Το 1952 ξεκίνησαν τα γυρίσματα μιας φιλόδοξης παραγωγής του ελληνικού κινηματογράφου, όπως απεικονίζεται και στο δυνατό καστ.

Οι Ντίνος Ηλιόπουλος, Μάνος Κατράκης, ο νεαρός τότε Αλέκος Αλεξανδράκης, η Αλίκη Γεωργούλη, η Νίνα Σγουρίδου και η Σμαράγδα Βεάκη ήταν οι έξι από τους 15 ηθοποιούς της ταινίας.

Το όνομα αυτής «Εύα», ένα αισθηματικό δράμα σε σκηνοθεσία Μαρίας Πλυτά και σενάριο Ανδρέα Λαμπρινού. Τη μουσική έχει γράψει ο Μίκης Θεοδωράκης…

Στις 16 Οκτωβρίου του ’52 ο διευθυντής της εταιρίας παραγωγής Δημήτρης Κομίνης είχε προγραμματίσει να βάλει στο καστ και την 54χρονη τότε ηθοποιό Ανθή Μηλιάδου για κάποια συμπληρωματικά γυρίσματα. Η ταινία γυριζόταν στη Λούτσα και ο παραγωγός πήρε από το σπίτι της τη Μηλιάδου με το αυτοκίνητο για να μεταβούν εκεί. Λίγο προτού φτάσουν στον προορισμό τους συνέβη ένα τραγικό δυστύχημα που σόκαρε την κοινή γνώμη και βύθισε στο πένθος τον κόσμο του θεάτρου και της 7ης τέχνης.

Ενώ το αυτοκίνητο ήταν καθ’ οδόν, πάτησε μια νάρκη που βρισκόταν στο δρόμο από την περίοδο της γερμανικής κατοχής. Ακούστηκε ένας εκκωφαντικός θόρυβος. Σκόνη και μαύρος καπνός γέμισαν τον ουρανό. Όπως αναφέρθηκε στον Τύπο της εποχής, το όχημα εκτινάχθηκε και προσγειώθηκε στο έδαφος σχεδόν διαλυμένο. Τόσο η ηθοποιός όσο και ο παραγωγός βρήκαν ακαριαίο θάνατο, ενώ ο οδηγός του αυτοκινήτου, ένας νεαρός υπάλληλος της εταιρείας παραγωγής, γλίτωσε ως εκ θαύματος και μεταφέρθηκε τραυματισμένος στο νοσοκομείο.

Η περιγραφή ενός αυτόπτη μάρτυρα, που δημοσιεύτηκε στον Τύπο την επομένη του δυστυχήματος, είναι σοκαριστική: «Αυτό που είδαμε, ήταν τραγικό. Μια τεράστια λακκούβα είχε ανοιχθεί στο χώμα, ενώ το αυτοκίνητο ήταν εκσφενδονισμένο πολλά μέτρα πιο ‘κει, κάπνιζε και είχε καταστραφεί τελείως. Ο σοφέρ ήταν πεσμένος κάτω και βογκούσε.

Κάτω από τα συντρίμμια του πίσω μέρους, ανάμεσα σε ένα σπασμένο φτερό και μια ρόδα, ήταν ένα ανδρικό πόδι, κομμένο από το γόνατο και γεμάτο αίματα. Πιο κει, σε απόσταση 15 μέτρων, ήταν πεσμένη η γυναίκα. Είχε γείρει πλάγια. Το κεφάλι της ήταν γεμάτο αίματα και κατάμαυρο από τα αέρια.

Το αριστερό της πόδι ήταν τελείως σπασμένο. Αρκετά μέτρα πιο κάτω ήταν ο άνδρας. Είχε πέσει μπρούμυτα. Το αριστερό πόδι και το αριστερό χέρι του έλειπαν. Κάποιος έψαχνε πιο ‘κει. Ήρθε κοντά μας κρατώντας κάτι. Νόμιζα πως ήταν ένα κίτρινο γάντι. Ύστερα κατάλαβα ότι ήταν το χέρι που έλειπε. Ήταν κάτι που δε θα το ξεχάσω ποτέ»….

Ήταν κοινό μυστικό ότι η συγκεκριμένη περιοχή ήταν «επικίνδυνη», γιατί την περίοδο της κατοχής είχε ναρκοθετηθεί από τους Γερμανούς. Πρακτικά όμως κανείς δεν υπολόγιζε ότι είχαν απομείνει κρυμμένες νάρκες. Οι αρχές ανέφεραν ότι είχε γίνει εκκαθάριση των ναρκοπεδίων της Αττικής μετά το τέλος του πολέμου, υπήρχαν όμως και κάποια αχαρτογράφητα, ξεχασμένα ναρκοπέδια. Αυτά δεν ήταν εύκολο να εντοπιστούν και κατά συνέπεια να «καθαριστούν».


Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα