Ο Ερντογάν επαναφέρει δυναμικά στο προσκήνιο την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, την ώρα που η Άγκυρα έχει ήδη ανοίξει τον δρόμο για την απόκτηση Eurofighter.
«Αερομαχίες» πάνω από το Αιγαίο: Ο Ερντογάν ξαναχτυπά για τα F-35- Το «αγκάθι» των Ρωσικών S-400 και η εκπαίδευση των Τούρκων πιλότων στα Eurofighter – H απάντηση της Ελλάδας με Rafale, F-16 Viper και την «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Οι Τούρκοι πιλότοι περνούν πλέον από τη θεωρία στην πράξη, ξεκινώντας την εκπαίδευσή τους στα βρετανικά μαχητικά, ενώ η Ελλάδα χτίζει ήδη τη δική της επόμενη ημέρα με F-35, Rafale, F-16 Viper, την «Ασπίδα του Αχιλλέα» και εξετάζει ένα ιδιαίτερα ισχυρό όπλο για τα stealth μαχητικά της.
Μια νέα και εξαιρετικά σημαντική μεταβλητή προστίθεται στην εξοπλιστική εξίσωση Ελλάδας και Τουρκίας. Η Άγκυρα επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση το αίτημά της να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35, την ώρα που το πρόγραμμα των Eurofighter Typhoon έχει ήδη περάσει από το επίπεδο των συζητήσεων σε εκείνο της υλοποίησης.
Η εξέλιξη μόνο τυχαία δεν είναι. Στις 24 Σεπτεμβρίου 2026, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μετά τις επαφές του στις ΗΠΑ, δήλωσε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκφράσει θετική διάθεση για την επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 και ότι η Άγκυρα αναμένει πλέον αυτή η πολιτική βούληση να μεταφραστεί σε «συγκεκριμένα βήματα».
Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι έχει ήδη συμφωνηθεί η πώληση F-35 στην Τουρκία. Σημαίνει ότι ένα ζήτημα που επί χρόνια παρέμενε ουσιαστικά παγωμένο επιστρέφει ενεργά στην ατζέντα της Ουάσιγκτον.
Και για την Ελλάδα αυτή η εξέλιξη έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Για πρώτη φορά διαμορφώνεται ένα σενάριο στο οποίο Αθήνα και Άγκυρα θα μπορούσαν, σε διαφορετικούς χρόνους και υπό διαφορετικές πολιτικές και νομικές προϋποθέσεις, να βρεθούν με μαχητικά πέμπτης γενιάς.
Το μεγάλο εμπόδιο παραμένει: οι S-400
Η Τουρκία απομακρύνθηκε από το πρόγραμμα των F-35 το 2019, μετά την παραλαβή του ρωσικού αντιαεροπορικού συστήματος S-400.
Στον πυρήνα της αμερικανικής αντίδρασης βρίσκεται η εκτίμηση ότι η συνύπαρξη των F-35 με τους S-400 δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλεια των ευαίσθητων τεχνολογιών του αμερικανικού μαχητικού και, κυρίως, για τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητάς του.
Το ζήτημα, άλλωστε, δεν είναι αποκλειστικά πολιτικό. Υπάρχει συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο στις Ηνωμένες Πολιτείες που συνδέει τη δυνατότητα μεταφοράς F-35 στην Τουρκία με την παύση κατοχής των S-400 και του σχετικού εξοπλισμού.
Με άλλα λόγια, ακόμη και στην περίπτωση που ο Λευκός Οίκος επιθυμεί μια νέα πολιτική προσέγγιση με την Άγκυρα, η επιστροφή της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτόματη ούτε δεδομένη.
Την ίδια παράμετρο έχει επισημάνει δημοσίως και η Αθήνα. Τον Ιούλιο, ο Κυριάκος Μητσοτάκης είχε αναφερθεί στα σημαντικά νομικά εμπόδια που εξακολουθούν να υφίστανται στις ΗΠΑ εξαιτίας των S-400, αποφεύγοντας ταυτόχρονα να εμφανίσει την Ελλάδα ως χώρα που επιχειρεί να υπαγορεύσει στην Ουάσιγκτον σε ποιον θα διαθέτει τα αμερικανικά οπλικά συστήματα.
Η Άγκυρα δεν περιμένει με σταυρωμένα χέρια
Μέχρι να ξεκαθαρίσει η υπόθεση των F-35, η Τουρκία δεν μένει αδρανής.
Τον Οκτώβριο του 2025 υπέγραψε με τη Βρετανία συμφωνία για την απόκτηση 20 καινούργιων Eurofighter Typhoon, συνολικής αξίας που μπορεί να φτάσει έως και τα 8 δισ. λίρες. Λίγους μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 2026, ακολούθησε μεγάλη σύμβαση για την εκπαίδευση, την τεχνική υποστήριξη και τη συντήρηση των αεροσκαφών.
Το πρόγραμμα έχει πλέον αρχίσει να αποκτά επιχειρησιακή υπόσταση.
Οι Τούρκοι χειριστές, αφού ολοκλήρωσαν την πρώτη φάση θεωρητικής εκπαίδευσης και εξοικείωσης με την ορολογία, πέρασαν στις πτήσεις εκπαίδευσης στα Eurofighter στις αρχές Σεπτεμβρίου.
Και το πρόγραμμα δεν περιορίζεται μόνο στους πιλότους.
Μεταξύ 15 και 17 Σεπτεμβρίου, τουρκικό τεχνικό κλιμάκιο επισκέφθηκε τη βρετανική βάση RAF Coningsby, όπου εξέτασε τις εγκαταστάσεις συντήρησης των Typhoon. Στόχος ήταν να τεθούν οι βάσεις για τον σχεδιασμό της μελλοντικής υποστήριξης του τουρκικού στόλου.
Με απλά λόγια, τα τουρκικά Eurofighter δεν βρίσκονται πλέον σε κάποιον μακρινό σχεδιασμό επί χάρτου. Η προετοιμασία τους έχει ήδη αρχίσει.
Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα εξακολουθεί να επενδύει και στο εγχώριο πρόγραμμα του KAAN. Ο ίδιος ο Ερντογάν επανέλαβε αυτή την εβδομάδα ότι η ανάπτυξη της τουρκικής αμυντικής βιομηχανίας και του KAAN παραμένει στρατηγική προτεραιότητα.
Έτσι, το τουρκικό αεροπορικό οικοδόμημα διαμορφώνεται σε τρεις παράλληλους άξονες: Eurofighter για την ενίσχυση της Πολεμικής Αεροπορίας στο μεσοδιάστημα, F-35 εφόσον ξεπεραστούν τα πολιτικά και νομικά εμπόδια στις σχέσεις με τις ΗΠΑ και KAAN ως το μακροπρόθεσμο εγχώριο πρόγραμμα ανάπτυξης μαχητικού νέας γενιάς.
Η Ελλάδα χτίζει ήδη τη δική της επόμενη ημέρα
Στην ελληνική πλευρά, η εικόνα παρουσιάζει μια κρίσιμη διαφορά: η απόκτηση των F-35 δεν αποτελεί πλέον αντικείμενο πρόθεσης ή διαπραγμάτευσης, αλλά πρόγραμμα που έχει ήδη συμβασιοποιηθεί.
Η Ελλάδα έχει συμφωνήσει την αγορά 20 F-35A, διατηρώντας παράλληλα δυνατότητα προαίρεσης για ακόμη 20 αεροσκάφη. Η επίσημη ελληνική Επιστολή Αποδοχής για το πρόγραμμα εστάλη το καλοκαίρι του 2024.
Το χρονοδιάγραμμα, πλέον, αρχίζει να αποκτά όλο και πιο συγκεκριμένο περίγραμμα.
Σύμφωνα με τις τελευταίες επίσημες τοποθετήσεις, οι Έλληνες χειριστές αναμένεται να ξεκινήσουν την εκπαίδευσή τους στα ελληνικά F-35 μέσα στο 2027. Το πρώτο αεροσκάφος προβλέπεται να παραδοθεί στην ελληνική πλευρά στις ΗΠΑ το 2028, όπου αρχικά θα αξιοποιηθεί για εκπαιδευτικούς σκοπούς.
Αργότερα θα ακολουθήσει η μεταφορά του στόλου στην Ελλάδα, με την 117 Πτέρυγα Μάχης στην Ανδραβίδα να προορίζεται ως η μελλοντική βάση των ελληνικών F-35.
Τα F-35, ωστόσο, δεν αποτελούν μια μεμονωμένη αγορά που στέκεται μόνη της μέσα στην ελληνική αεροπορική ισχύ.
Η Πολεμική Αεροπορία διαθέτει ήδη 24 Rafale, ενώ βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη το πρόγραμμα μετατροπής 83 F-16 στην έκδοση Viper. Μέσα στο 2026 είχαν ήδη παραδοθεί περισσότερα από 50 αναβαθμισμένα αεροσκάφη, ενώ έχει εγκριθεί και η περαιτέρω αναβάθμιση των F-16 Block 50.
Με βάση τον σχεδιασμό του ΥΠΕΘΑ, η εξέλιξη αυτή μπορεί να οδηγήσει τον συνολικό ελληνικό στόλο σε περισσότερα από 100 F-16 επιπέδου Viper.
Πρόκειται, επομένως, για μια σταδιακή μετάβαση σε έναν στόλο που δεν στηρίζεται σε έναν μόνο τύπο μαχητικού, αλλά σε ένα μίγμα διαφορετικών δυνατοτήτων, αισθητήρων και όπλων.
«Αερομαχίες» πάνω από το Αιγαίο: Ο Ερντογάν ξαναχτυπά για τα F-35- Το «αγκάθι» των Ρωσικών S-400 και η εκπαίδευση των Τούρκων πιλότων στα Eurofighter – H απάντηση της Ελλάδας με Rafale, F-16 Viper και την «Ασπίδα του Αχιλλέα»
Το όπλο των F-35 που βρίσκεται υπό εξέταση
Υπάρχει όμως και μία ακόμη εξέλιξη που μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία στο μέλλον.
Στις 2 Σεπτεμβρίου 2026, στελέχη της νορβηγικής Kongsberg παρουσίασαν στο Γενικό Επιτελείο Αεροπορίας τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από τον Joint Strike Missile (JSM), ένα όπλο που έχει σχεδιαστεί ειδικά για το F-35.
Εδώ απαιτείται μια κρίσιμη διευκρίνιση: μέχρι σήμερα δεν έχει ανακοινωθεί ελληνική παραγγελία JSM. Πρόκειται, σε αυτή τη φάση, για ενημέρωση και εξέταση του συστήματος.
Το ενδιαφέρον, ωστόσο, είναι εύλογο.
Ο JSM έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να μεταφέρεται στην εσωτερική αποθήκη οπλισμού του F-35, χωρίς να επιβαρύνονται τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας του αεροσκάφους. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον στόχων στη θάλασσα αλλά και στην ξηρά, έχει βάρος περίπου 416 κιλά και, σύμφωνα με την κατασκευάστρια εταιρεία, διαθέτει εμβέλεια άνω των 350 χιλιομέτρων.
Και εδώ βρίσκεται ένα από τα κρίσιμα πλεονεκτήματα της συγκεκριμένης δυνατότητας.
Η εσωτερική μεταφορά ενός όπλου μεγάλου βεληνεκούς επιτρέπει σε ένα μαχητικό πέμπτης γενιάς να διατηρεί τα χαρακτηριστικά χαμηλής παρατηρησιμότητας κατά τη διάρκεια της αποστολής. Το αεροσκάφος δεν χρειάζεται, δηλαδή, να θυσιάσει μέρος της σχεδιαστικής του φιλοσοφίας προκειμένου να μεταφέρει έναν ισχυρό οπλικό φόρτο.
Για ένα περιβάλλον όπως το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος, όπου οι αποστάσεις, η γεωγραφία, οι θαλάσσιες περιοχές και η ανάγκη έγκαιρης ανίχνευσης και προσβολής στόχων διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο, η συγκεκριμένη παράμετρος αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Η «Ασπίδα του Αχιλλέα» συμπληρώνει το παζλ
Η ελληνική προσπάθεια, όμως, δεν περιορίζεται στον αέρα.
Στις 31 Αυγούστου, η Ελλάδα υπέγραψε με το Ισραήλ τη διακρατική συμφωνία για την «Ασπίδα του Αχιλλέα», ένα ολοκληρωμένο σύστημα αντιαεροπορικής, αντιβαλλιστικής και anti-drone προστασίας, το οποίο θα λειτουργεί με ενιαίο σύστημα διοίκησης και ελέγχου.
Ο συνολικός προϋπολογισμός έχει καθοριστεί στα 3,035 δισ. ευρώ, ενώ προβλέπεται συμμετοχή 19 ελληνικών εταιρειών και ελληνική βιομηχανική συμμετοχή άνω του 25%, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου σε 750 εκατ. ευρώ.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει σημασία επειδή μεταφέρει τη συζήτηση από το μεμονωμένο οπλικό σύστημα στην έννοια της συνολικής αεράμυνας.
Δεν είναι μόνο F-35 εναντίον Eurofighter
Η συνολική εικόνα, επομένως, είναι πολύ πιο σύνθετη από μια απλή σύγκριση του τύπου «F-35 εναντίον Eurofighter».
Η αεροπορική ισορροπία της επόμενης δεκαετίας θα διαμορφωθεί από ένα πολύ μεγαλύτερο σύνολο παραμέτρων: την ποιότητα των αισθητήρων, τα όπλα μεγάλου βεληνεκούς, τις δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου, τα ιπτάμενα και επίγεια δίκτυα πληροφοριών, την αντιαεροπορική άμυνα, τη διαθεσιμότητα των αεροσκαφών και, πάνω απ’ όλα, την ικανότητα όλων αυτών των στοιχείων να λειτουργούν συνδεδεμένα μέσα σε ένα ενιαίο επιχειρησιακό δίκτυο.
Αν η Τουρκία καταφέρει τελικά να ξεπεράσει το ζήτημα των S-400 και να επιστρέψει στο πρόγραμμα των F-35, θα πρόκειται για σημαντική μεταβολή των δεδομένων στην περιοχή.
Δεν θα είναι όμως μια εξέλιξη που θα μεταμορφώσει από τη μία ημέρα στην άλλη τα δεδομένα στο Αιγαίο. Μεταξύ μιας πολιτικής απόφασης και της πραγματικής επιχειρησιακής αξιοποίησης ενός νέου μαχητικού μεσολαβούν συμφωνίες, παραγγελίες, χρόνος παραγωγής, εκπαίδευση προσωπικού, δημιουργία υποδομών, υποστήριξη και, τελικά, η ένταξη του αεροσκάφους στην καθημερινή επιχειρησιακή λειτουργία.
Το βέβαιο σήμερα, στις 26 Σεπτεμβρίου 2026, είναι ότι και οι δύο πλευρές έχουν ήδη περάσει σε μια νέα φάση αεροπορικού εκσυγχρονισμού.
Η Τουρκία προχωρά στα Eurofighter, επιδιώκει παράλληλα την επιστροφή στα F-35 και συνεχίζει να επενδύει στο KAAN.
Η Ελλάδα έχει εξασφαλίσει τα δικά της F-35, ολοκληρώνει τον μεγάλο εκσυγχρονισμό των F-16, διαθέτει ήδη Rafale και, ταυτόχρονα, δημιουργεί ένα νέο πολυεπίπεδο σύστημα αεράμυνας.
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως η ουσία της επόμενης ημέρας.
Το κρίσιμο ερώτημα των επόμενων ετών δεν θα αφορά μόνο τον αριθμό των μαχητικών που θα διαθέτει η κάθε χώρα. Θα αφορά το ποια από τις δύο πλευρές θα μπορέσει να μετατρέψει τα διαφορετικά αεροσκάφη, τους αισθητήρες, τα όπλα, τα συστήματα αεράμυνας και τα δίκτυα διοίκησης σε ένα πραγματικά ολοκληρωμένο επιχειρησιακό σύστημα.
Γιατί στη σύγχρονη αεροπορική ισχύ, το μαχητικό αποτελεί πλέον μόνο ένα κομμάτι του παζλ. Η πραγματική ισχύς βρίσκεται στο πόσο γρήγορα και αποτελεσματικά όλα τα κομμάτια μπορούν να «μιλήσουν» μεταξύ τους.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα