Μυστικές συσκέψεις των 27 κρατών-μελών μετά τη Λειψία αποκαλύπτει το έγκριτο μέσο. Οι φόβοι για ρωσική κλιμάκωση, η διαφωνία για τον ρόλο του ΝΑΤΟ και το ευρωπαϊκό σχέδιο αντίδρασης.
Διαστάσεις υστερίας παίρνει η ρωσοφοβία στην Ευρώπη: Δημοσίευμα του Politico αποκαλύπτει πως η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζεται αθόρυβα για μια ρωσική υβριδική επίθεση μεγάλης κλίμακας που θα μπορούσε να προκαλέσει εκατοντάδες θύματα
Αθόρυβα, μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, οι ευρωπαϊκές πρωτεύουσες προετοιμάζονται πλέον για ένα ενδεχόμενο που μέχρι πρόσφατα έμοιαζε περισσότερο με θεωρητικό σενάριο παρά με άμεση απειλή: μια μεγάλης κλίμακας υβριδική επίθεση εναντίον κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ικανή να προκαλέσει μαζικές απώλειες ανθρώπινων ζωών και να απαιτήσει άμεση και απολύτως συντονισμένη αντίδραση.
Όπως αποκαλύπτει το Politico, επικαλούμενο Ευρωπαίους διπλωμάτες και αξιωματούχους, οι σχετικές συζητήσεις έχουν ενταθεί σημαντικά τις τελευταίες εβδομάδες. Καταλυτικό ρόλο φαίνεται να διαδραμάτισε η απόπειρα επίθεσης με drones που έφεραν εκρηκτικά και εντοπίστηκαν στο αεροδρόμιο Λειψίας/Χάλε τον περασμένο Αύγουστο.
Η γερμανική κυβέρνηση απέδωσε στη Ρωσία την απόπειρα επίθεσης εναντίον εμπορευματικών αεροσκαφών που βρίσκονταν στο αεροδρόμιο. Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, είχε προειδοποιήσει ότι, εάν η επιχείρηση είχε στεφθεί με επιτυχία, θα μπορούσε να είχε προκαλέσει τεράστιες καταστροφές και απώλειες ανθρώπινων ζωών, χαρακτηρίζοντας το περιστατικό επίθεση με «στρατιωτικού τύπου υλικό» από Ρώσους πράκτορες σε ευρωπαϊκό έδαφος.
Συσκέψεις υπό καθεστώς αυστηρής μυστικότητας
Η ανησυχία είναι τέτοια, ώστε οι πρεσβευτές και των 27 κρατών-μελών έχουν πραγματοποιήσει τις τελευταίες εβδομάδες συζητήσεις σε «περιορισμένη σύνθεση». Οι συνεδριάσεις γίνονται χωρίς κινητά τηλέφωνα και χωρίς συνεργάτες στην αίθουσα, σε μια προσπάθεια να περιοριστεί ο κίνδυνος διαρροής ευαίσθητων πληροφοριών.
Σύμφωνα με δύο Ευρωπαίους διπλωμάτες που επικαλείται το Politico, σε μία από τις πρόσφατες συναντήσεις το επίκεντρο της συζήτησης ήταν ένα ιδιαίτερα σοβαρό ενδεχόμενο: μια επίθεση που θα άφηνε πίσω της μεγάλο αριθμό θυμάτων.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ήδη την αποκαλούμενη «εργαλειοθήκη για τις υβριδικές απειλές», έναν μηχανισμό που προβλέπει συντονισμένη αντιμετώπιση κυβερνοεπιθέσεων, δολιοφθορών, παρεμβάσεων σε εκλογικές διαδικασίες και άλλων ενεργειών που κινούνται κάτω από το όριο ενός συμβατικού πολέμου.
Το ερώτημα που βρίσκεται πλέον στο τραπέζι, όμως, είναι πολύ πιο δύσκολο: πώς αντιδρά η Ευρώπη όταν μια τέτοια υβριδική ενέργεια ξεπερνά το επίπεδο της διατάραξης και μετατρέπεται σε ένα αιματηρό περιστατικό με δεκάδες ή ακόμη περισσότερα θύματα;
«Πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για κάτι σοβαρό», δήλωσε Ευρωπαίος διπλωμάτης, προσθέτοντας πως το περιστατικό της Λειψίας έδειξε ότι «ένα πολύ σοβαρό συμβάν, που θα μπορούσε να προκαλέσει πολλαπλές απώλειες, δεν μπορεί πλέον να αποκλειστεί».
Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει ήδη καλέσει τα κράτη-μέλη να επιταχύνουν την ενίσχυση της ανθεκτικότητάς τους απέναντι σε υβριδικές απειλές. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι δολιοφθορές, οι κυβερνοεπιθέσεις και τα χτυπήματα εναντίον κρίσιμων υποδομών, οι οποίες θεωρούνται ολοένα και πιο ευάλωτες σε τέτοιου είδους επιχειρήσεις.
«Κάποια στιγμή θα υπάρξουν θύματα»
Ο προβληματισμός στις Βρυξέλλες δεν γεννήθηκε από ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αντίθετα, τροφοδοτείται από μια αλυσίδα γεγονότων που ευρωπαϊκές και νατοϊκές αρχές εντάσσουν στο ευρύτερο πλαίσιο των υβριδικών ενεργειών.
Την Τρίτη, αρκετοί ναύτες αναφέρθηκαν ως αγνοούμενοι, αφού το πλοίο στο οποίο επέβαιναν βυθίστηκε στη Μαύρη Θάλασσα από drones, σύμφωνα με τις βουλγαρικές αρχές.
Το συγκεκριμένο περιστατικό προστέθηκε στην ήδη ανησυχητική εικόνα που είχε διαμορφωθεί μετά την απόπειρα επίθεσης στο αεροδρόμιο της Λειψίας, την ύποπτη πυρκαγιά σε σταθμό επίγειας σύνδεσης στην Πολωνία που διαχειρίζεται τις επικοινωνίες του Starlink, αλλά και την αποκάλυψη σχεδίου για την τοποθέτηση εμπρηστικών μηχανισμών σε εμπορικούς κόμβους μεταφορών σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο.
Σε αυτό το σκηνικό προστίθενται και οι επαναλαμβανόμενες παραβιάσεις του ευρωπαϊκού εναέριου χώρου, ενισχύοντας την αίσθηση ότι η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα περιβάλλον ασφαλείας πολύ διαφορετικό από εκείνο των προηγούμενων ετών.
Από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, πριν από 4,5 χρόνια, η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει ότι η Μόσχα έχει εντείνει τις επιχειρήσεις δολιοφθοράς, τις κυβερνοεπιθέσεις, τις εκστρατείες παραπληροφόρησης και άλλες συγκαλυμμένες ενέργειες εναντίον ευρωπαϊκών κρατών. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει καταδικάσει επανειλημμένα αυτές τις ενέργειες, ζητώντας παράλληλα στενότερη και πιο στοχευμένη συνεργασία για την προστασία των κρίσιμων υποδομών.
Η Τέγια Τιιλικάινεν, διευθύντρια του Ευρωπαϊκού Κέντρου Αριστείας για την Αντιμετώπιση Υβριδικών Απειλών, προειδοποιεί ότι η χρήση ολοένα πιο επικίνδυνων μέσων για τη δοκιμή της ετοιμότητας και των αντανακλαστικών της Ευρώπης αυξάνει αναπόφευκτα και την πιθανότητα ανθρώπινων απωλειών.
«Κάποια στιγμή, είτε σκόπιμα είτε κατά λάθος, αυτό θα συμβεί», σημείωσε.
Τι σχεδιάζει η ΕΕ για την επόμενη ημέρα
Στις Βρυξέλλες η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στην εκτίμηση της απειλής. Έχει περάσει στο επόμενο, πολύ πιο πρακτικό επίπεδο: τι ακριβώς θα κάνει η Ευρωπαϊκή Ένωση εάν ένα μεγάλο και αιματηρό περιστατικό γίνει πραγματικότητα;
Στο τραπέζι βρίσκονται διάφορα σενάρια, μεταξύ των οποίων η ανάπτυξη ομάδων άμεσης αντίδρασης, η ταχεία αποδέσμευση ευρωπαϊκών κονδυλίων προς το κράτος που θα έχει πληγεί, αλλά και ο συντονισμός της δημόσιας επικοινωνίας.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται, μάλιστα, στο πώς θα πρέπει να επικοινωνήσουν οι ηγέτες των ευρωπαϊκών θεσμών τις εξελίξεις και τις αποφάσεις που θα ληφθούν, σε μια κρίση όπου η ταχύτητα, η σαφήνεια και η αποφυγή αντικρουόμενων μηνυμάτων θα μπορούσαν να αποδειχθούν καθοριστικές.
Πίσω από όλα αυτά, ωστόσο, βρίσκεται ένα θεμελιώδες ερώτημα: ποιος έχει τελικά την ευθύνη για την αντίδραση;
Διαστάσεις υστερίας παίρνει η ρωσοφοβία στην Ευρώπη: Δημοσίευμα του Politico αποκαλύπτει πως η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζεται αθόρυβα για μια ρωσική υβριδική επίθεση μεγάλης κλίμακας που θα μπορούσε να προκαλέσει εκατοντάδες θύματα
Η δύσκολη εξίσωση με το ΝΑΤΟ
Οι συζητήσεις στις Βρυξέλλες έχουν προκαλέσει επιφυλάξεις σε ορισμένες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, καθώς υπάρχει ο φόβος ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να κινηθεί σε ένα πεδίο που παραδοσιακά ανήκει στο ΝΑΤΟ.
Η διατλαντική Συμμαχία αποτελεί εδώ και οκτώ δεκαετίες τον βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής ασφάλειας. Το ίδιο το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο έχει επανειλημμένα τονίσει ότι η ενίσχυση των ευρωπαϊκών αμυντικών δυνατοτήτων πρέπει να λειτουργεί συμπληρωματικά προς το ΝΑΤΟ, το οποίο παραμένει, για τα κράτη-μέλη του, το θεμέλιο της συλλογικής άμυνας.
Η πρώην εκπρόσωπος του ΝΑΤΟ και συνεργάτιδα του βρετανικού think tank για θέματα ασφαλείας RUSI (Βασιλικό Ινστιτούτο Ενωμένων Υπηρεσιών), Οάνα Λουνγκέσκου, προειδοποιεί ότι η δημιουργία παράλληλων μηχανισμών θα μπορούσε να προκαλέσει σύγχυση στους υπεύθυνους λήψης αποφάσεων.
Σε μια κρίση μεγάλης κλίμακας, όπως επισημαίνει, ο χρόνος είναι κρίσιμος. Επομένως, οποιαδήποτε επικάλυψη αρμοδιοτήτων μεταξύ ΕΕ και ΝΑΤΟ θα μπορούσε να καθυστερήσει την αντίδραση ακριβώς τη στιγμή που απαιτούνται γρήγορες αποφάσεις.
Η ίδια θεωρεί αποτελεσματικότερο έναν σαφή καταμερισμό ρόλων: το ΝΑΤΟ να αναλαμβάνει την ανταλλαγή πληροφοριών και τη στρατιωτική αποτροπή και η Ευρωπαϊκή Ένωση να επικεντρώνεται στην πολιτική προστασία και την πολιτική διαχείριση της κρίσης.
Οι φόβοι για διαρροές
Την ίδια ώρα, ένα ακόμη πρόβλημα απασχολεί τους Ευρωπαίους αξιωματούχους: η ασφάλεια των ίδιων των συζητήσεων.
Διπλωμάτες υποστηρίζουν ότι αρκετές κυβερνήσεις εμφανίζονται ιδιαίτερα διστακτικές να μοιραστούν εξαιρετικά ευαίσθητες πληροφορίες στις συνεδριάσεις της ΕΕ, υπό τον φόβο ότι αυτές μπορεί να διαρρεύσουν είτε προς τα μέσα ενημέρωσης είτε προς τρίτες χώρες.
Διπλωμάτης από χώρα της ανατολικής πτέρυγας ανέφερε χαρακτηριστικά ότι η κυβέρνησή του είναι ιδιαίτερα επιφυλακτική ως προς την κοινοποίηση απόρρητων πληροφοριών στις συνεδριάσεις των μόνιμων αντιπροσώπων.
Η κατάσταση αυτή εξηγεί, εν μέρει, και την επιλογή των ολοένα πιο κλειστών συσκέψεων, χωρίς κινητά τηλέφωνα και χωρίς την παρουσία συνεργατών, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην ανάγκη για ανταλλαγή πληροφοριών και στην ανάγκη προστασίας τους.
Το σχέδιο της Φον ντερ Λάιεν
Η συζήτηση για την ευρωπαϊκή αντίδραση σε μια μεγάλη κρίση συμπίπτει με την προσπάθεια της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν να ενισχύσει τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα της ασφάλειας.
Στο πλαίσιο αυτό έχει προταθεί η δημιουργία ενός «πρωτοκόλλου έκτακτης ανάγκης για την ασφάλεια», το οποίο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πλαίσιο συντονισμού των κρατών-μελών σε περίπτωση μεγάλης κρίσης.
Παράλληλα, έχει διατυπωθεί η ιδέα ενός «Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Ασφαλείας», το οποίο θα μπορούσε να ενταχθεί στη συνολικότερη στρατηγική της Ένωσης για την ασφάλεια.
Ωστόσο, η πρόταση δεν βρίσκει όλες τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σύμφωνες. Αρκετές χώρες υποστηρίζουν ότι η ΕΕ διαθέτει ήδη μηχανισμούς που θα μπορούσαν να ενεργοποιηθούν σε μια τέτοια περίπτωση.
Ένας από αυτούς είναι ο IPCR, ο Ολοκληρωμένος Μηχανισμός Πολιτικής Αντιμετώπισης Κρίσεων, ο οποίος επιτρέπει στην εκάστοτε προεδρία της ΕΕ να συγκαλεί έκτακτες συνεδριάσεις και, όταν αυτό κρίνεται απαραίτητο, να προσκαλεί ειδικούς από το ΝΑΤΟ, τον ΟΗΕ και άλλους διεθνείς οργανισμούς.
Το προηγούμενο του Μπατακλάν
Σε περίπτωση μιας μεγάλης επίθεσης, πάντως, η πρώτη και καθοριστική επιλογή για τον τρόπο αντίδρασης παραμένει στα χέρια του κράτους που θα έχει δεχθεί το πλήγμα.
Το προηγούμενο υπάρχει ήδη. Μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις στο Παρίσι το 2015, η Γαλλία ενεργοποίησε για πρώτη και μέχρι σήμερα μοναδική φορά το άρθρο 42.7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τη ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής.
Η ενεργοποίηση της ρήτρας αποτέλεσε πολιτική απόφαση του Παρισιού και δεν μεταφράστηκε σε ενιαία ευρωπαϊκή στρατιωτική κινητοποίηση.
Το σημερινό δίλημμα των Βρυξελλών είναι διαφορετικό και, ενδεχομένως, ακόμη πιο σύνθετο: πώς θα λειτουργήσει το ευρωπαϊκό σύστημα αντίδρασης εάν το επόμενο μεγάλο περιστατικό δεν έχει τη μορφή μιας κλασικής τρομοκρατικής επίθεσης, αλλά μιας υβριδικής ενέργειας που θα έχει προκαλέσει πολλούς νεκρούς, ενώ την ίδια στιγμή η απόδοση ευθύνης θα παραμένει αμφιλεγόμενη ή δύσκολη να τεκμηριωθεί σε επίσημο επίπεδο;
Αυτό ακριβώς είναι το σενάριο που προκαλεί τον μεγαλύτερο προβληματισμό. Μια επίθεση μπορεί να είναι αρκετά σοβαρή ώστε να απαιτεί άμεση απάντηση, αλλά ταυτόχρονα αρκετά ασαφής ως προς τον δράστη και τον τρόπο εκτέλεσής της, ώστε να δυσκολεύει την πολιτική και στρατιωτική αντίδραση.
Και όπως επισημαίνουν ειδικοί, η Μόσχα δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για το εάν η ευρωπαϊκή απάντηση θα προκύψει μέσα από τους θεσμούς της ΕΕ ή του ΝΑΤΟ. Το πραγματικό ζητούμενο για την Ευρώπη είναι να διαθέτει έναν μηχανισμό που θα επιτρέπει γρήγορη, σαφή και συντονισμένη αντίδραση όταν τα όρια της υβριδικής αντιπαράθεσης ξεπεραστούν.
«Ειλικρινά, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν ενδιαφέρεται αν οι αποφάσεις λαμβάνονται από το Coreper 2 ή από το NAC», είπε η Λουνγκέσκου , αναφερόμενη στις συνεδριάσεις των πρεσβευτών της ΕΕ ή στο όργανο λήψης αποφάσεων του ΝΑΤΟ. «Δεν είναι αυτός ο τρόπος σκέψης της Μόσχας».

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα