Το ψωμί αποτελεί ένα από τα πιο σταθερά σημεία αναφοράς στην καθημερινότητα των ελληνικών νοικοκυριών. Πίσω, όμως, από τη γνώριμη μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού και τη διαχρονική παρουσία του συνοικιακού φούρνου στη γειτονιά, η πραγματικότητα για τους παραδοσιακούς αρτοποιούς γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.
Εκτός από το «Χωριάτικο» υπάρχουν και οι κανονικοί αρτοποιοί: Tο δυσβάσταχτο ενεργειακό κόστος απειλεί με λουκέτα τον κλάδο- Η Ομοσπονδία Αρτοποιών Ελλάδος εκτιμά ότι περίπου 1.500 παραδοσιακοί φούρνοι έχουν κλείσει μόνο την τελευταία τριετία
Το αυξημένο ενεργειακό κόστος, οι ανατιμήσεις στις πρώτες ύλες, η υποχώρηση της κατανάλωσης και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός διαμορφώνουν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τις μικρές επιχειρήσεις του κλάδου, οι οποίες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στις αυξανόμενες δαπάνες και στις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες των πελατών τους.
Η ενεργειακή κρίση έρχεται να προσθέσει ένα ακόμη βάρος στις ήδη επιβαρυμένες πλάτες των επαγγελματιών, καθώς η καθημερινή λειτουργία ενός αρτοποιείου προϋποθέτει τη χρήση ενεργοβόρου εξοπλισμού και συνεπάγεται σημαντικά έξοδα για ηλεκτρικό ρεύμα και καύσιμα. Την ίδια στιγμή, το κόστος των πρώτων υλών, η μισθοδοσία, οι ασφαλιστικές εισφορές και οι φορολογικές υποχρεώσεις περιορίζουν ακόμη περισσότερο τα περιθώρια αντοχής, καθιστώντας ολοένα δυσκολότερη τη διατήρηση της βιωσιμότητας των παραδοσιακών φούρνων.
Οι αριθμοί που παρουσιάζει η Ομοσπονδία Αρτοποιών Ελλάδος αποτυπώνουν το μέγεθος της ανησυχίας. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, περίπου 1.500 παραδοσιακά αρτοποιεία έχουν διακόψει τη λειτουργία τους μέσα στην τελευταία τριετία, με τους εκπροσώπους του κλάδου να προειδοποιούν ότι, χωρίς ουσιαστική κρατική στήριξη, η πίεση στις μικρές επιχειρήσεις ενδέχεται να ενταθεί περαιτέρω.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε στις αρχές Οκτωβρίου η πρόεδρος της Ομοσπονδίας Αρτοποιών Ελλάδος, Έλσα Κουκουμέρια, από τα περίπου 1.500 αρτοποιεία που εκτιμάται ότι έκλεισαν την τελευταία τριετία, τα 1.200 οδηγήθηκαν σε διακοπή λειτουργίας εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών, ενώ τα υπόλοιπα 300 έκλεισαν επειδή δεν υπήρχε διάδοχη κατάσταση για να συνεχίσει τη δραστηριότητα.
Πίσω από κάθε λουκέτο βρίσκεται μια διαφορετική ιστορία: ένας επαγγελματίας που αδυνατεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, μια οικογενειακή επιχείρηση που δεν μπορεί να εξασφαλίσει τη συνέχειά της ή ένας φούρνος που, παρά την πολυετή παρουσία του στην τοπική αγορά, δεν βρίσκει πλέον τον τρόπο να παραμείνει βιώσιμος. Για πολλές μικρές επιχειρήσεις, η καθημερινή προσπάθεια δεν αφορά πλέον μόνο την παραγωγή και την πώληση ψωμιού, αλλά πρωτίστως την εξασφάλιση των αναγκαίων εσόδων για να καλυφθούν τα λειτουργικά έξοδα.
Χρειάζεται, ωστόσο, να σημειωθεί ότι οι αριθμοί αυτοί αποτελούν εκτιμήσεις της Ομοσπονδίας και δεν έχουν διασταυρωθεί μέσω ανεξάρτητης καταμέτρησης από την ΕΛΣΤΑΤ ή το ΓΕΜΗ. Με βάση τις εκτιμήσεις των εκπροσώπων του κλάδου, τα παραδοσιακά αρτοποιεία που εξακολουθούν να λειτουργούν στη χώρα ανέρχονται σε περίπου 12.000.
Η Ομοσπονδία επανέφερε το ζήτημα των λουκέτων και του αυξανόμενου λειτουργικού κόστους στην ανοιχτή επιστολή που απέστειλε στις 19 Οκτωβρίου 2026, συνδέοντας την οικονομική πίεση που δέχονται οι επιχειρήσεις με τις ανατιμήσεις στην ενέργεια, αλλά και με τον ανταγωνισμό από τα καταστήματα bake off, τα οποία διαθέτουν προϊόντα που ολοκληρώνονται με το τελικό στάδιο του ψησίματος στο σημείο πώλησης.
Το ενεργειακό κόστος που «καίει» τους φούρνους
Για έναν παραδοσιακό φούρνο, η ενέργεια δεν αποτελεί μια δευτερεύουσα λειτουργική δαπάνη, αλλά βασική προϋπόθεση για την καθημερινή παραγωγή. Οι φούρνοι ψησίματος, τα ζυμωτήρια και ο υπόλοιπος επαγγελματικός εξοπλισμός απαιτούν συνεχή λειτουργία, ενώ η παραγωγική διαδικασία εκτείνεται σε πολλές ώρες της ημέρας, συχνά ξεκινώντας από τη νύχτα ή τις πρώτες πρωινές ώρες, προκειμένου το ψωμί να βρίσκεται εγκαίρως στα ράφια.
Αυτό σημαίνει ότι κάθε αύξηση στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος και των καυσίμων μεταφέρεται άμεσα στον προϋπολογισμό της επιχείρησης. Σε αντίθεση με άλλες δραστηριότητες που έχουν τη δυνατότητα να περιορίσουν ευκολότερα την κατανάλωση ενέργειας, η αρτοποιία έχει συγκεκριμένες παραγωγικές ανάγκες, τις οποίες δεν μπορεί να παρακάμψει χωρίς να επηρεάσει τη λειτουργία της.
Σύμφωνα με την Ομοσπονδία Αρτοποιών Ελλάδος, η μηνιαία κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας ενός αρτοποιείου μπορεί να ξεπερνά τις 10.000 έως 15.000 κιλοβατώρες, ανάλογα με το μέγεθος της επιχείρησης και τον εξοπλισμό που διαθέτει. Πρόκειται για ιδιαίτερα υψηλές ενεργειακές ανάγκες, οι οποίες καθιστούν τον κλάδο ευάλωτο στις διακυμάνσεις της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.
Στην επίσημη επιστολή της, η Ομοσπονδία επισημαίνει ότι η μεσοσταθμική τιμή αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε από τα 155,083 ευρώ ανά μεγαβατώρα τον Αύγουστο του 2026 στα 187,567 ευρώ τον Σεπτέμβριο, ενώ, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις που επικαλείται για τον Οκτώβριο, η τιμή ενδέχεται να ξεπεράσει τα 190 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Οι συγκεκριμένες τιμές αφορούν τη χονδρεμπορική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και όχι το τελικό ποσό που καταβάλλει ένα αρτοποιείο στον προμηθευτή του. Η τελική επιβάρυνση διαφοροποιείται ανάλογα με τη σύμβαση προμήθειας, τις χρεώσεις και τους υπόλοιπους όρους τιμολόγησης. Ωστόσο, η πορεία της χονδρεμπορικής αγοράς αποτελεί έναν από τους παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος ενέργειας για τις επιχειρήσεις.
Το πρόβλημα, επομένως, δεν περιορίζεται σε μια πρόσκαιρη αύξηση ενός λογαριασμού. Για τις επιχειρήσεις που λειτουργούν με περιορισμένα περιθώρια κέρδους, η συσσώρευση ενεργειακών επιβαρύνσεων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την οικονομική τους επιβίωση.
Πόσο τζίρο χρειάζεται καθημερινά ένας φούρνος για να σταθεί όρθιος
Το μέγεθος της επιβάρυνσης αποτυπώνεται και στα στοιχεία που παρουσίασε ο πρόεδρος του Σωματείου Αρτοποιών Μαγνησίας, Κωνσταντίνος Τσουράπας, μιλώντας στην ΕΡΤ. Μέσα από το παράδειγμα της δικής του επιχείρησης, περιέγραψε τις καθημερινές ενεργειακές ανάγκες ενός αρτοποιείου και το ύψος των δαπανών που πρέπει να καλύπτονται προτού υπολογιστούν οι υπόλοιπες υποχρεώσεις.
Όπως ανέφερε, το ημερήσιο κόστος για ηλεκτρικό ρεύμα φτάνει περίπου τα 60 ευρώ, ενώ άλλα 60 ευρώ απαιτούνται για πετρέλαιο. Το συνολικό ενεργειακό κόστος διαμορφώνεται, επομένως, στα 120 ευρώ την ημέρα, ένα ποσό που επιβαρύνει σταθερά τον οικονομικό προγραμματισμό της επιχείρησης.
«Είναι δυσβάσταχτο αυτό», δήλωσε ο ίδιος, εκτιμώντας ότι ένα μικρό αρτοποιείο με αντίστοιχες δαπάνες χρειάζεται ημερήσιο τζίρο περίπου 600 ευρώ, ώστε να μπορέσει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του.
Το ποσό αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί καθαρό κέρδος. Ο τζίρος είναι το σύνολο των εσόδων από τις πωλήσεις, από το οποίο πρέπει να αφαιρεθούν όχι μόνο οι δαπάνες για ηλεκτρικό ρεύμα και καύσιμα, αλλά και το κόστος των αλεύρων και των υπόλοιπων πρώτων υλών, η μισθοδοσία, οι ασφαλιστικές εισφορές, η φορολογία και κάθε άλλη λειτουργική υποχρέωση.
Με άλλα λόγια, ένας φούρνος μπορεί να καταγράφει καθημερινές πωλήσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι διαθέτει και τα απαραίτητα περιθώρια για να καλύψει με άνεση το σύνολο των εξόδων του. Όσο μεγαλύτερο μέρος των εσόδων απορροφάται από τις λειτουργικές δαπάνες, τόσο δυσκολότερο γίνεται να εξασφαλιστούν τα αναγκαία κεφάλαια για τη συντήρηση του εξοπλισμού, την ανανέωση των εγκαταστάσεων και τη συνέχιση της δραστηριότητας.
Η πίεση γίνεται εντονότερη όταν οι αυξημένες δαπάνες συνδυάζονται με χαμηλότερες πωλήσεις. Σε αυτή την περίπτωση, οι επαγγελματίες καλούνται να διαχειριστούν δύο προβλήματα ταυτόχρονα: από τη μία πλευρά, το κόστος παραγωγής ανεβαίνει και, από την άλλη, τα έσοδα δεν ακολουθούν αναγκαστικά την ίδια πορεία.
Λιγότερη κατανάλωση, μικρότερα περιθώρια για ανατιμήσεις
Η εικόνα στην αγορά γίνεται ακόμη πιο σύνθετη εξαιτίας της υποχώρησης της κατανάλωσης. Οι αρτοποιοί δεν έχουν απέναντί τους μόνο τις αυξημένες δαπάνες, αλλά και ένα καταναλωτικό κοινό που προσπαθεί να περιορίσει τα καθημερινά του έξοδα, καθώς η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει τον οικογενειακό προϋπολογισμό.
Το ψωμί παραμένει βασικό αγαθό, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι οι αγορές των νοικοκυριών μένουν ανεπηρέαστες από τις οικονομικές συνθήκες. Η συγκράτηση των δαπανών, η προσεκτικότερη διαχείριση των αγορών και η αναζήτηση οικονομικότερων επιλογών επηρεάζουν τις πωλήσεις, δημιουργώντας πρόσθετες δυσκολίες στις επιχειρήσεις που πρέπει να καλύψουν σταθερά λειτουργικά έξοδα.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι παραδοσιακοί αρτοποιοί προσπαθούν να αποφύγουν νέες αυξήσεις στις τιμές, γνωρίζοντας ότι κάθε ανατίμηση μπορεί να επιβαρύνει περαιτέρω τους πελάτες τους. Η δυνατότητα συγκράτησης των τιμών, ωστόσο, έχει συγκεκριμένα όρια, καθώς καμία επιχείρηση δεν μπορεί να απορροφά επ’ αόριστον τις αυξήσεις του κόστους χωρίς να θέτει σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά της.
Σύμφωνα με όσα ανέφεραν εκπρόσωποι της Ομοσπονδίας σε συνέντευξη Τύπου, οι επαγγελματίες επιδιώκουν να διατηρήσουν τις τιμές αμετάβλητες για όσο διάστημα το επιτρέπουν τα οικονομικά τους περιθώρια, χωρίς να αποκλείουν το ενδεχόμενο νέων ανατιμήσεων. Παράλληλα, αναγνώρισαν ότι η κατανάλωση ψωμιού εξακολουθεί να μειώνεται, γεγονός που επιβαρύνει την εμπορική δραστηριότητα των αρτοποιείων σε μια περίοδο κατά την οποία τα έξοδα παραμένουν αυξημένα.
Το δίλημμα είναι σαφές: οι επαγγελματίες θέλουν να διατηρήσουν προσιτές τιμές για τους καταναλωτές, αλλά πρέπει ταυτόχρονα να εξασφαλίσουν ότι οι πωλήσεις τους επαρκούν για να καλύψουν το κόστος παραγωγής. Όσο περιορίζονται τα περιθώρια κέρδους, τόσο δυσκολότερο γίνεται να διατηρηθεί αυτή η ισορροπία.
Εκτός από το «Χωριάτικο» υπάρχουν και οι κανονικοί αρτοποιοί: Tο δυσβάσταχτο ενεργειακό κόστος απειλεί με λουκέτα τον κλάδο- Η Ομοσπονδία Αρτοποιών Ελλάδος εκτιμά ότι περίπου 1.500 παραδοσιακοί φούρνοι έχουν κλείσει μόνο την τελευταία τριετία
Η έκκληση για κρατική ενίσχυση και η επιστροφή της επιδότησης
Την ανάγκη άμεσης οικονομικής στήριξης του κλάδου επανέφερε η Ομοσπονδία Αρτοποιών Ελλάδος με ανοιχτή επιστολή της στις 19 Οκτωβρίου 2026, ζητώντας την έκτακτη κρατική επιδότηση του ενεργειακού κόστους των παραδοσιακών αρτοποιείων.
Στην επιστολή, την οποία υπογράφουν η πρόεδρος της Ομοσπονδίας, Έλσα Κουκουμέρια, και ο γενικός γραμματέας, Κώστας Κεβρεκίδης, υπογραμμίζεται ότι οι αυξημένοι λογαριασμοί ενέργειας έχουν περιορίσει σημαντικά τις οικονομικές αντοχές των επιχειρήσεων, εντείνοντας τον κίνδυνο διακοπής της λειτουργίας τους.
Η Ομοσπονδία υπενθυμίζει ότι η ανάγκη ειδικής στήριξης της αρτοποιίας είχε αναγνωριστεί και κατά την περίοδο 2024-2025, όταν χορηγήθηκε επιδότηση ηλεκτρικής ενέργειας ύψους 0,04 ευρώ ανά κιλοβατώρα για τις επιχειρήσεις του κλάδου. Η συγκεκριμένη ενίσχυση ήταν κατά 50% υψηλότερη από εκείνη που είχε δοθεί στις υπόλοιπες επιχειρήσεις.
Με βάση αυτό το προηγούμενο, οι εκπρόσωποι των αρτοποιών ζητούν την επαναφορά μιας αντίστοιχης παρέμβασης, με στόχο να περιοριστεί η επιβάρυνση από το ηλεκτρικό ρεύμα και να δοθεί στις επιχειρήσεις ο απαραίτητος χρόνος για να διαχειριστούν τις αυξημένες δαπάνες τους.
Παράλληλα, ζητούν συνάντηση με τους αρμόδιους φορείς, προκειμένου να εξεταστούν συνολικά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η βιοτεχνική αρτοποιία και να αναζητηθούν λύσεις που θα ανταποκρίνονται στις ιδιαίτερες ανάγκες του κλάδου.
Το αίτημα για επιδότηση δεν αφορά μόνο τη μείωση ενός επιμέρους λειτουργικού εξόδου. Για τους επαγγελματίες, η κρατική παρέμβαση αποτελεί ένα μέσο περιορισμού των πιέσεων που δέχονται οι επιχειρήσεις, σε μια αγορά όπου η δυνατότητα μετακύλισης του κόστους στις τελικές τιμές είναι περιορισμένη από την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.
Παραδοσιακοί φούρνοι και bake off: Η μάχη για την ταυτότητα της αρτοποιίας
Πέρα από το ενεργειακό κόστος και τη μειωμένη κατανάλωση, οι παραδοσιακοί αρτοποιοί θέτουν με έμφαση και το ζήτημα του ανταγωνισμού από τα καταστήματα bake off. Πρόκειται για ένα θέμα που αφορά όχι μόνο την εμπορική θέση των επιχειρήσεων, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο διακρίνονται στην αγορά τα καταστήματα που παρασκευάζουν ψωμί από εκείνα που διαθέτουν προϊόντα τα οποία έχουν παραχθεί σε άλλο χώρο και ολοκληρώνουν το ψήσιμό τους στο σημείο πώλησης.
Οι εκπρόσωποι του κλάδου ζητούν αλλαγές στο πλαίσιο που διέπει τη χρήση των όρων «φούρνος» και «αρτοποιείο», επιδιώκοντας σαφέστερο διαχωρισμό ανάμεσα στις επιχειρήσεις που παράγουν ψωμί και στα καταστήματα bake off. Όπως υποστηρίζουν, η διάκριση αυτή είναι αναγκαία τόσο για την ορθή ενημέρωση των καταναλωτών όσο και για τη διαμόρφωση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού.
Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσίασε η Ομοσπονδία, την τελευταία τριετία άνοιξαν περίπου 600 σημεία bake off, εκ των οποίων τα μισά ανήκουν σε μεγάλες αρτοβιομηχανίες. Οι αριθμοί αυτοί, όπως τους επικαλείται ο κλάδος, ενισχύουν την ανησυχία των παραδοσιακών αρτοποιών για την εξέλιξη της αγοράς και την αυξανόμενη παρουσία επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται με διαφορετικό παραγωγικό και εμπορικό μοντέλο.
Για έναν παραδοσιακό φούρνο, η παραγωγή ψωμιού προϋποθέτει εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, πρώτες ύλες και καθημερινή εργασία σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Οι επαγγελματίες υποστηρίζουν ότι αυτή η διαφορά πρέπει να αποτυπώνεται με σαφήνεια στην αγορά, ώστε ο καταναλωτής να γνωρίζει τι είδους επιχείρηση επιλέγει και πώς έχει παραχθεί το προϊόν που αγοράζει.
Η αντιπαράθεση, επομένως, δεν περιορίζεται στην εμπορική προβολή ή στην ονομασία των καταστημάτων. Αγγίζει ευρύτερα ζητήματα σχετικά με τους όρους ανταγωνισμού, την ενημέρωση του κοινού και τη θέση των μικρών, ανεξάρτητων αρτοποιείων απέναντι σε μεγαλύτερα επιχειρηματικά σχήματα.
Μάλιστα, οι εκπρόσωποι της Ομοσπονδίας δεν αποκλείουν ακόμη και προσφυγή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για το συγκεκριμένο ζήτημα, εφόσον κρίνουν ότι δεν υπάρχουν επαρκείς λύσεις στο ισχύον πλαίσιο.
Το μεγάλο στοίχημα για το μέλλον των παραδοσιακών φούρνων
Η επόμενη περίοδος αναμένεται να αποτελέσει κρίσιμη δοκιμασία για τη βιοτεχνική αρτοποιία. Το ενεργειακό κόστος, οι τιμές των πρώτων υλών, η πορεία της κατανάλωσης και οι συνθήκες ανταγωνισμού θα καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό το κατά πόσο οι επιχειρήσεις θα μπορέσουν να συνεχίσουν τη δραστηριότητά τους χωρίς νέες απώλειες.
Με περίπου 12.000 παραδοσιακά αρτοποιεία να λειτουργούν στη χώρα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των εκπροσώπων του κλάδου, το διακύβευμα δεν αφορά μόνο την οικονομική επιβίωση μεμονωμένων επιχειρήσεων. Αφορά και τη διατήρηση ενός παραγωγικού μοντέλου που στηρίζεται σε μικρές, συχνά οικογενειακές επιχειρήσεις, με καθημερινή παρουσία στις τοπικές κοινωνίες.
Οι εκτιμήσεις για περίπου 1.500 λουκέτα την τελευταία τριετία, παρότι δεν έχουν επιβεβαιωθεί μέσω ανεξάρτητης καταμέτρησης, αποτυπώνουν την έντονη ανησυχία που επικρατεί στον κλάδο. Όταν οι λειτουργικές δαπάνες αυξάνονται, οι πωλήσεις πιέζονται και οι δυνατότητες ανατίμησης περιορίζονται, η διατήρηση μιας επιχείρησης σε λειτουργία γίνεται ολοένα δυσκολότερη υπόθεση.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα