Η δημοσκοπική διαφορά ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ ήταν για μεγάλο διάστημα κατά πολύ μεγαλύτερη από την εικόνα που μας δίνουν οι μετρήσεις σήμερα και σε αυτό συμφωνούν ουσιαστικά όλες οι μετρήσεις. Είναι προφανές ότι το άνοιγμα του Μακεδονικού και η κατοπινή συμφωνία των Πρεσπών αύξησε την διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων αλλά παράλληλα ευνόησε και την δημιουργία μιας τομής, πάνω στην οποία η κυβέρνηση έχτισε σταδιακά, συγκροτώντας τον λεγόμενο προοδευτικό πόλο, κεφαλαιοποιώντας και τα κέρδη από τις νομοθετικές ρυθμίσεις του προηγούμενου διαστήματος, που άπτονται της δικαιωματικής ατζέντας. Και προς αυτό τον σκοπό, ο ΣΥΡΙΖΑ ψήφισε μια νέα σειρά μέτρων με κοινωνικό πρόσημο, τακτική η οποία λειτούργησε ως ένα βαθμό, καθώς η κυβέρνηση αποκόμισε μικρά αλλά υπαρκτά δημοσκοπικά οφέλη το προηγούμενο διάστημα.   Τι ήταν αυτό λοιπόν που έκανε την –μεγάλη- διαφορά και όλες οι δημοσκοπικές εταιρίες ξαφνικά εμφανίζουν την «ψαλίδα» μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων εντυπωσιακά μικρότερη το τελευταίο διάστημα; Η πολυεπίπεδη επικοινωνιακή και θεσμική ρελάνς του ΣΥΡΙΖΑ κατά τις τελευταίες ημέρες (μείωση ΦΠΑ, 13η σύνταξη, επαναφορά inclusive left populism ως εργαλείο, ομιλίες σε πλατείες κ.α) σε συνδυασμό με τις τραγικές επικοινωνιακές αστοχίες της ΝΔ και του αρχηγού της (δηλώσεις περί 7ήμερης εργασίας, photoshop σε ομιλία στα Χανιά κ.α) ήταν τα δύο εκείνα στοιχεία που οδήγησαν σε μια εντυπωσιακή μείωση της διαφοράς (4,9%). Μια μείωση της λεγόμενης «ψαλίδας», την οποία ανίχνευσε η Prorata στην τελευταία της μέτρηση και η οποία σαφώς επιτρέπει εκτιμήσεις περί εκλογικού «ντέρμπυ», αν συνυπολογιστεί και το ύψος της αδιευκρίνιστης ψήφου (14,8%), η οποία έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (κεντροαριστερή κυρίως τοποθέτηση αυτών των εν δυνάμει ψηφοφόρων) αλλά και τα «συστηματικά λάθη» που αποκλείουν από τα δείγματα των εταιριών μερίδες πληθυσμού, με χαρακτηριστικά που συνδέονται -μεταξύ άλλων- με ακραία φτώχεια και κοινωνικό αποκλεισμό. Στην πραγματικότητα λοιπόν πρέπει να συζητήσουμε σοβαρά επιτέλους όχι μόνο το θεσμικό πλαίσιο για τον περιορισμό των εξαρτήσεων στον χώρο των μετρήσεων αλλά και την ανάγκη αναπροσαρμογής της μεθοδολογίας των δημοσκοπήσεων, βελτιώνοντας τις πιθανότητες συμπερίληψης μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού στα δείγματα μας. Προς αυτή την κατεύθυνση υπάρχουν εταιρίες στον χώρο που όντως κάνουν αξιόλογες προσπάθειες με σημαντικά αποτελέσματα.   Πρέπει όμως να αρχίσουμε να αντιλαμβανόμαστε και δύο ακόμα στοιχεία: Το πρώτο είναι ότι οι δημοσκοπήσεις και η επιστήμη πίσω από αυτές έχουν συγκεκριμένα όρια (ποιος άραγε δίνει σημασία στο εύρος της εκάστοτε τιμής, το οποίο πρακτικά επιτρέπει για δείγματα 1000 ατόμων μια απόκλιση της τάξης του +/- 3% από το δοθέν ποσοστό για κάθε κόμμα ξεχωριστά;). Και το δεύτερο είναι ότι η πολιτική ρευστότητα, η υποχώρηση των αυστηρά κομματικών ταυτίσεων μεγάλων και κρίσιμων τμημάτων του πληθυσμού αλλά και η δύναμη της σύγχρονης πολιτικής επικοινωνίας, επιτρέπουν πλέον εντυπωσιακές μεταβολές στην πρόθεση ψήφου, ιδίως πλησιάζοντας προς τις εκλογές. Και πρέπει -καλώς ή κακώς- να ζήσουμε μ’ αυτό. *Άγγελος Σεριάτος, MSc Political Communication, University of Amsterdam Υπεύθυνος Πολιτικής Ανάλυσης και Σύμβουλος Πολιτικής Επικοινωνίας Prorata]]>


Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα


διαφ.