Σε μια αποκαλυπτική έρευνα, ο Guardian επιχειρεί να ξετυλίξει το κουβάρι γύρω από τη συμφωνία που ανακοίνωσε ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ για την εκμετάλλευση των πετρελαϊκών αποθεμάτων της Βενεζουέλας, παρουσιάζοντάς την με χαρακτηριστική έμφαση ως «τη μεγαλύτερη συμφωνία πετρελαίου στην παγκόσμια ιστορία».
Αποκάλυψη Guardian: Όλη η αλήθεια για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας- Γκρεμίζεται η συμφωνία που ο Τραμπ αποκάλεσε τη «μεγαλύτερη στην ιστορία»
Πίσω, όμως, από τις μεγαλόστομες διακηρύξεις και την εικόνα μιας συμφωνίας-μαμούθ, η έρευνα της βρετανικής εφημερίδας αναδεικνύει ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό. Ένα σχέδιο που, σύμφωνα με νομικούς και ενεργειακούς αναλυτές, βρίσκεται αντιμέτωπο με ένα πυκνό πλέγμα νομικών, θεσμικών και πρακτικών προβλημάτων, τα οποία απειλούν να το καταστήσουν εξαιρετικά δύσκολο –αν όχι αδύνατο– να υλοποιηθεί στην πράξη.
Η συμφωνία ήρθε στον απόηχο της στρατιωτικής επιχείρησης των ΗΠΑ τον Ιανουάριο, κατά την οποία συνελήφθη ο πρόεδρος της Βενεζουέλας Νικολάς Μαδούρο και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από τη Ντέλσι Ροντρίγκες. Μέσα σε αυτό το νέο πολιτικό σκηνικό, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι το αμερικανικό Υπουργείο Άμυνας, μέσω του Γραφείου Στρατηγικού Κεφαλαίου (OSC) του Πενταγώνου, θα αποκτήσει το ένα τρίτο της ιδιωτικής εταιρείας North American Blue Energy Partners (Nabep), η οποία δραστηριοποιείται στη διαχείριση πετρελαϊκών πεδίων στη χώρα.
Η ανακοίνωση παρουσιάστηκε ως ένα αποφασιστικό βήμα για την αξιοποίηση του ενεργειακού πλούτου της Βενεζουέλας. Ωστόσο, πίσω από τη λαμπερή εικόνα της επένδυσης, οι νομικές λεπτομέρειες φαίνεται να δημιουργούν ένα εντελώς διαφορετικό τοπίο.
Ένα σχέδιο με σοβαρά νομικά κενά
Όπως επισημαίνει ο Guardian, ειδικοί και νομικοί αναλυτές εντοπίζουν σημαντικές ανακρίβειες στους ισχυρισμούς της αμερικανικής διοίκησης. Ένα από τα βασικότερα ζητήματα αφορά το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο της Βενεζουέλας για την ενέργεια.
Η νομοθεσία της χώρας δεν επιτρέπει συμβάσεις διάρκειας 100 ετών, όπως έχει αφήσει να εννοηθεί η αμερικανική πλευρά. Αντίθετα, προβλέπει ανώτατο χρονικό όριο 25 ετών, γεγονός που δημιουργεί ένα πρώτο και ιδιαίτερα σημαντικό εμπόδιο για τη μακροπρόθεσμη αξιοποίηση των πετρελαϊκών κοιτασμάτων.
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη νομοθεσία της Βενεζουέλας. Αντίστοιχα ερωτήματα εγείρονται και στο εσωτερικό των Ηνωμένων Πολιτειών.
Το αμερικανικό νομικό πλαίσιο δεν παρέχει στο Πεντάγωνο τη δυνατότητα να λειτουργεί ως επενδυτικό ταμείο ιδιωτικών συμμετοχών (private equity), αποκτώντας μετοχικά μερίδια σε ιδιωτικές εταιρείες. Πρόκειται για ένα θεσμικό εμπόδιο που η διοίκηση Τραμπ επιχείρησε να παρακάμψει αξιοποιώντας έναν νόμο της δεκαετίας του 1950, ο οποίος αφορά την αμυντική παραγωγή.
Στο πλαίσιο αυτής της προσπάθειας, τα δικαιώματα αγοράς μετοχών μεταφέρθηκαν σε άλλη υπηρεσία του Πενταγώνου, την IBAS. Το πρόβλημα είναι ότι η αποστολή της συγκεκριμένης υπηρεσίας αφορά την αμυντική βιομηχανία και όχι την εμπορία, διαχείριση ή εκμετάλλευση πετρελαϊκών πόρων.
Έτσι, αντί για μια καθαρή και θεσμικά κατοχυρωμένη επενδυτική συμφωνία, διαμορφώνεται ένα περίπλοκο νομικό κατασκεύασμα, το οποίο προκαλεί ερωτήματα για τα όρια των αρμοδιοτήτων της αμερικανικής κυβέρνησης.
Σκεπτικισμός από τους πετρελαϊκούς κολοσσούς
Όπως υπογραμμίζει στην ανάλυσή του ο Guardian, η αβεβαιότητα αυτή δεν περνά απαρατήρητη από την αγορά. Μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες και διεθνείς επενδυτές εμφανίζονται επιφυλακτικοί απέναντι σε μια συμφωνία της οποίας το νομικό υπόβαθρο παραμένει θολό και οι πραγματικοί όροι δεν έχουν αποσαφηνιστεί πλήρως.
Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα εάν ληφθεί υπόψη ο ισχυρισμός του Τραμπ ότι το πετρέλαιο της Βενεζουέλας θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την άμεση αναπλήρωση των αμερικανικών στρατηγικών αποθεμάτων.
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πολύ πιο σύνθετη. Η παραγωγή, η μεταφορά, η διύλιση και η εμπορική αξιοποίηση του βαρέος πετρελαίου της Βενεζουέλας απαιτούν σημαντικές υποδομές, επενδύσεις και χρόνο. Η αβεβαιότητα γύρω από τη νομιμότητα των κινήσεων του Πενταγώνου, σε συνδυασμό με την περιορισμένη διαφάνεια γύρω από τη συμφωνία, δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο οι επενδυτές δύσκολα μπορούν να κινηθούν με ασφάλεια.
Δεν είναι τυχαίο ότι πρώην διπλωμάτες και αναλυτές εμφανίζονται ιδιαίτερα δύσπιστοι, παραλληλίζοντας την πρωτοβουλία με φιλόδοξες πολιτικές εξαγγελίες του παρελθόντος που τελικά αποδείχθηκαν πολύ πιο δύσκολο να υλοποιηθούν από όσο αρχικά παρουσιάζονταν.
Αποκάλυψη Guardian: Όλη η αλήθεια για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας- Γκρεμίζεται η συμφωνία που ο Τραμπ αποκάλεσε τη «μεγαλύτερη στην ιστορία»
Ο ρόλος του Αλεχάνδρο Μπετανκούρ Λόπεζ
Στο επίκεντρο της αμφιλεγόμενης συμφωνίας βρίσκεται ένας επιχειρηματίας που διαθέτει ισχυρές διασυνδέσεις σε Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρώπη: ο 46χρονος Αλεχάνδρο Μπετανκούρ Λόπεζ, ιδιοκτήτης της Nabep.
Ο Μπετανκούρ έχει βρεθεί στο επίκεντρο πολλαπλών διεθνών ερευνών σχετικά με υποθέσεις διαφθοράς και ξεπλύματος χρήματος στη Βενεζουέλα. Ωστόσο, δεν έχει καταδικαστεί ούτε του έχουν απαγγελθεί επίσημες κατηγορίες.
Η παρουσία του ως βασικού επιχειρηματικού εταίρου της αμερικανικής κυβέρνησης προκαλεί, σύμφωνα με την έρευνα του Guardian, εύλογα ερωτήματα. Στο παρελθόν, ακόμη και οι αρχές της Βενεζουέλας είχαν επιστρατεύσει ερευνητές και χάκερ προκειμένου να διερευνήσουν την προέλευση των κεφαλαίων του.
Ο ίδιος φαίνεται να διαδραμάτισε ρόλο-κλειδί ως ενδιάμεσος στις διαπραγματεύσεις μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της μεταβατικής κυβέρνησης της Ροντρίγκες, αποκτώντας έτσι κομβική θέση στη νέα ενεργειακή εξίσωση που επιχειρεί να διαμορφώσει η Ουάσιγκτον στη Βενεζουέλα.
Η επιλογή του, πάντως, προσθέτει ένα ακόμη επίπεδο πολυπλοκότητας σε μια ήδη αμφιλεγόμενη συμφωνία, καθώς το επιχειρηματικό του παρελθόν αποτελεί αντικείμενο διεθνούς ερευνητικού ενδιαφέροντος.
Οι αστερίσκοι πίσω από το πετρέλαιο της Βενεζουέλας
Η προσπάθεια της αμερικανικής πλευράς να αποκτήσει οικονομικό και στρατηγικό έρεισμα στους τεράστιους ενεργειακούς πόρους της Βενεζουέλας προσκρούει, τελικά, σε μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα από αυτή που αφήνουν να εννοηθεί οι δημόσιες δηλώσεις.
Οι μεγάλες πετρελαϊκές εταιρείες, μεταξύ των οποίων και η Exxon, αντιμετωπίζουν το θεσμικό και επενδυτικό περιβάλλον της χώρας ως ιδιαίτερα προβληματικό για μεγάλης κλίμακας επενδύσεις, ενώ οι όροι που φέρεται να έχει διαπραγματευτεί η διοίκηση Τραμπ εξακολουθούν να θεωρούνται ασαφείς.
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη αντίφαση της υπόθεσης: από τη μία πλευρά, μια πολιτική ηγεσία που παρουσιάζει τη συμφωνία ως ιστορική οικονομική επιτυχία και, από την άλλη, ένα επενδυτικό και νομικό περιβάλλον γεμάτο αστερίσκους.
Η αντίθεση έγινε ακόμη πιο έντονη όταν ο Αμερικανός πρόεδρος, μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, επικαλέστηκε την αρχή «στο νικητή ανήκουν τα λάφυρα», δίνοντας στη συμφωνία έναν σαφώς πιο επιθετικό γεωπολιτικό χαρακτήρα.
Πίσω, όμως, από τη ρητορική και τις μεγάλες διακηρύξεις παραμένει το βασικό ερώτημα: μπορεί πράγματι να σταθεί όρθιο ένα σχέδιο που συναντά εμπόδια τόσο στο δίκαιο της Βενεζουέλας όσο και στο αμερικανικό θεσμικό πλαίσιο;
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να δείξει εάν η αμφιλεγόμενη αυτή πρωτοβουλία θα μετατραπεί σε πραγματική οικονομική συμφωνία ή θα παραμείνει ένα ακόμη επικοινωνιακό πυροτέχνημα.
Σε κάθε περίπτωση, τα νομικά ερωτήματα, οι θεσμικές αντιφάσεις, η απουσία σαφών εγγυήσεων και η επιφυλακτικότητα σημαντικών παικτών της ενεργειακής αγοράς ρίχνουν βαριά σκιά πάνω από το φιλόδοξο σχέδιο της Ουάσιγκτον για το πετρέλαιο της Βενεζουέλας.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα