ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Αποκάλυψη Economist: Ο Τραμπ σχεδιάζει να βάλει τον Ζελένσκι στην Ευρωπαϊκή Ένωση με αντάλλαγμα να μείνει έξω από το ΝΑΤΟ – Στο τραπέζι και ο Nord Stream

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Το αμερικανικό σχέδιο φέρεται να περιλαμβάνει αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη στο Ντονμπάς, επενδύσεις για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, χαλάρωση των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και επαναφορά του ρωσικού φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά.

Αποκάλυψη Economist: Ο Τραμπ σχεδιάζει να βάλει τον Ζελένσκι στην Ευρωπαϊκή Ένωση με αντάλλαγμα να μείνει έξω από το ΝΑΤΟ – Στο τραπέζι και ο Nord Stream

Ένα σύνθετο διπλωματικό παζλ, με φόντο τον πόλεμο στην Ουκρανία και με επίκεντρο μια σειρά από γεωπολιτικά και οικονομικά ανταλλάγματα, φέρονται να επιχειρούν να συνθέσουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Σύμφωνα με δημοσίευμα του Economist, η αμερικανική πρόταση θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο για τον τερματισμό των εχθροπραξιών, υπό την προϋπόθεση, ωστόσο, ότι το Κίεβο θα εγκαταλείψει την προοπτική ένταξής του στο ΝΑΤΟ.

Στον πυρήνα της σχεδιαζόμενης συμφωνίας βρίσκεται μια κρίσιμη ανταλλαγή: η Ουκρανία θα αποδεχόταν να μην ενταχθεί στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, διεκδικώντας ως αντάλλαγμα την ευρωπαϊκή της ενσωμάτωση, ισχυρές οικονομικές ενέσεις και ένα εκτεταμένο πρόγραμμα ανοικοδόμησης.

Το φερόμενο σχέδιο, ωστόσο, δεν αφορά αποκλειστικά το μέλλον της Ουκρανίας. Περιλαμβάνει, σύμφωνα με το βρετανικό περιοδικό, ρυθμίσεις για το Ντονμπάς, οικονομικά και διπλωματικά οφέλη για τη Μόσχα, πιθανή χαλάρωση των δυτικών κυρώσεων, αλλά και ένα ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο ενεργειακό σκέλος: την επανεκκίνηση της ροής ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη μέσω των αγωγών Nord Stream.

Πρόκειται, πάντως, για ένα πλαίσιο προτάσεων που παραμένει υπό διαμόρφωση και δεν συνιστά συμφωνία μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών. Άλλωστε, ορισμένες από τις προβλέψεις του υπερβαίνουν τις αρμοδιότητες της Ουάσινγκτον και προϋποθέτουν τη συναίνεση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Τι περιλαμβάνει η αμερικανική πρόταση για την Ουκρανία

Σύμφωνα με τις πληροφορίες του Economist, η Ουάσινγκτον εξετάζει ένα συνολικό πακέτο που επιχειρεί να συνδέσει τρία αλληλένδετα ζητήματα: την ασφάλεια της Ουκρανίας, την οικονομική ανασυγκρότησή της και τη θέση που θα καταλάβει στη μελλοντική ευρωπαϊκή και γεωπολιτική αρχιτεκτονική.

Στο πλαίσιο αυτό, το Κίεβο θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια σαφή ευρωπαϊκή προοπτική, καθώς και σημαντική χρηματοδοτική στήριξη για την ανασυγκρότηση των υποδομών και της οικονομίας του. Το τίμημα, ωστόσο, θα ήταν η παραίτηση από τον στόχο της ένταξης στο ΝΑΤΟ, ένα αίτημα που η ουκρανική πλευρά έχει συνδέσει διαχρονικά με την αποτροπή μιας νέας ρωσικής επίθεσης.

Στο εδαφικό σκέλος, η πρόταση φέρεται να προβλέπει τη δημιουργία αποστρατιωτικοποιημένης ζώνης στο Ντονμπάς, στην ανατολική Ουκρανία, η οποία περιλαμβάνει τις περιφέρειες του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ.

Παραμένει, ωστόσο, αδιευκρίνιστο πώς θα καθοριστούν τα όρια μιας τέτοιας ζώνης, ποιος θα έχει την ευθύνη της επιτήρησής της και με ποιον μηχανισμό θα διασφαλίζεται ότι δεν θα μετατραπεί σε πεδίο νέας αντιπαράθεσης. Πρόκειται για κρίσιμες παραμέτρους, καθώς χωρίς σαφείς όρους εφαρμογής και αξιόπιστες εγγυήσεις, μια αποστρατιωτικοποιημένη περιοχή θα μπορούσε να αποδειχθεί περισσότερο εύθραυστη διευθέτηση παρά σταθερό θεμέλιο ειρήνης.

Τα ανταλλάγματα προς τη Μόσχα: Κυρώσεις, επιχειρηματικές συμφωνίες και φυσικό αέριο

Η αμερικανική πρωτοβουλία φέρεται να περιλαμβάνει και ένα ευρύ πλέγμα κινήτρων προς τη Ρωσία, σε μια προσπάθεια να καταστεί εφικτή η διαπραγμάτευση μιας συνολικής διευθέτησης.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Μόσχα θα μπορούσε να επωφεληθεί από την αποκατάσταση των πολιτικών σχέσεων με την Ουάσινγκτον, τη χαλάρωση των οικονομικών κυρώσεων που έχουν επιβληθεί σε βάρος της, καθώς και την προοπτική σύναψης νέων εμπορικών συμφωνιών με αμερικανικές επιχειρήσεις.

Στο τραπέζι φέρεται να βρίσκεται ακόμη και η επιστροφή του ρωσικού φυσικού αερίου στην ευρωπαϊκή αγορά, με πιθανό δίαυλο τους αγωγούς Nord Stream. Μια τέτοια εξέλιξη θα συνιστούσε σημαντική ανατροπή της ενεργειακής στρατηγικής που ακολούθησαν πολλές ευρωπαϊκές χώρες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Το συγκεκριμένο σκέλος, ωστόσο, είναι από τα πλέον αμφιλεγόμενα της πρότασης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει χαράξει πορεία σταδιακής απεξάρτησης από τις ρωσικές ενεργειακές προμήθειες, ενώ η επαναφορά των συγκεκριμένων αγωγών σε λειτουργία προσκρούει σε πολιτικά, νομικά και γεωπολιτικά εμπόδια.

Ουκρανοί αξιωματούχοι έχουν ενημερωθεί για το γενικό περίγραμμα της αμερικανικής πρωτοβουλίας, χωρίς να έχουν στη διάθεσή τους όλες τις λεπτομέρειες, σύμφωνα με τον Economist. Ως εκ τούτου, το Κίεβο δεν έχει διαμορφώσει ακόμη οριστική θέση για το σύνολο των προτάσεων.

Advertisement

Ένα από τα βασικά σημεία ανησυχίας αφορά το ενδεχόμενο οι Αμερικανοί διαπραγματευτές να προχωρήσουν σε συμφωνίες οικονομικού χαρακτήρα με τη Ρωσία προτού επιτευχθεί οριστικός τερματισμός των εχθροπραξιών.

Η ανησυχία της ουκρανικής πλευράς είναι σαφής: η Μόσχα θα μπορούσε να αποκομίσει σημαντικά οικονομικά και διπλωματικά οφέλη, χωρίς να έχει προηγηθεί μια συνολική διευθέτηση του πολέμου.

Όπως επισήμανε Ουκρανός αξιωματούχος στο περιοδικό, μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε στη Ρωσία να εξασφαλίσει ανταλλάγματα, ενώ οι πολεμικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να συνεχίζονται. Πρόκειται για ένα ενδεχόμενο που αναδεικνύει τη δυσκολία εξισορρόπησης των οικονομικών κινήτρων με τις απαιτήσεις ασφαλείας του Κιέβου.

Οι επαφές στο Όσλο και η συνάντηση Γουίτκοφ – Πούτιν

Η συζήτηση για το αμερικανικό σχέδιο έρχεται στον απόηχο μιας σειράς διπλωματικών επαφών, οι οποίες φαίνεται να εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια διερεύνησης των όρων μιας πιθανής συμφωνίας.

Στις 20 Οκτωβρίου, στο Όσλο, πραγματοποιήθηκαν συναντήσεις με τη συμμετοχή του Ουκρανού προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι, του ειδικού απεσταλμένου των ΗΠΑ Στιβ Γουίτκοφ και Ευρωπαίων ηγετών. Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν οι εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία, οι εδαφικές διαφορές, το καθεστώς των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και η χρηματοδότηση της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης.

Αμερικανοί αξιωματούχοι περιγράφουν τις διαπραγματεύσεις ως μια διαδικασία που εξελίσσεται σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις.

Η πρώτη αφορά την ουκρανική κυριαρχία, τις εγγυήσεις ασφαλείας, την ευρωπαϊκή ενσωμάτωση και την οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας. Η δεύτερη επικεντρώνεται στην αποκατάσταση των σχέσεων με τη Ρωσία και στη διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου ασφαλείας για την ευρύτερη περιοχή.

Μία ημέρα αργότερα, στις 21 Οκτωβρίου, ο Γουίτκοφ συναντήθηκε με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν στην Αγία Πετρούπολη, σε μια επαφή που εντάσσεται στην παράλληλη προσπάθεια διερεύνησης των προθέσεων της Μόσχας.

Μετά τις συναντήσεις αυτές, τόσο το Κίεβο όσο και η ρωσική πλευρά άφησαν ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης των τριμερών συνομιλιών μέσα στον Νοέμβριο, με το Άμπου Ντάμπι να εξετάζεται ως πιθανός τόπος διεξαγωγής τους.

Η προοπτική αυτή δημιουργεί ένα νέο πεδίο διπλωματικών διεργασιών, χωρίς, ωστόσο, να προδικάζει ότι οι δύο πλευρές βρίσκονται κοντά σε μια συμφωνία. Τα κρίσιμα ζητήματα της εδαφικής διευθέτησης, των εγγυήσεων ασφαλείας και των οικονομικών ανταλλαγμάτων εξακολουθούν να αποτελούν σημεία τριβής.

Ο Ζελένσκι ζητά εγγυήσεις ασφαλείας στα πρότυπα του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ

Στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων παραμένει το ερώτημα πώς θα διασφαλιστεί ότι η Ουκρανία δεν θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπη με μια ρωσική επίθεση μετά το τέλος του πολέμου.

Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι επιδιώκει δεσμευτικές εγγυήσεις ασφαλείας, οι οποίες θα συνοδεύονται από συγκεκριμένες υποχρεώσεις και μηχανισμούς αντίδρασης, αντί να περιορίζονται σε γενικές πολιτικές διαβεβαιώσεις.

Ο Ουκρανός πρόεδρος έχει αναφερθεί στην ανάγκη εξασφάλισης αμερικανικών εγγυήσεων στα πρότυπα του Άρθρου 5 της Συνθήκης του ΝΑΤΟ, με την έγκριση του αμερικανικού Κογκρέσου.

Το Άρθρο 5 κατοχυρώνει την αρχή της συλλογικής άμυνας, σύμφωνα με την οποία μια ένοπλη επίθεση εναντίον ενός κράτους-μέλους αντιμετωπίζεται ως επίθεση εναντίον όλων των συμμάχων. Μια αντίστοιχη συμφωνία για την Ουκρανία θα απαιτούσε σαφή προσδιορισμό των δεσμεύσεων των Ηνωμένων Πολιτειών και του τρόπου με τον οποίο θα αντιδρούσαν σε περίπτωση νέας ρωσικής επίθεσης.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα εφόσον η Ουκρανία καλούνταν να εγκαταλείψει την προοπτική ένταξης στη Συμμαχία. Χωρίς ένα αξιόπιστο πλαίσιο αποτροπής, το Κίεβο θα έπρεπε να αποδεχθεί έναν περιορισμό των στρατηγικών του επιλογών, χωρίς να έχει εξασφαλίσει κατ’ ανάγκην ισοδύναμη προστασία.

Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει ανακοινωθεί οριστική συμφωνία για το περιεχόμενο και την έκταση τέτοιων εγγυήσεων. Το κατά πόσο αυτές θα μπορούσαν να προσφέρουν πραγματική ασφάλεια στην Ουκρανία παραμένει ένα από τα καθοριστικά ερωτήματα της διαπραγμάτευσης.

Αποκάλυψη Economist: Ο Τραμπ σχεδιάζει να βάλει τον Ζελένσκι στην Ευρωπαϊκή Ένωση με αντάλλαγμα να μείνει έξω από το ΝΑΤΟ – Στο τραπέζι και ο Nord Stream

Η ένταξη στην ΕΕ δεν είναι απόφαση που μπορεί να λάβει η Ουάσινγκτον

Η ευρωπαϊκή προοπτική της Ουκρανίας αποτελεί ένα από τα πιο σύνθετα σημεία του σχεδίου, καθώς η Ουάσινγκτον δεν διαθέτει την αρμοδιότητα να εγγυηθεί την ένταξη μιας χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η διαδικασία προσχώρησης προϋποθέτει την εκπλήρωση συγκεκριμένων πολιτικών, οικονομικών και θεσμικών κριτηρίων, την πρόοδο στις ενταξιακές διαπραγματεύσεις, τη συγκατάθεση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, την ομόφωνη έγκριση των κρατών-μελών στο Συμβούλιο και την επικύρωση της συνθήκης προσχώρησης σύμφωνα με τις προβλεπόμενες διαδικασίες.

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν το Κίεβο αποδεχόταν την εγκατάλειψη του στόχου ένταξης στο ΝΑΤΟ, η ένταξή του στην ΕΕ δεν θα ήταν αυτομάτως εξασφαλισμένη. Θα εξακολουθούσε να εξαρτάται από τις αποφάσεις των ευρωπαϊκών θεσμών και των κρατών-μελών.

Σε προηγούμενη αμερικανική πρόταση, σύμφωνα με τις σχετικές πληροφορίες, φέρεται να είχε εξεταστεί ακόμη και ο Ιανουάριος του 2027 ως πιθανός χρονικός ορίζοντας για την ένταξη της Ουκρανίας στην Ένωση.

Ωστόσο, ένα τέτοιο χρονοδιάγραμμα δεν ισοδυναμεί με συμφωνημένη ημερομηνία προσχώρησης. Η ευρωπαϊκή ενσωμάτωση αποτελεί θεσμική διαδικασία με συγκεκριμένες προϋποθέσεις και δεν μπορεί να επιβληθεί ως αντάλλαγμα σε μια διμερή συμφωνία μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας.

Έτσι, το ευρωπαϊκό σκέλος της πρότασης αναδεικνύει μια βασική αντίφαση: οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να διευκολύνουν πολιτικά μια συμφωνία, δεν μπορούν όμως να δεσμεύσουν εκ των προτέρων την Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς την έκβαση της ενταξιακής διαδικασίας.

Nord Stream: Η Γερμανία και η ευρωπαϊκή ενεργειακή στρατηγική θέτουν εμπόδια

Αντίστοιχα περίπλοκη εμφανίζεται η προοπτική επαναλειτουργίας των αγωγών Nord Stream, η οποία θα μπορούσε να αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά ανταλλάγματα προς τη Μόσχα.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει προχωρήσει στη θέσπιση νομικά δεσμευτικού πλαισίου για τη σταδιακή κατάργηση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα που περιγράφεται στο σχετικό πλαίσιο, οι εναπομείνασες μακροπρόθεσμες συμβάσεις για ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο προβλέπεται να τερματιστούν από τον Ιανουάριο του 2027, ενώ οι εισαγωγές μέσω αγωγών από το φθινόπωρο του ίδιου έτους.

Παράλληλα, η γερμανική κυβέρνηση έχει εκφράσει την αντίθεσή της στην επαναλειτουργία του Nord Stream, ενώ εξακολουθούν να υφίστανται αμερικανικές και ευρωπαϊκές κυρώσεις που επηρεάζουν τους αγωγούς.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η επαναφορά των ρωσικών ενεργειακών ροών δεν θα μπορούσε να προκύψει απλώς ως αποτέλεσμα μιας συνεννόησης μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας. Θα απαιτούσε την αντιμετώπιση των νομικών και πολιτικών περιορισμών, καθώς και την εξεύρεση λύσεων που θα ήταν συμβατές με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο ενεργειακό ή εμπορικό. Αγγίζει τον πυρήνα της ευρωπαϊκής στρατηγικής απέναντι στη Ρωσία, καθώς και το κατά πόσο η ενεργειακή συνεργασία θα μπορούσε να επανέλθει στο προσκήνιο χωρίς να ανατραπούν οι επιλογές που υιοθετήθηκαν μετά την εισβολή στην Ουκρανία.

Επομένως, ακόμη και αν η Ουάσινγκτον και η Μόσχα κατέληγαν σε μια συνεννόηση για την επανεκκίνηση των αγωγών, αυτή δεν θα αρκούσε από μόνη της για να επιστρέψει το ρωσικό φυσικό αέριο στην ευρωπαϊκή αγορά.

Ένα σχέδιο με πολλά ανταλλάγματα, αλλά χωρίς οριστική συμφωνία

Το φερόμενο αμερικανικό σχέδιο επιχειρεί να συνδυάσει την ασφάλεια και την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας με οικονομικά και διπλωματικά κίνητρα προς τη Ρωσία, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για τον τερματισμό του πολέμου.

Η εξίσωση, ωστόσο, παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Το Κίεβο επιδιώκει εγγυήσεις ότι δεν θα βρεθεί ξανά αντιμέτωπο με μια ρωσική εισβολή, η Μόσχα επιδιώκει την άρση των κυρώσεων και ένα ευνοϊκότερο πλαίσιο ασφαλείας, ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο σε ζητήματα που δεν μπορεί να διευθετήσει μονομερώς η Ουάσινγκτον.

Στην πράξη, κάθε πιθανό αντάλλαγμα γεννά και ένα νέο ερώτημα: μπορεί η Ουκρανία να εγκαταλείψει την προοπτική ένταξης στο ΝΑΤΟ χωρίς να εξασφαλίσει ισχυρές εγγυήσεις ασφαλείας; Μπορεί η Ρωσία να επωφεληθεί από τη χαλάρωση των κυρώσεων χωρίς να έχει προηγηθεί οριστική ειρήνη; Και μπορεί η Ευρώπη να αποδεχθεί την επιστροφή του ρωσικού φυσικού αερίου, ενώ έχει ήδη χαράξει πορεία απεξάρτησης από τις συγκεκριμένες προμήθειες;

Η πιθανότητα επανέναρξης των τριμερών συνομιλιών τον Νοέμβριο δημιουργεί ένα νέο διπλωματικό παράθυρο, χωρίς να εγγυάται ότι θα υπάρξει σύντομα κοινό έδαφος. Το σχέδιο που περιγράφει ο Economist αποτυπώνει την προσπάθεια της αμερικανικής πλευράς να διαμορφώσει μια συνολική διευθέτηση, αλλά οι βασικοί όροι της εξακολουθούν να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης.

Προς το παρόν, δεν υπάρχει οριστική συμφωνία ούτε για τους όρους ειρήνης ούτε για το εύρος των ανταλλαγμάτων. Και όσο παραμένουν ανοιχτά τα ζητήματα της εδαφικής κυριαρχίας, των εγγυήσεων ασφαλείας και της ευρωπαϊκής ενεργειακής πολιτικής, το σχέδιο εξακολουθεί να κινείται ανάμεσα στη διπλωματική φιλοδοξία και στις σύνθετες πραγματικότητες του πολέμου.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button