Οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να διαθέτουν τον ισχυρότερο και πιο τεχνολογικά προηγμένο στρατό που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.
Ανάλυση Politico: Ο Αμερικανικός στρατός είναι ξεπερασμένος για τις σύγχρονες μορφές πολέμου!-Το παράδοξο των χαμένων αμερικανικών νικών
Κι όμως, το παράδοξο παραμένει: εδώ και πάνω από τρεις δεκαετίες δεν έχουν καταφέρει να μετατρέψουν αυτή την υπεροπλία σε καθαρή στρατηγική νίκη.
Μια εκτενής ανάλυση του POLITICO επιχειρεί να φωτίσει αυτή τη βαθιά αντίφαση, υποστηρίζοντας ότι το πρόβλημα της Ουάσιγκτον δεν βρίσκεται στη στρατιωτική της ισχύ, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και χρησιμοποιεί τον πόλεμο. Η ισχύς υπάρχει, αλλά συχνά δεν συνοδεύεται από πολιτική καθαρότητα, στρατηγικό σχεδιασμό ή ρεαλιστική αποτίμηση του «μετά».
Από το Βιετνάμ έως το Αφγανιστάν και το Ιράκ, το μοτίβο μοιάζει επαναλαμβανόμενο: τακτική υπεροχή που διαλύεται μπροστά σε ασύμμετρες αντιστάσεις, όπου ο αντίπαλος δεν χρειάζεται να κερδίσει — αρκεί να μην χάσει.
«Ο αμερικανικός τρόπος πολέμου δεν λειτουργεί»
Όπως σημειώνεται χαρακτηριστικά, οι ΗΠΑ μπορεί να έχουν τον ισχυρότερο στρατό στον κόσμο, αλλά «οι επαναλαμβανόμενες αποτυχίες αντανακλούν ένα βαθύτερο ελάττωμα στην προσέγγισή τους στις στρατιωτικές συγκρούσεις».
Ο Ίβο Ντάαλντερ, πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, περιγράφει μέσα από τη στήλη του ότι το ζήτημα δεν είναι η ισχύς αλλά η στρατηγική τύφλωση. Ο πόλεμος, αντί να αποτελεί εργαλείο πολιτικής, μετατρέπεται σε υποκατάστατό της.
Όπως υπενθυμίζει η κλασική ρήση του Κλαούζεβιτς, «ο πόλεμος είναι η συνέχιση της πολιτικής με άλλα μέσα». Στην αμερικανική πρακτική όμως, αυτή η σχέση φαίνεται να έχει αντιστραφεί: πρώτα η στρατιωτική επέμβαση και μετά η προσπάθεια να «χτιστεί» πολιτική πάνω στα ερείπια.
Η πολιτική που ακολουθεί τον πόλεμο
Το αποτέλεσμα είναι επιχειρήσεις χωρίς σαφές τέλος και χωρίς απαντήσεις στα βασικά ερωτήματα: ποιος είναι ο στόχος και πώς μοιάζει η νίκη;
Όπως τονίζεται στο άρθρο, «Οι ΗΠΑ έχουν αντιστρέψει αυτή τη θεωρία. Η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει τον πόλεμο όχι ως συνέχεια της πολιτικής αλλά ως αποτυχία της πολιτικής».
Αυτή η λογική οδηγεί σε εκστρατείες όπου η στρατιωτική ισχύς προηγείται της στρατηγικής σκέψης, αφήνοντας πίσω της ασαφείς σκοπούς και αβέβαιες καταλήξεις.
Τραμπ και η λογική της βίας χωρίς σχέδιο
Σύμφωνα με την ανάλυση, ο Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί μια ακραία αλλά όχι μοναδική εκδοχή αυτού του μοντέλου. Η διπλωματία υποβαθμίζεται, ενώ η στρατιωτική ισχύς αντιμετωπίζεται ως άμεσο εργαλείο πίεσης.
Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Είτε θα πετύχουμε μια «καλή» συμφωνία, είτε «θα τους στείλουμε στον άλλο κόσμο»».
Όμως, όπως επισημαίνει το άρθρο, τέτοιου τύπου ρητορική δεν οδηγεί απαραίτητα σε αποτέλεσμα — και σπάνια οδηγεί στη «νίκη» όπως αυτή ορίζεται πολιτικά.
Τα τρία δομικά λάθη
Ο αμερικανικός τρόπος πολέμου, σύμφωνα με την ανάλυση, πάσχει από τρεις βασικές αδυναμίες.
Πρώτον, η αντιστροφή σκοπών και μέσων: αντί να καθορίζεται πολιτικός στόχος και να επιλέγεται το κατάλληλο εργαλείο, συχνά προηγείται η στρατιωτική δράση. Έτσι προκύπτουν επιχειρήσεις τύπου «Rolling Thunder», «Σοκ και Δέος» και «Επική Οργή», όπου η καταστροφή θεωρείται λανθασμένα ότι μπορεί να παράγει πολιτική υποταγή.
Όμως, όπως υπογραμμίζεται: «Ποτέ δεν το κάνει».
Δεύτερον, η υπερβολή των στόχων. Οι πόλεμοι των ΗΠΑ συχνά φορτώνονται με φιλόδοξες —και ανεφάρμοστες— επιδιώξεις όπως αλλαγή καθεστώτος ή εξάλειψη της τρομοκρατίας. Αυτές όμως, όπως τονίζει το κείμενο, «δεν είναι στόχοι, είναι φαντασιώσεις».
Η εξαίρεση του Πολέμου του Κόλπου το 1991 αποδίδεται ακριβώς στο αντίθετο: στον περιορισμένο και σαφή στόχο της αποκατάστασης του status quo ante. Η άρνηση επέκτασης του πολέμου στη Βαγδάτη θεωρείται κρίσιμη για την επιτυχία εκείνης της εκστρατείας.
Ανάλυση Politico: Ο Αμερικανικός στρατός είναι ξεπερασμένος για τις σύγχρονες μορφές πολέμου!-Το παράδοξο των χαμένων αμερικανικών νικών
Τρίτον, η υπερεκτίμηση της ισχύος απέναντι στη θέληση. Οι αντίπαλοι των ΗΠΑ, από τους Βιετκόνγκ έως τους Ταλιμπάν, δεν στηρίζονται στην τεχνολογική υπεροχή αλλά στην αντοχή και την πολιτική τους αποφασιστικότητα.
Όπως σημειώνεται, «Η Αμερική μπορεί να έχει τη δύναμη, αλλά η άλλη πλευρά έχει τη θέληση».
Η Επίθεση του Τετ στο Βιετνάμ αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: στρατιωτικά αποτυχημένη, αλλά στρατηγικά καθοριστική, καθώς άλλαξε την κοινή γνώμη στις ΗΠΑ και τη ροή του πολέμου.
Από το Αφγανιστάν στο Ιράκ: το ίδιο μοτίβο
Στο Αφγανιστάν, η αρχική στρατιωτική επιτυχία δεν συνοδεύτηκε από σχέδιο διακυβέρνησης της επόμενης ημέρας. Το ερώτημα «ποιος θα διοικήσει τη χώρα» έμεινε αναπάντητο μέχρι να είναι πλέον αργά.
Στο Ιράκ, η ταχεία κατάρρευση του καθεστώτος συνοδεύτηκε από διάλυση κρατικών δομών και μαζική αποστράτευση ενός ολόκληρου στρατού, δημιουργώντας το έδαφος για εξέγερση που πολλοί είχαν υποτιμήσει.
Στο Ιράν, η ανάλυση περιγράφει μια ακόμη πιο αμφίβολη στρατηγική, βασισμένη στην ιδέα ότι η βία από μόνη της μπορεί να προκαλέσει πολιτική αλλαγή — χωρίς σχέδιο για το τι ακολουθεί.
Ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο αποτυχίας
Το συμπέρασμα είναι ότι οι αποτυχίες αυτές δεν είναι μεμονωμένα περιστατικά, αλλά εκφράσεις ενός σταθερού στρατηγικού ελλείμματος.
«Σε αυτό το σημείο, οι επαναλαμβανόμενες αποτυχίες της Αμερικής είναι υπερβολικά πολλές… για να απορριφθούν ως συμπτώσεις.»
Η απάντηση: Στρατηγική αυτοσυγκράτηση
Η διέξοδος, σύμφωνα με το άρθρο, δεν βρίσκεται στη μεγαλύτερη ισχύ αλλά στη μεγαλύτερη σύνεση. Ο στρατός των ΗΠΑ παραμένει εξαιρετικά ικανός, αλλά η ικανότητα αυτή δεν μπορεί να υποκαταστήσει τη στρατηγική σκέψη.
Το δόγμα Weinberger–Powell υπενθυμίζει ακριβώς αυτό: σαφείς στόχοι, περιορισμένη χρήση ισχύος, ισχυρή πολιτική υποστήριξη και ρεαλιστική έξοδος.
Όπως καταλήγει η ανάλυση, το πρόβλημα δεν είναι ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να πολεμήσουν. Είναι ότι συχνά πολεμούν χωρίς πρώτα να έχουν αποφασίσει τι ακριβώς θέλουν να πετύχουν.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα