικανού πρέσβη.

Περιγράφοντας την εικόνα που έχει διαμορφωθεί, ο Κωνσταντίνος Υφάντης χρησιμοποιεί μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική διατύπωση:

«Είναι περισσότερο πρέσβης της Τουρκίας στην Τουρκία και στην Ουάσιγκτον παρά πρέσβης της Ουάσιγκτον στην Τουρκία».

Όπως εξηγεί, οι δυσαρέσκειες απέναντι στη συμπεριφορά και τις τοποθετήσεις του Μπάρακ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της Τουρκίας, αλλά καταγράφονται και εκτός αυτής. Η κριτική, ωστόσο, παραμένει πρωτίστως πολιτική και δεν αποτελεί από μόνη της επαρκή ένδειξη ότι η θέση του κινδυνεύει άμεσα.

Τουρκία: Θα μπορούσε ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ να έχει την ίδια…τύχη με τη Κίμπερλυ Γκίλφοιλ;

Ο αγωγός των 15 δισ. δολαρίων και τα ερωτήματα για σύγκρουση συμφερόντων

Πέρα από τις πολιτικές αντιδράσεις και τη συζήτηση γύρω από τον διευρυμένο διπλωματικό του ρόλο, η θέση του Τομ Μπάρακ έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας δημοσιογραφικής έρευνας με σημαντικές οικονομικές προεκτάσεις.

Στις 9 Οκτωβρίου, το Reuters αποκάλυψε ότι ο Αμερικανός διπλωμάτης υποστήριξε τη συμμετοχή εταιρείας, η οποία συνδέεται με μακροχρόνιο επιχειρηματικό του συνεργάτη, σε σχέδιο αποκατάστασης του πετρελαιαγωγού Κιρκούκ – Μπανιάς, που συνδέει το Ιράκ με τη Συρία.

Πρόκειται για ένα φιλόδοξο ενεργειακό εγχείρημα, εκτιμώμενου κόστους 15 δισεκατομμυρίων δολαρίων, το οποίο θα μπορούσε να ανοίξει έναν εναλλακτικό δρόμο για τη μεταφορά ιρακινού πετρελαίου προς τις ακτές της Συρίας στη Μεσόγειο, παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ.

Η σημασία του έργου δεν περιορίζεται, επομένως, στην αποκατάσταση μιας παλαιότερης ενεργειακής υποδομής. Συνδέεται με τη δυνατότητα αναδιαμόρφωσης των ενεργειακών διαδρομών στην ευρύτερη περιοχή, σε ένα περιβάλλον όπου οι οικονομικές επιδιώξεις, οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί και οι στρατηγικές προτεραιότητες των εμπλεκόμενων χωρών συχνά αλληλοεπικαλύπτονται.

Σύμφωνα με το Reuters, τον Ιούλιο το Ιράκ και η Συρία υπέγραψαν μνημόνια συνεργασίας με κοινοπραξία στην οποία συμμετείχαν η αμερικανική TI Capital, η Chevron και η καταριανή UCC Holding, με αντικείμενο την εκπόνηση τεχνικών και οικονομικών μελετών για την αποκατάσταση του αγωγού.

Επικαλούμενο τρεις πηγές, το πρακτορείο ανέφερε ότι ο Μπάρακ υποστήριξε τη συμμετοχή της TI Capital στις σχετικές διαδικασίες.

Το στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην υπόθεση είναι η μακροχρόνια επιχειρηματική σχέση του Αμερικανού πρέσβη με τον ιδρυτή της εταιρείας, Ζιάντ Γκαντούρ, καθώς και μια άλλη οικονομική σύνδεση που προκύπτει από τις επίσημες δηλώσεις συμφερόντων του.

Σύμφωνα με τη δήλωση οικονομικών συμφερόντων του Μπάρακ για το 2025, ο ίδιος διατηρούσε συμμετοχή σε διαφορετικό επενδυτικό εγχείρημα, το οποίο διαχειρίζεται η TI Capital. Η συγκεκριμένη συμμετοχή τού παρείχε, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, δικαίωμα σε ποσοστό έως 20% των κερδών του εγχειρήματος.

Αυτή ακριβώς η διασύνδεση αποτέλεσε τη βάση για τα ερωτήματα που διατύπωσαν ειδικοί σε θέματα κυβερνητικής δεοντολογίας, τους οποίους επικαλέστηκε το Reuters. Κατά τις εκτιμήσεις τους, οι σχέσεις αυτές εγείρουν ζητήματα ενδεχόμενης σύγκρουσης συμφερόντων, ενώ ο Αμερικανός διπλωμάτης θα έπρεπε να είχε απόσχει από συζητήσεις που αφορούσαν το συγκεκριμένο έργο.

Το Reuters, ωστόσο, δεν εντόπισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο Μπάρακ θα αποκόμιζε προσωπικό οικονομικό όφελος από τον συγκεκριμένο αγωγό.

Από την πλευρά του, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ υποστήριξε ότι ο Αμερικανός πρέσβης δεν διαθέτει συμμετοχή ή οικονομικό συμφέρον στο έργο Κιρκούκ – Μπανιάς και ότι έχει συμμορφωθεί με τους ισχύοντες κανόνες δεοντολογίας.

Οι αποκαλύψεις, συνεπώς, δημιουργούν ένα πεδίο ερωτημάτων γύρω από τις επιχειρηματικές διασυνδέσεις και την απαιτούμενη αμεροληψία ενός εν ενεργεία διπλωμάτη, χωρίς, ωστόσο, να συνιστούν απόδειξη παράνομης συμπεριφοράς. Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς άλλο είναι η ανάδειξη πιθανών ζητημάτων δεοντολογίας και άλλο η τεκμηρίωση συγκεκριμένης παράβασης.

Υφάντης: «Οι αντοχές του είναι πολύ μεγαλύτερες»

Παρά τις αντιδράσεις και τις δημοσιογραφικές αποκαλύψεις, ο Κωνσταντίνος Υφάντης δεν θεωρεί ότι η περίπτωση του Τομ Μπάρακ μπορεί να εξομοιωθεί εύκολα με εκείνη της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ.

«Δεν βλέπω κάποια ομοιότητα», απαντά όταν ερωτάται εάν η αμφισβήτηση του Αμερικανού πρέσβη στην Τουρκία θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανάλογη εξέλιξη.

Ο καθηγητής υπενθυμίζει ότι η επιλογή προσώπων εκτός του επαγγελματικού διπλωματικού σώματος για την κάλυψη πρεσβευτικών θέσεων αποτελεί διαχρονική πρακτική στις Ηνωμένες Πολιτείες. Πολιτικοί υποστηρικτές, δωρητές και εκπρόσωποι του επιχειρηματικού κόσμου έχουν επανειλημμένα αναλάβει διπλωματικά καθήκοντα υπό διαφορετικές αμερικανικές κυβερνήσεις, αξιοποιώντας τις προσωπικές και πολιτικές σχέσεις τους με τον εκάστοτε πρόεδρο.

Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα αναφέρει τον Τζορτζ Τσούνη, τον προηγούμενο Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα.

Η στενή σχέση με τον πρόεδρο, επομένως, δεν αποτελεί από μόνη της ασυνήθιστο χαρακτηριστικό της αμερικανικής διπλωματίας. Στην περίπτωση του Μπάρακ, ωστόσο, ο Υφάντης εκτιμά ότι οι δεσμοί του με τον Ντόναλντ Τραμπ είναι ιδιαίτερα ισχυροί και ενδέχεται να λειτουργούν ως παράγοντας πολιτικής προστασίας.

«Ο κύριος Μπάρακ είναι συνεταίρος, είναι δωρητής, είναι υποστηρικτής και οικονομικά του προέδρου Τραμπ. Νομίζω ότι οι αντοχές του είναι πολύ μεγαλύτερες και οι ανοχές του Προέδρου πολύ μεγαλύτερες», σημειώνει στο CNN Greece.

Ο καθηγητής διευκρινίζει, ωστόσο, ότι η συγκεκριμένη εκτίμηση αποτελεί προσωπική του αξιολόγηση και όχι συμπέρασμα που βασίζεται σε συγκεκριμένες πληροφορίες για τις προθέσεις του Λευκού Οίκου.

«Δεν μπορεί κανείς να προεξοφλήσει τίποτα», υπογραμμίζει.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι οποιαδήποτε νέα αποκάλυψη στις Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσε να αξιοποιηθεί πολιτικά από τους Δημοκρατικούς, αυξάνοντας την πίεση προς την αμερικανική κυβέρνηση. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, η υπόθεση θα μπορούσε να αποκτήσει διαφορετική δυναμική, ανάλογα με τη βαρύτητα των νέων στοιχείων και τον τρόπο με τον οποίο θα τα διαχειριζόταν ο Λευκός Οίκος.

Δύο διαφορετικές υποθέσεις, ένα κοινό ερώτημα

Η απομάκρυνση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ και η αμφισβήτηση του Τομ Μπάρακ φωτίζουν δύο διαφορετικές περιπτώσεις προσώπων που ανέλαβαν σημαντικές διπλωματικές θέσεις έχοντας προηγουμένως αναπτύξει στενές προσωπικές, πολιτικές και επιχειρηματικές σχέσεις με τον Αμερικανό πρόεδρο.

Στην περίπτωση της Γκίλφοϊλ, οι καταγγελίες για προσωπικές οικονομικές συναλλαγές και πιθανές παραβιάσεις κανόνων δεοντολογίας συνδέθηκαν με την απόφαση του Λευκού Οίκου να ζητήσει την παραίτησή της. Στην περίπτωση του Μπάρακ, αντίθετα, η αμφισβήτηση κινείται σε περισσότερα από ένα επίπεδα: αφορά τόσο τον τρόπο άσκησης των διπλωματικών του καθηκόντων όσο και τα ερωτήματα που έχουν ανακύψει από τις επιχειρηματικές του διασυνδέσεις.

Οι δύο υποθέσεις, ωστόσο, δεν βρίσκονται στο ίδιο στάδιο. Μέχρι στιγμής, δεν υπάρχουν επιβεβαιωμένες πληροφορίες για διαδικασία απομάκρυνσης του Αμερικανού πρέσβη στην Άγκυρα, ενώ οι αποκαλύψεις για τις οικονομικές του σχέσεις δεν αποτελούν από μόνες τους απόδειξη παράνομης συμπεριφοράς.

Την ίδια στιγμή, το πολιτικό βάρος του Μπάρακ δεν εξαντλείται στον ρόλο του ως επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Τουρκία. Η ευρύτερη αποστολή που έχει αναλάβει στη Μέση Ανατολή, σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις Ουάσιγκτον – Άγκυρας, οι εξελίξεις στη Συρία και οι ενεργειακές ισορροπίες της περιοχής βρίσκονται στο επίκεντρο της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, προσδίδει στη θέση του πρόσθετη στρατηγική σημασία.

Αυτή η διάσταση ενδέχεται να επηρεάσει και τον τρόπο με τον οποίο η αμερικανική κυβέρνηση θα αξιολογήσει τις αντιδράσεις και τις καταγγελίες που τον αφορούν. Δεν αρκεί, άλλωστε, να εξεταστούν μόνο οι προσωπικές του σχέσεις με τον πρόεδρο ή η πολιτική πίεση που μπορεί να δεχθεί. Εξίσου σημαντικό είναι το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο ασκεί τα καθήκοντά του.

Για τον Κωνσταντίνο Υφάντη, η καθοριστική διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις βρίσκεται τόσο στη φύση των υποθέσεων όσο και στα περιθώρια πολιτικής αντοχής των προσώπων που βρίσκονται στο επίκεντρό τους.

Η υπόθεση Γκίλφοϊλ έχει ήδη οδηγήσει σε αλλαγή στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα. Για τον Τομ Μπάρακ, αντίθετα, η επόμενη ημέρα παραμένει ανοιχτή.

Θα παραμείνουν οι αποκαλύψεις και οι αντιδράσεις στο επίπεδο της πολιτικής αμφισβήτησης ή θα αποκτήσουν τέτοια βαρύτητα ώστε να επηρεάσουν τελικά τη θέση του στην Άγκυρα;

Προς το παρόν, η εκτίμηση του Κωνσταντίνου Υφάντη είναι σαφής: ο Τομ Μπάρακ διαθέτει μεγαλύτερα περιθώρια αντοχής. Το αν αυτά θα αποδειχθούν αρκετά θα εξαρτηθεί από την πορεία των εξελίξεων, τη βαρύτητα τυχόν νέων αποκαλύψεων και, τελικά, από το κατά πόσο η πολιτική στήριξη που διαθέτει θα εξακολουθήσει να υπερισχύει των πιέσεων που δέχεται.

Το κοινό ερώτημα, επομένως, παραμένει: πόσο μπορούν να αντέξουν οι στενοί δεσμοί με τον Αμερικανό πρόεδρο όταν οι υποθέσεις που αφορούν τους εκλεκτούς του μετατρέπονται σε πεδίο πολιτικής και θεσμικής αμφισβήτησης;

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button