Σε μια απόφαση που επιβαρύνει περαιτέρω τις ήδη τεταμένες σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με την Ουκρανία, ο Ντόναλντ Τραμπ ανέστειλε την εφαρμογή σειράς κυρώσεων κατά της Ρωσίας, μόλις δύο ημέρες πριν από την προγραμματισμένη έναρξη ισχύος τους.
Ανάλυση BBC: Γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε τώρα να συγκρουστεί με το Κίεβο και να τα βρει με τον Πούτιν- Οι εύθραυστες ισορροπίες σε εσωτερικό και εξωτερικό και η επερχόμενη ενεργειακή κρίση που αλλάζει τα δεδομένα
Τα μέτρα είχαν εγκριθεί από το αμερικανικό Κογκρέσο και υπογραφεί από τον ίδιο τον πρόεδρο τον Σεπτέμβριο, προκαλώντας ερωτήματα για τη συνέπεια της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στη Μόσχα.
Όπως αναλύει το BBC, η απόφαση λαμβάνεται σε μια περίοδο αυξανόμενης έντασης με το Κίεβο, καθώς ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι ζητεί εντονότερη οικονομική πίεση προς τη Ρωσία, την ώρα που οι ρωσικές επιθέσεις στην Ουκρανία συνεχίζονται.
Καθοριστικό ρόλο στους υπολογισμούς της Ουάσινγκτον διαδραματίζει η ενεργειακή κρίση που πυροδότησε ο πόλεμος στο Ιράν, με την άνοδο των τιμών των καυσίμων να επιβαρύνει την αμερικανική οικονομία και να δημιουργεί πολιτικό κόστος για τον Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Σε αυτό το περιβάλλον, η αμερικανική κυβέρνηση επιδιώκει να συγκρατήσει το ενεργειακό κόστος, ακόμη και μέσω της εισαγωγής ρωσικού ντίζελ. Για το Κίεβο, ωστόσο, η χαλάρωση των περιορισμών ενέχει τον κίνδυνο ενίσχυσης των εσόδων που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική προσπάθεια, αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στις οικονομικές προτεραιότητες της Ουάσινγκτον και στην προσπάθεια αποδυνάμωσης της Μόσχας.
Η αναστολή των κυρώσεων, οι αντιδράσεις και το ενεργειακό δίλημμα της Ουάσινγκτον
Με εκτελεστικό διάταγμα που εξέδωσε το βράδυ της Παρασκευής, ο Τραμπ ανέστειλε σημαντικό μέρος των προβλεπόμενων κυρώσεων, επικαλούμενος το «εθνικό συμφέρον» των Ηνωμένων Πολιτειών.
Η νομοθεσία που είχε εγκρίνει το Κογκρέσο προέβλεπε τη δυνατότητα επιβολής δασμών έως και 100% στις εισαγωγές από τις πέντε μεγαλύτερες χώρες που αγοράζουν ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο, μεταξύ των οποίων η Κίνα και η Ινδία.
Περιλάμβανε επίσης κυρώσεις σε υψηλόβαθμους Ρώσους αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένου του Βλαντίμιρ Πούτιν, σε χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και στον λεγόμενο «σκιώδη στόλο» δεξαμενόπλοιων, μέσω του οποίου η Μόσχα παρακάμπτει τους υφιστάμενους περιορισμούς στις εξαγωγές της.
Η εξαίρεση σημαντικού μέρους των μέτρων προκάλεσε αντιδράσεις στο Κογκρέσο. Ο Δημοκρατικός βουλευτής της Βιρτζίνια, Ντον Μπέγερ, κατηγόρησε τον Αμερικανό πρόεδρο ότι υποχωρεί απέναντι στη Μόσχα και εγκαταλείπει την Ουκρανία. Όπως υποστήριξε, η απόφαση αποτελεί νέα παραχώρηση προς τον Πούτιν, προδίδει τους Ουκρανούς εταίρους των ΗΠΑ και αντιβαίνει στην πρόθεση του Κογκρέσου να τιμωρήσει τη Ρωσία για τον πόλεμο.
Αντίθετα, η ρωσική πλευρά υποδέχθηκε θετικά την εξέλιξη. Ο Ρώσος απεσταλμένος Κίριλ Ντμίτριεφ χαρακτήρισε την αναστολή των κυρώσεων «σημαντική και πραγματικά ιστορική στιγμή». Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, υποστήριξε ότι οι κυρώσεις θα προκαλούσαν σοβαρή ζημιά στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην παγκόσμια αγορά, προσθέτοντας ότι η οικονομική συνεργασία μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας μπορεί να ωφελήσει και τις δύο χώρες.
Η θετική αντίδραση της Μόσχας ενισχύει τις ανησυχίες του Κιέβου, το οποίο επιδιώκει να περιορίσει τα ενεργειακά έσοδα που στηρίζουν τη ρωσική πολεμική μηχανή. Ο Ζελένσκι εξέφρασε έντονη δυσαρέσκεια για την αμερικανική απόφαση, υποστηρίζοντας ότι τα μέτρα θα μπορούσαν να ασκήσουν ουσιαστική πίεση στη Ρωσία.
Όπως δήλωσε το πρωί του Σαββάτου, οι κυρώσεις «θα μπορούσαν να είχαν βοηθήσει πάρα πολύ», καθώς στόχος της νομοθεσίας ήταν να αυξηθεί το οικονομικό κόστος της ρωσικής εισβολής και να επιταχυνθεί ο τερματισμός του πολέμου.
Ανάλυση BBC: Γιατί ο Ντόναλντ Τραμπ αποφάσισε τώρα να συγκρουστεί με το Κίεβο και να τα βρει με τον Πούτιν- Οι εύθραυστες ισορροπίες σε εσωτερικό και εξωτερικό και η επερχόμενη ενεργειακή κρίση που αλλάζει τα δεδομένα
Ο Ουκρανός πρόεδρος συνέδεσε την απόφαση με τις συνεχιζόμενες επιθέσεις κατά των ενεργειακών υποδομών της χώρας του. Σύμφωνα με τον ίδιο, ρωσικά πλήγματα έπληξαν 15 ενεργειακές εγκαταστάσεις μέσα σε μία νύχτα, προκαλώντας διακοπές ηλεκτροδότησης σε αρκετές περιοχές.
«Η Ρωσία προσπαθεί να προκαλέσει μπλακάουτ στην Ουκρανία, λίγο πριν από τον χειμώνα», προειδοποίησε.
Παράλληλα, τόνισε ότι οι Αμερικανοί πολίτες πρέπει να γνωρίζουν τι συμβαίνει στο πεδίο του πολέμου, ενώ εκτίμησε ότι η κυβέρνηση Τραμπ ενδέχεται να προχωρήσει στην άρση και άλλων περιορισμών κατά της Ρωσίας.
Το βασικό δίλημμα για την Ουάσινγκτον παραμένει η εξισορρόπηση δύο αντικρουόμενων προτεραιοτήτων: της συγκράτησης των τιμών της ενέργειας για τους Αμερικανούς καταναλωτές και της διατήρησης της οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα. Η ενεργειακή κρίση μετατρέπεται έτσι σε παράγοντα που επηρεάζει άμεσα τόσο την αμερικανική εσωτερική πολιτική όσο και τις διεθνείς ισορροπίες.
Η σύγκρουση Τραμπ – Ζελένσκι, το Starlink και οι νέες επιθέσεις
Η διαφωνία για τις ενεργειακές υποδομές επιδείνωσε περαιτέρω τις σχέσεις των δύο προέδρων. Ο Τραμπ είχε υποστηρίξει ότι Ρωσία και Ουκρανία συμφώνησαν σε μια μορφή «ενεργειακής εκεχειρίας», η οποία θα διευκόλυνε τις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ.
Η δήλωση προκάλεσε έκπληξη στο Κίεβο, με τον Ζελένσκι να ξεκαθαρίζει ότι η Ουκρανία θα σταματούσε τα πλήγματα εφόσον η Ρωσία έκανε το ίδιο. Ωστόσο, μετά από τρεις ημέρες νέων ρωσικών επιθέσεων, οι ουκρανικές δυνάμεις επανέλαβαν τα πλήγματα κατά ρωσικών διυλιστηρίων.
Ο Τραμπ αντέδρασε έντονα, χαρακτηρίζοντας τις ουκρανικές επιθέσεις «ντροπή», ενώ ο Ζελένσκι απάντησε ότι υπερασπίζεται τα συμφέροντα της χώρας του. Η αντιπαράθεση πήρε και προσωπικές διαστάσεις, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι ο Ζελένσκι είναι «πιο δύσκολος στη συνεννόηση» από τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Από την πλευρά του, ο Ουκρανός πρόεδρος, μιλώντας σε Σύνοδο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχολίασε ότι είναι ευχάριστο να βρίσκεται ανάμεσα σε «πραγματικούς ηγέτες», σε μια δήλωση που ερμηνεύθηκε ως αιχμή κατά του Τραμπ. Οι δημόσιες αυτές αντιπαραθέσεις αποτυπώνουν τη δυσκολία διαμόρφωσης κοινής γραμμής για τη διαχείριση του πολέμου και τους όρους μιας ενδεχόμενης συμφωνίας.
Στο ήδη επιβαρυμένο κλίμα προστέθηκε η υπόθεση του Starlink, του δορυφορικού συστήματος επικοινωνιών που χρησιμοποιούν οι ουκρανικές δυνάμεις. Σύμφωνα με ουκρανικές αναφορές, την περασμένη εβδομάδα περιορίστηκε αιφνιδιαστικά η ταχύτητα με την οποία μπορούσαν να κινούνται μη επανδρωμένα αεροσκάφη διατηρώντας τη σύνδεσή τους στο διαδίκτυο. Οι περιορισμοί φέρεται να επηρέασαν στρατιωτικές επιχειρήσεις και να δυσχέραναν την αντιμετώπιση ρωσικών επιθέσεων.
Την ίδια περίοδο, η Ρωσία εξαπέλυσε σειρά θανατηφόρων πληγμάτων, ενώ κάτοικοι και ουκρανικές αρχές ανέφεραν ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν υπήρξε έγκαιρη προειδοποίηση. Ο Ζελένσκι δήλωσε την Παρασκευή ότι η κανονική λειτουργία του Starlink δεν είχε ακόμη αποκατασταθεί πλήρως.
Ο Τραμπ αρνήθηκε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες διέκοψαν την ανταλλαγή πληροφοριών με την Ουκρανία ή ότι υπήρξε σκόπιμη παρέμβαση για τον περιορισμό των δυνατοτήτων του συστήματος. Η υπόθεση αναδεικνύει την εξάρτηση του ουκρανικού στρατού από δυτικές τεχνολογικές υποδομές και εντείνει την αβεβαιότητα για τη συνέχεια της αμερικανικής υποστήριξης.
Την ίδια ώρα, οι ρωσικές επιθέσεις συνεχίζουν να προκαλούν απώλειες. Σύμφωνα με τις ουκρανικές αρχές, τουλάχιστον εννέα άνθρωποι σκοτώθηκαν και περίπου 60 τραυματίστηκαν από ρωσικά πλήγματα σε διάφορες περιοχές της χώρας μέσα σε ένα 24ωρο.
Στη Χερσώνα, ένας οδηγός ασθενοφόρου έχασε τη ζωή του και άλλοι 20 άνθρωποι τραυματίστηκαν σε επιθέσεις το πρωί του Σαββάτου. Πλήγματα καταγράφηκαν επίσης σε περιοχές της Ζαπορίζια.
Το ρωσικό υπουργείο Άμυνας ανακοίνωσε ότι έπληξε εγκαταστάσεις που συνδέονται με την ουκρανική αμυντική βιομηχανία, μεταξύ των οποίων χαλυβουργικές μονάδες, ένας ηλεκτρικός υποσταθμός και ένα φορτηγό πλοίο στη Μαύρη Θάλασσα.
Οι δύο πλευρές συνεχίζουν να στοχεύουν ενεργειακές και βιομηχανικές υποδομές, με το Κίεβο να υποστηρίζει ότι επιδιώκει να περιορίσει τα έσοδα που χρηματοδοτούν τον ρωσικό πόλεμο και τη Μόσχα να ισχυρίζεται ότι πλήττει εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται από τον ουκρανικό στρατό.
Η ενεργειακή κρίση, επομένως, δεν αποτελεί απλώς μια παράλληλη οικονομική εξέλιξη. Επηρεάζει τις κυρώσεις, τις διπλωματικές σχέσεις και τη στρατιωτική υποστήριξη προς το Κίεβο, αναδεικνύοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στις οικονομικές ανάγκες της Ουάσινγκτον και στη στρατηγική αποδυνάμωσης της Μόσχας.
Το ερώτημα που ανακύπτει είναι κατά πόσο οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας θα οδηγήσουν σε περαιτέρω χαλάρωση των περιορισμών ή αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διατηρήσουν την οικονομική πίεση προς τη Ρωσία ως βασικό εργαλείο για τον τερματισμό του πολέμου.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα