Ασέβεια προς τους ήρωες του Έπους της Αλβανίας καθώς με κηδεία “εξπρές, το Υπουργείο Εξωτερικών, η Πρεσβεία της Ελλάδας στα Τίρανα, ο ίδιος ο Υπουργός Νίκος Κοτζιάς, απέκλεισαν τους συγγενείς των 573 Ελλήνων πεσόντων από την σημερινή τελετή ενταφιασμού στην Κλεισούρα.

Αιφνιδιαστικά ενταφιάστηκαν στο τόπο όπου έγραψαν ηρωικά το Έπος του 1940-41, στα στενά της Κλεισούρας στην Αλβανία, στο χωριό Ντραγκότι, 573 Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί.

Ήταν στα μέσα του περασμένου καλοκαιριού όταν επιτέλους η Ελλάδα κατάφερε μετά από 78 χρόνια να προβεί στην επίσημη ταφή των λειψάνων των νεκρών στο Αλβανικό Μέτωπο 1940-1941. Αθήνα και Τίρανα είχαν φθάσει σε μία συμφωνία η οποία αναμενόταν με αγωνία από τα παιδιά και τους συγγενείς των πεσόντων για την πατρίδα.

Τότε, το καλοκαίρι του 2018 ενταφιάστηκαν 100 σωροί Ελλήνων στρατιωτικών που είχαν πρόχειρα ταφεί σε διάφορα σημεία του μετώπου. Τότε το Υπουργείο Εξωτερικών και η Πρεσβεία της Ελλάδας στα Τίρανα είχαν, για άγνωστους λόγους, εξαιρέσει τα παιδιά και τους συγγενείς των νεκρών από την τελετή της ταφής στο κοιμητήριο της Κλεισούρας. Θα μπορούσε κανείς να αποδώσει την εξαίρεση στη γνωστή αμετροέπεια, αδιαφορία και συλλογική άγνοια η οποία διακατέχει την ελληνική γραφειοκρατία διαχρονικά.

Όμως το δις εξαμαρτείν προδίδει ενσυνείδητη συμπεριφορά.

Μετά από αρκετούς μήνες οι ελληνικές αρχές στις 12 Οκτωβρίου προχώρησαν αιφνιδιαστικά στον ενταφιασμό των λειψάνων 573 πεσόντων στις μάχες κατά το Έπος της Αλβανίας.

Μόλις 16 ημέρες πριν την Επέτειο της 28ης Οκτωβρίου.

Για δεύτερη φορά το Υπουργείο Εξωτερικών, η Πρεσβεία της Ελλάδας στα Τίρανα, ο ίδιος ο Υπουργός Νίκος Κοτζιάς, η Πολιτεία στο σύνολό της αγνόησε τα παιδιά και τους συγγενείς των νεκρών. Τους κράτησαν μακριά από αυτόν τον ύστατο χαιρετισμό.

Η θρησκευτική τελετή ενταφιασμού των οστών πεντακοσίων εβδομήντα τριών (573) Ελλήνων πεσόντων στρατιωτικών του Ελληνο-Ιταλικού πολέμου που πραγματοποιήθηκε σήμερα στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο της Κλεισούρας στην Βόρειο Ήπειρο, δημιούργησε ρίγη συγκίνησης και δέος… εκεί στον τόπο που πολέμησαν και θυσιάστηκαν.

Όλοι παρευρισκόμενοι με τα μάτια βουρκωμένα και τρεμάμενη φωνή ψέλλισαν “Αιωνία τους η Μνήμη”.

Το μεσημέρι, στο Ντραγκότι, στο νεκροταφείο που έως σήμερα είχε κενοτάφια, έγινε η ταφή των 573 ηρώων. Στη νεκρώσιμη ακολουθία χοροστάτησε ο μητροπολίτης Αργυροκάστρου, Δημήτριος και παρέστησαν η πρέσβης της Ελλάδας στα Τίρανα, Ελένη Σουρανή, ο ακόλουθος Άμυνας της ελληνικής πρεσβείας, συνταγματάρχης Χρήστος Μπακιρτζής, ο πρόεδρος του Κόμματος της Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΚΕΑΔ), Βαγγέλης Ντούλες, ο πρόεδρος της Ομόνοιας, Βασίλης Κάγιος και ο συντονιστής της ομάδας εργασιών αναζήτησης και εκταφής των οστών, Νίκος Κύργος.

Μετά τη λήξη του αλβανικού μετώπου, οι Έλληνες πεσόντες είχαν μείνει στην κοιλάδα της Κλεισούρας για 77 χρόνια, θαμμένοι πρόχειρα από τους Ιταλούς κατά την οπισθοχώρηση.

«Μας απέκλεισαν από την τελετή» καταγγέλλουν οι συγγενείς

Την ίδια ώρα, οι συγγενείς των πεσόντων καταγγέλλουν ότι συνεχίζεται ο αποκλεισμός τους από τις τελετές ενταφιασμού των δικών τους ανθρώπων.

Ο πρόεδρος της Ένωσης Τέκνων, Συγγενών και Φίλων Πεσόντων κατά το Έπος 1940-41 και πρώην υπουργός Γιώργος Σούρλας, σε ανακοίνωσή του καταλογίζει ευθύνες στο υπουργείο Εξωτερικών και την Πρεσβεία της Ελλάδας στα Τίρανα.

«Χθες, αιφνιδιαστικά, ανακοίνωσαν ότι σήμερα πραγματοποιείται θρησκευτική τελετή ενταφιασμού 573 πεσόντων στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο Κλεισούρας. Χωρίς να έχει προηγηθεί καμία ενημέρωση των συγγενών, όπως άλλωστε έγινε και στις 13 Ιουλίου με τον ενταφιασμό 100 πεσόντων στο Στρατιωτικό Κοιμητήριο Βουλιαρατών», αναφέρει ο κ. Σούρλας.

Μάλιστα, ο πρώην υπουργός χαρακτηρίζει τον αποκλεισμό των συγγενών «αδιανόητο, πρωτόγνωρο και απάνθρωπο», καθώς τα παιδιά και οι συγγενείς των πεσόντων «πληροφορούνται μόνο από δελτία τύπου του υπουργείου Εξωτερικών ότι γίνονται τελετές ενταφιασμού, χωρίς όμως να καθίσταται εφικτή η παρουσία τους σε μια τελετή που καρτερικά περίμεναν επί 78 ολόκληρα χρόνια», και ζητά σεβασμό στη μνήμη των πεσόντων και τον πόνο των παιδιών και των συγγενών τους, επισημαίνοντας ότι «είναι προφανές ότι η ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών αδυνατεί να αντιληφθεί ότι το θέμα αυτό δεν προσφέρεται για εκμετάλλευση».