Η απόφαση του Αμερικανού προέδρου να προχωρήσει σε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ στις ΗΠΑ φέρεται να ήρθε έπειτα από περίπου έξι αμερικανικά αιτήματα προς το Κίεβο να σταματήσει τα πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια.
Αποκάλυψη Axios: «Ο Τραμπ είχε ζητήσει επανειλημμένα στο Ζελένσκι να σταματήσει τα χτυπήματα σε Ρωσικά διυλιστήρια. Δεν τον άκουσε»- Το έγκριτο μέσο αποκάλυψε τι προηγήθηκε της συμφωνίας για το ρωσικό ντίζελ
Σύμφωνα με δημοσίευμα του Axios, το οποίο επικαλείται Αμερικανό αξιωματούχο με άμεση γνώση των συζητήσεων, η απόφαση του Αμερικανού προέδρου να προχωρήσει σε συμφωνία με τον Ρώσο ομόλογό του για την προμήθεια ρωσικού ντίζελ ελήφθη αφού το Κίεβο φέρεται να αγνόησε επανειλημμένα τις αμερικανικές εκκλήσεις για διακοπή των επιθέσεων στις ενεργειακές εγκαταστάσεις της Ρωσίας.
Η συμφωνία, η οποία προβλέπει την προμήθεια σημαντικών ποσοτήτων ρωσικού ντίζελ στις αμερικανικές και διεθνείς αγορές, προκαλεί έντονες αντιδράσεις στην ουκρανική πλευρά. Για το Κίεβο, η χαλάρωση των περιορισμών εις βάρος της Μόσχας, χωρίς προηγούμενη συμφωνία αποκλιμάκωσης, συνιστά μια κίνηση που μπορεί να προσφέρει οικονομική ανάσα στη Ρωσία και να υπονομεύσει την προσπάθεια άσκησης πίεσης προς το Κρεμλίνο.
Για την Ουάσινγκτον, ωστόσο, η εξίσωση φαίνεται να είναι διαφορετική. Ο Τραμπ επιδιώκει να επαναφέρει στο προσκήνιο την προοπτική τερματισμού του πολέμου, χωρίς να αγνοεί τις επιπτώσεις που έχει η ενεργειακή αναταραχή στις διεθνείς αγορές και στους Αμερικανούς καταναλωτές.
«Ο Ζελένσκι διαβάζει λάθος την κατάσταση. Συνεχίζοντας να πλήττει τα διυλιστήρια, διαβρώνει την καλή θέληση που είχε οικοδομήσει με τον Τραμπ τους τελευταίους έξι μήνες», δήλωσε στο Axios ο Αμερικανός αξιωματούχος.
Από την πλευρά του, ο Ουκρανός πρόεδρος εμφανίστηκε αιφνιδιασμένος από την εξέλιξη, χαρακτηρίζοντας τη συμφωνία «άδικη και ανέντιμη» και θεωρώντας ότι συνιστά αδικαιολόγητο δώρο προς τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Οι ουκρανικές επιθέσεις εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων κατά τους τελευταίους μήνες έχουν προκαλέσει σημαντικές αναταράξεις στον ενεργειακό τομέα της Ρωσίας. Οι ζημιές στις εγκαταστάσεις επεξεργασίας πετρελαίου έχουν επιβαρύνει την παραγωγική δυνατότητα της Μόσχας, ενώ η Ρωσία προχώρησε στην επιβολή απαγόρευσης εξαγωγών ντίζελ, σε μια προσπάθεια να διασφαλίσει την επάρκεια στην εσωτερική αγορά της.
Σύμφωνα με το Axios, οι εξελίξεις αυτές συνέβαλαν στην αύξηση των πιέσεων στις διεθνείς αγορές καυσίμων, δημιουργώντας ένα πρόσθετο πρόβλημα για την κυβέρνηση Τραμπ, η οποία επιδιώκει να περιορίσει το ενεργειακό κόστος στις ΗΠΑ.
Ο Ζελένσκι είχε διαμηνύσει στον Αμερικανό πρόεδρο και στους ειδικούς απεσταλμένους του, Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ, ότι η Ουκρανία ήταν διατεθειμένη να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια, υπό την προϋπόθεση ότι η Ρωσία θα διέκοπτε αντίστοιχα τα πλήγματα στις ουκρανικές ενεργειακές υποδομές.
Η θέση του Κιέβου ήταν σαφής: η αποκλιμάκωση θα έπρεπε να είναι αμοιβαία και να μην επιβαρύνει μονομερώς την ουκρανική πλευρά. Η Ουάσινγκτον, ωστόσο, φέρεται να ζητούσε από την ουκρανική κυβέρνηση να σταματήσει τις επιθέσεις ανεξάρτητα από το εάν η Μόσχα θα προχωρούσε σε ανάλογη κίνηση.
Κατά τον Αμερικανό αξιωματούχο, ο Τραμπ θεωρούσε ότι τα ουκρανικά πλήγματα επιβάρυναν τις τιμές των καυσίμων στις ΗΠΑ και δεν αντιμετώπιζε τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια ως ισοδύναμες με τα ρωσικά πλήγματα στο ουκρανικό ηλεκτρικό δίκτυο.
Η συγκεκριμένη προσέγγιση αναδεικνύει τη διαφορετική οπτική των δύο πλευρών. Για την Ουκρανία, οι επιθέσεις σε ενεργειακούς στόχους αποτελούν μέσο στρατιωτικής και οικονομικής πίεσης προς τη Ρωσία. Για τον Τραμπ, όμως, όταν οι επιπτώσεις αυτών των επιχειρήσεων μεταφέρονται στις διεθνείς αγορές και επηρεάζουν το κόστος της ενέργειας στο εσωτερικό των ΗΠΑ, η συνέχισή τους αποκτά διαφορετική πολιτική βαρύτητα.
Οι οκτώ ώρες συνομιλιών στο Μαϊάμι και η ανακοίνωση της συμφωνίας
Η ένταση έγινε εμφανής κατά τη διάρκεια των οκτάωρων συνομιλιών που πραγματοποιήθηκαν την Παρασκευή στο Μαϊάμι, όπου οι Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ συναντήθηκαν με την ουκρανική αντιπροσωπεία.
Σύμφωνα με το Axios, οι δύο Αμερικανοί απεσταλμένοι ενημέρωσαν τους Ουκρανούς συνομιλητές τους ότι ο Τραμπ επρόκειτο να συνομιλήσει με τον Πούτιν και να προχωρήσει στην άρση των κυρώσεων που αφορούσαν τις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ.
Η ουκρανική αντιπροσωπεία φέρεται να πληροφορήθηκε ότι η απόφαση είχε ληφθεί έπειτα από την επανειλημμένη άρνηση του Κιέβου να συμμορφωθεί με τις αμερικανικές απαιτήσεις για τη διακοπή των πληγμάτων στα ρωσικά διυλιστήρια.
«Οι επιθέσεις στα διυλιστήρια προκαλούν πόνο στη Ρωσία, αλλά προκαλούν πόνο και στις ΗΠΑ», ανέφερε ο Αμερικανός αξιωματούχος, συνοψίζοντας τη λογική που, σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, οδήγησε στην απόφαση του Λευκού Οίκου.
Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια σαφή διαφοροποίηση στις προτεραιότητες της Ουάσινγκτον. Ο Τραμπ εμφανίζεται αποφασισμένος να αντιμετωπίσει το ενεργειακό ζήτημα με γνώμονα τα αμερικανικά συμφέροντα, ακόμη και όταν η προσέγγισή του έρχεται σε σύγκρουση με τη στρατηγική που ακολουθεί το Κίεβο στον πόλεμο με τη Ρωσία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η καταγγελία Ουκρανού αξιωματούχου, σύμφωνα με την οποία κατά τη διάρκεια των συνομιλιών στο Μαϊάμι οι Γουίτκοφ και Κούσνερ προειδοποίησαν ότι ο Τραμπ θα μπορούσε να διακόψει την πρόσβαση της Ουκρανίας σε αμερικανικές πληροφορίες, εφόσον το Κίεβο εξακολουθούσε να αγνοεί τα αιτήματά του.
Ο Αμερικανός αξιωματούχος, ωστόσο, διέψευσε ότι διατυπώθηκε μια τέτοια απειλή.
Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, οι δύο απεσταλμένοι υπογράμμισαν τον καθοριστικό ρόλο των ΗΠΑ στην υποστήριξη της Ουκρανίας, επισημαίνοντας ότι η αμερικανική βοήθεια περιλαμβάνει τόσο την παροχή πυρομαχικών όσο και την ανταλλαγή πληροφοριών. Παράλληλα, φέρονται να τόνισαν ότι το Κίεβο θα έπρεπε να λαμβάνει υπόψη τις επιπτώσεις των στρατιωτικών του ενεργειών στους Αμερικανούς καταναλωτές.
Η αντιπαράθεση γύρω από το συγκεκριμένο ζήτημα αποτυπώνει το εύθραυστο πλαίσιο μέσα στο οποίο κινούνται οι σχέσεις των δύο χωρών. Η Ουκρανία εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την αμερικανική υποστήριξη, την ώρα που η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να επανακαθορίσει τους όρους της συνεργασίας και να συνδέσει τη στρατιωτική και διπλωματική της συνδρομή με τις ευρύτερες επιδιώξεις της.
Παρά την ένταση που προκάλεσε η συμφωνία για το ρωσικό ντίζελ, οι συνομιλίες στο Μαϊάμι είχαν αρχικά χαρακτηριστεί εποικοδομητικές. Στο επίκεντρο βρέθηκε το πλαίσιο ασφαλείας που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν οι ΗΠΑ, οι ευρωπαϊκές χώρες και το ΝΑΤΟ για την Ουκρανία, στο ενδεχόμενο επίτευξης συμφωνίας για τον τερματισμό του πολέμου.
Οι συζητήσεις δεν περιορίστηκαν, ωστόσο, στις εγγυήσεις ασφαλείας. Στο τραπέζι τέθηκαν νέες προτάσεις για εδαφικές διευθετήσεις, η χρηματοδότηση της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, η ανασυγκρότηση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων και η αντιμετώπιση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων που έχει προκαλέσει η παρατεταμένη σύγκρουση.
Παράλληλα, εξετάστηκαν οι προοπτικές ένταξης της Ουκρανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσω ενός συγκεκριμένου οδικού χάρτη, καθώς και το ζήτημα της μελλοντικής σχέσης της χώρας με το ΝΑΤΟ.
Οι Αμερικανοί απεσταλμένοι έθεσαν, επιπλέον, την πιθανότητα δημιουργίας ενός ευρύτερου μεταπολεμικού πλαισίου ασφαλείας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας. Μια τέτοια προοπτική θα απαιτούσε δύσκολους συμβιβασμούς και λεπτούς διπλωματικούς χειρισμούς, καθώς θα έπρεπε να συνδυάσει την ανάγκη αποτροπής μιας νέας σύγκρουσης με τις ανησυχίες των ευρωπαϊκών κρατών για τη ρωσική στρατιωτική ισχύ.
«Λέει ότι είμαι αδύναμος; Εντάξει, επόμενη ερώτηση»
Το πολιτικό κλίμα βάρυνε ακόμη περισσότερο μετά τις δημόσιες δηλώσεις του Ζελένσκι, ο οποίος επέκρινε την απόφαση του Αμερικανού προέδρου να χαλαρώσει τους περιορισμούς στις ρωσικές εξαγωγές πετρελαιοειδών χωρίς να έχει προηγηθεί συμφωνία αποκλιμάκωσης.
Αμέσως μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας με τη Ρωσία για την προμήθεια 1,8 εκατομμυρίων τόνων ρωσικού ντίζελ από τις ΗΠΑ, οι δημοσιογράφοι περίμεναν τον Ντόναλντ Τραμπ για να του μεταφέρουν τον χαρακτηρισμό που, σύμφωνα με την ερώτησή τους, του είχε αποδώσει ο Ουκρανός ομόλογός του.
Δημοσιογράφος: «Ο Ζελένσκι είπε ότι ήσασταν αδύναμος λόγω της συμφωνίας σου για το πετρέλαιο με τη Ρωσία».
Τραμπ: «Ποιος το είπε αυτό;»
Δημοσιογράφος: «Ο Ζελένσκι».
Τραμπ: «Εντάξει, συνεχίζουμε η επόμενη ερώτηση».
Η αντίδραση του Αμερικανού προέδρου ήταν λακωνική, χωρίς να αφήνει περιθώρια για περαιτέρω αντιπαράθεση μπροστά στις κάμερες. Ο Τραμπ δεν επιχείρησε να απαντήσει επί της ουσίας στην αιχμή που του μεταφέρθηκε, επιλέγοντας να περάσει αμέσως στην επόμενη ερώτηση.
Είναι σαφές ότι ο Ντόναλντ Τραμπ περίμενε μια τέτοια αντίδραση από το Κίεβο. Ωστόσο, όπως λένε και οι Αμερικανοί, «he couldn’t care less», δηλαδή δεν τον ενδιαφέρει καθόλου.
Η στάση του Αμερικανού προέδρου δείχνει ότι δεν προτίθεται να αφήσει τις δημόσιες επικρίσεις του Ζελένσκι να καθορίσουν τις επιλογές του. Αντιθέτως, εμφανίζεται να αντιμετωπίζει το ζήτημα ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής, στην οποία η ενεργειακή ασφάλεια των ΗΠΑ και η επιδίωξη μιας διπλωματικής διεξόδου από τον πόλεμο αποτελούν βασικές προτεραιότητες.
Την Παρασκευή, ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι επανήλθε στο ζήτημα με δημόσια τοποθέτησή του στην πλατφόρμα X, υποστηρίζοντας ότι η χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας, χωρίς προηγούμενη συμφωνία για την αποκλιμάκωση των εχθροπραξιών, θα αποτελούσε «προφανή αδυναμία».
Η δήλωσή του ήρθε μετά την ανακοίνωση του Τραμπ για τη συμφωνία προμήθειας ντίζελ, η οποία ακολούθησε την τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Βλαντίμιρ Πούτιν.
Ο Ουκρανός πρόεδρος ανέφερε ότι νωρίτερα την ίδια ημέρα είχε υποδεχθεί στο Κίεβο διακομματική αντιπροσωπεία του αμερικανικού Κογκρέσου. Κατά τη συνάντηση, όπως είπε, ζήτησε αυστηρότερες κυρώσεις κατά της Ρωσίας, ενίσχυση της πίεσης προς τη Μόσχα και περαιτέρω στήριξη προς την Ουκρανία.
«Και σήμερα, υπήρξε συνομιλία μεταξύ των ηγετών της Αμερικής και της Ρωσίας. Μια συνομιλία που οδηγεί σε κάτι διαφορετικό», είπε ο Ζελένσκι.
Ο Ουκρανός πρόεδρος υποστήριξε ότι η πρόσφατη κλιμάκωση των ρωσικών αεροπορικών πληγμάτων δεν αποτελεί ένδειξη ενίσχυσης της ρωσικής θέσης, αλλά επιχειρεί να αντισταθμίσει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η Μόσχα στο πεδίο της μάχης.
Παράλληλα, κατηγόρησε τη Ρωσία ότι επιδιώκει να εξασφαλίσει διπλωματική και οικονομική ανάσα μέσω παρασκηνιακών συμφωνιών, με στόχο να κερδίσει χρόνο και να διατηρήσει τις δυνατότητές της για τη συνέχιση του πολέμου.
«Οποιαδήποτε χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας χωρίς μια σαφή και διαρκή συμφωνία αποκλιμάκωσης με τη Ρωσία αποτελεί προφανή αδυναμία», δήλωσε ο Ζελένσκι.
Η τοποθέτηση αυτή συμπυκνώνει τη βασική ένσταση του Κιέβου απέναντι στην αμερικανική πρωτοβουλία: ότι η οικονομική ανακούφιση της Ρωσίας δεν μπορεί να προηγείται συγκεκριμένων και επαληθεύσιμων βημάτων για τον περιορισμό των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Αποκάλυψη Axios: «Ο Τραμπ είχε ζητήσει επανειλημμένα στο Ζελένσκι να σταματήσει τα χτυπήματα σε Ρωσικά διυλιστήρια. Δεν τον άκουσε»- Το έγκριτο μέσο αποκάλυψε τι προηγήθηκε της συμφωνίας για το ρωσικό ντίζελ
«Τα δώρα στον Πούτιν δεν θα φέρουν ειρήνη»
Ο Ζελένσκι επανέλαβε ότι η Ουκρανία παραμένει διατεθειμένη να προχωρήσει σε αμοιβαία βήματα αποκλιμάκωσης με τη Μόσχα, επιμένοντας, ωστόσο, ότι οι δικές της ενέργειες αποτελούν απάντηση στις ρωσικές επιθέσεις κατά των ενεργειακών υποδομών της χώρας.
«Τα δώρα στον Πούτιν δεν θα φέρουν ειρήνη ούτε κάποιο όφελος στον πολιτισμένο κόσμο. Η Ρωσία θα “ανταποδώσει” το ντίζελ με περαιτέρω τρόμο και δολιότητα», είπε ο Ζελένσκι.
Και πρόσθεσε:
«Το να επιτρέπεται στη Ρωσία να πωλεί πετρελαιοειδή προϊόντα αποτελεί επένδυση σε έναν πόλεμο που πρέπει να τερματιστεί, όχι να παραταθεί. Αυτό που απαιτείται είναι πραγματική αποκλιμάκωση με τη Ρωσία σε αμοιβαία βάση».
Οι δηλώσεις του αποτυπώνουν την ανησυχία της ουκρανικής ηγεσίας ότι η άρση ή η χαλάρωση των περιορισμών μπορεί να προσφέρει στη Ρωσία πρόσθετους οικονομικούς πόρους, χωρίς να εξασφαλίζει αντίστοιχες παραχωρήσεις στο στρατιωτικό πεδίο.
Από την άλλη πλευρά, η κυβέρνηση Τραμπ φαίνεται να προσεγγίζει το ζήτημα με βάση μια διαφορετική ιεράρχηση συμφερόντων: την ενεργειακή επάρκεια, τη συγκράτηση του κόστους των καυσίμων και τη δημιουργία προϋποθέσεων για μια ευρύτερη συμφωνία που θα μπορούσε να οδηγήσει στον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Η συμφωνία για τις ποσότητες του ρωσικού ντίζελ
Οι δηλώσεις του Ζελένσκι ακολούθησαν την ανακοίνωση του Τραμπ για αυτό που ο ίδιος χαρακτήρισε ως «εξαιρετικά επιτυχημένη συζήτηση» με τον Ρώσο πρόεδρο.
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε ότι οι συνομιλίες κατέληξαν σε συμφωνία βάσει της οποίας η Ρωσία θα «προμηθεύσει άμεσα» περισσότερους από 300.000 τόνους ντίζελ στις αμερικανικές και διεθνείς αγορές.
Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο Τραμπ, η Ρωσία θα παρείχε επιπλέον 500.000 τόνους τον Νοέμβριο και ακόμη 1 εκατομμύριο τόνους «αμέσως μετά». Προβλέπονταν, επίσης, άλλοι 3 εκατομμύρια τόνοι «εντός σύντομου χρονικού διαστήματος», ανάλογα με την κατάσταση των ρωσικών διυλιστηρίων ντίζελ.
Η ανακοίνωση παρουσιάστηκε από τον Αμερικανό πρόεδρο ως αποτέλεσμα μιας επιτυχημένης απευθείας συνεννόησης με τον Πούτιν. Για το Κίεβο, όμως, η εξέλιξη εγείρει το ερώτημα κατά πόσο η οικονομική συνεργασία με τη Μόσχα μπορεί να συμβαδίσει με την επιδίωξη τερματισμού του πολέμου και τη διατήρηση της πίεσης προς το Κρεμλίνο.
Πιθανές επισκέψεις στη Μόσχα και στο Κίεβο
Παρά το νέο ρήγμα, οι διπλωματικές επαφές δεν φαίνεται να έχουν εγκαταλειφθεί. Σύμφωνα με τον Αμερικανό αξιωματούχο που επικαλείται το Axios, οι Γουίτκοφ και Κούσνερ εξετάζουν το ενδεχόμενο να επισκεφθούν τη Μόσχα και το Κίεβο την επόμενη εβδομάδα, προκειμένου να συζητήσουν νέες ειρηνευτικές προτάσεις.
Παραμένει, ωστόσο, ασαφές εάν η αντιπαράθεση για τη συμφωνία προμήθειας ρωσικού ντίζελ θα επηρεάσει τον σχεδιασμό των επόμενων κινήσεων. Η έκβαση των επαφών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το εάν οι εμπλεκόμενες πλευρές μπορούν να γεφυρώσουν τις διαφορές τους ως προς τη σειρά των βημάτων που απαιτούνται για την αποκλιμάκωση.
«Ο Πούτιν χτυπά σκληρά την Ουκρανία, αλλά πιστεύουμε ότι είναι ανοικτός σε μια συζήτηση για τον τερματισμό του πολέμου», υποστήριξε ο Αμερικανός αξιωματούχος.
Την ίδια στιγμή, πάντως, ο σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του Κρεμλίνου, Γιούρι Ουσακόφ, ανέφερε ότι κατά την 90λεπτη τηλεφωνική επικοινωνία του με τον Τραμπ ο Ρώσος πρόεδρος δεν δεσμεύτηκε να επαναλάβει άμεσα τις ειρηνευτικές συνομιλίες με την Ουκρανία.
Η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες της Ουάσινγκτον και στις επιφυλάξεις της Μόσχας παραμένει, επομένως, ένα από τα βασικά εμπόδια στην προσπάθεια διαμόρφωσης μιας νέας διπλωματικής διαδικασίας.
Ενέργεια, πόλεμος και γεωπολιτικοί συσχετισμοί
Η υπόθεση του ρωσικού ντίζελ αναδεικνύει μια ευρύτερη αντίφαση στη διαχείριση του πολέμου. Ενώ το Κίεβο επιδιώκει να διατηρήσει και να ενισχύσει την οικονομική πίεση προς τη Ρωσία, η Ουάσινγκτον εμφανίζεται διατεθειμένη να εξετάσει διαφορετικές επιλογές όταν θεωρεί ότι διακυβεύονται κρίσιμα αμερικανικά συμφέροντα.
Ο Ντόναλντ Τραμπ είχε θέσει εξαρχής ως έναν από τους βασικούς στόχους της προεδρίας του τον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία, προβάλλοντας την ανάγκη αποκατάστασης της σταθερότητας και περιορισμού των οικονομικών επιπτώσεων της σύγκρουσης σε παγκόσμιο επίπεδο.
Η ενεργειακή αστάθεια, η αναταραχή στις αγορές και το κόστος των καυσίμων αποτελούν παραμέτρους που δεν προτίθεται να αγνοήσει. Για τον ίδιο, η προοπτική μιας συμφωνίας που θα διασφαλίζει την προμήθεια καυσίμων και θα δημιουργεί περιθώρια συνεννόησης με τη Μόσχα μπορεί να εξυπηρετεί άμεσα τις αμερικανικές προτεραιότητες.
Η προσέγγιση αυτή, ωστόσο, έρχεται σε σύγκρουση με τη στρατηγική της ουκρανικής ηγεσίας, η οποία θεωρεί ότι η Ρωσία δεν πρέπει να αποκτήσει οικονομική ανάσα χωρίς να αναλάβει συγκεκριμένες δεσμεύσεις για τον τερματισμό των εχθροπραξιών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η στάση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων, οι οποίες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην επιδίωξη μιας βιώσιμης ειρηνευτικής λύσης, στην ασφάλεια της Ουκρανίας και στην αποτροπή μιας νέας ρωσικής στρατιωτικής απειλής.
Η νέα διαφωνία Ουάσινγκτον – Κιέβου δείχνει ότι η πορεία προς μια ενδεχόμενη ειρηνευτική συμφωνία δεν θα κριθεί μόνο στα πεδία των μαχών ή στα τραπέζια των διαπραγματεύσεων. Θα εξαρτηθεί, εξίσου, από τη σύγκρουση διαφορετικών οικονομικών και στρατηγικών προτεραιοτήτων, από την ενεργειακή διάσταση της αντιπαράθεσης και από το κατά πόσο οι εμπλεκόμενες πλευρές είναι έτοιμες να αποδεχθούν συμβιβασμούς.
Για τον Τραμπ, η συμφωνία για το ντίζελ αποτελεί μέρος μιας προσπάθειας να προωθήσει τα αμερικανικά συμφέροντα και να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για τον τερματισμό του πολέμου. Για τον Ζελένσκι, αντιθέτως, η ίδια συμφωνία κινδυνεύει να υπονομεύσει την πίεση προς τη Μόσχα, προσφέροντας στον Πούτιν οικονομικά περιθώρια χωρίς αντίστοιχες εγγυήσεις αποκλιμάκωσης.
Το κρίσιμο ερώτημα παραμένει εάν οι δύο προσεγγίσεις μπορούν να συναντηθούν σε ένα κοινό πλαίσιο συμφωνίας ή εάν η ενεργειακή αντιπαράθεση θα αποτελέσει έναν ακόμη παράγοντα που θα δυσκολέψει την αναζήτηση μιας βιώσιμης ειρηνευτικής λύσης.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα