Η απομάκρυνση τραπεζικών υποδομών από την ελληνική περιφέρεια ανοίγει ένα ακόμη δύσκολο κεφάλαιο για τους κατοίκους μικρών και απομακρυσμένων περιοχών. Όταν ένα χωριό μένει χωρίς ΑΤΜ ή χωρίς εύκολη πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες, η καθημερινότητα γίνεται δυσκολότερη, ιδιαίτερα για ηλικιωμένους και ανθρώπους που δεν είναι εξοικειωμένοι με τις ηλεκτρονικές συναλλαγές.
Το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την ανάληψη μετρητών. Αφορά την ίδια την πρόσβαση του πολίτη σε βασικές υπηρεσίες. Για έναν κάτοικο ενός μικρού χωριού, η απουσία ΑΤΜ μπορεί να σημαίνει μετακίνηση αρκετών χιλιομέτρων στην πλησιέστερη κωμόπολη, επιπλέον έξοδα και απώλεια χρόνου για μια απλή συναλλαγή.
Και εδώ προκύπτει ένα εύλογο πολιτικό ερώτημα: ποιος προστατεύει τελικά την ελληνική περιφέρεια;
Η κυβέρνηση έχει κατά καιρούς διακηρύξει ότι η ψηφιοποίηση και οι ηλεκτρονικές πληρωμές αποτελούν το μέλλον των συναλλαγών. Πράγματι, οι ψηφιακές υπηρεσίες μπορούν να διευκολύνουν σημαντικά τον πολίτη. Όμως δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι για την εγκατάλειψη εκείνων που είτε δεν μπορούν είτε δεν γνωρίζουν να χρησιμοποιούν αποκλειστικά ηλεκτρονικές υπηρεσίες.
Το ίδιο το κυβερνητικό αφήγημα για την προστασία των πολιτών από τις τραπεζικές χρεώσεις έχει ήδη συνοδευτεί από παρεμβάσεις σχετικά με τις προμήθειες στα ΑΤΜ.
Όμως η συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο πόσο θα κοστίζει μια ανάληψη. Τι γίνεται όταν το ΑΤΜ απλώς δεν υπάρχει;
Εκεί βρίσκεται η ουσία του προβλήματος.
Η ελληνική περιφέρεια αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια πληθυσμιακή συρρίκνωση, γήρανση και περιορισμό βασικών υπηρεσιών. Αν προστεθεί σε αυτά και η σταδιακή απομάκρυνση τραπεζικών υποδομών, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: λιγότερες υπηρεσίες σημαίνουν μικρότερη εξυπηρέτηση, μεγαλύτερη ταλαιπωρία και τελικά ακόμη λιγότερα κίνητρα για να παραμείνει κάποιος στον τόπο του.
Και η κυβέρνηση δεν μπορεί να απαντά σε όλα με την επίκληση της «ψηφιακής μετάβασης».
Δεν είναι όλοι οι πολίτες ίδιοι. Ένας νέος κάτοικος μιας μεγάλης πόλης μπορεί να πραγματοποιεί σχεδόν όλες τις συναλλαγές του από το κινητό. Ένας ηλικιωμένος κάτοικος ενός ορεινού χωριού, όμως, μπορεί να χρειάζεται ακόμη μετρητά και προσωπική εξυπηρέτηση.
Το κράτος οφείλει να βλέπει και αυτή την Ελλάδα.
Η κριτική προς την κυβέρνηση, επομένως, δεν αφορά την τεχνολογία. Αφορά την απουσία ενός ολοκληρωμένου σχεδίου ώστε η ψηφιοποίηση να μη μετατραπεί σε αποκλεισμό. Αν οι τράπεζες κλείνουν σημεία ή αποσύρουν υποδομές επειδή δεν θεωρούν οικονομικά συμφέρουσα την παρουσία τους σε μικρές περιοχές, τότε η Πολιτεία πρέπει να εξασφαλίζει ότι οι πολίτες δεν θα πληρώνουν το τίμημα.
Γιατί ανάπτυξη δεν είναι μόνο οι μεγάλοι δρόμοι, τα ψηφιακά συστήματα και οι επενδύσεις στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Ανάπτυξη είναι να μπορεί και ο τελευταίος κάτοικος ενός μικρού χωριού να έχει πρόσβαση στις στοιχειώδεις υπηρεσίες χωρίς να αισθάνεται πολίτης δεύτερης κατηγορίας.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πλέον πολιτικό και ξεκάθαρο: θα υπάρξει πραγματική παρέμβαση ώστε κανένα χωριό να μη μένει αποκομμένο από βασικές οικονομικές υπηρεσίες ή θα συνεχιστεί η λογική ότι η αγορά αποφασίζει και το κράτος απλώς παρακολουθεί;
Γιατί αν η δεύτερη επιλογή γίνει κανόνας, τότε η «ψηφιακή Ελλάδα» κινδυνεύει να δημιουργήσει μια ακόμη μεγαλύτερη αντίφαση: υπερσύγχρονες υπηρεσίες στις πόλεις και εγκατάλειψη στην ελληνική περιφέρεια.
Και αυτό δεν είναι εκσυγχρονισμός. Είναι κοινωνικός αποκλεισμός με ψηφιακό περιτύλιγμα.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα