ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Δημόσιο χρέος: Αυτές είναι οι προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Ελλάδα έως το 2031-Πότε θα προσπεράσουμε την Ιταλία και τι αναμένεται να συμβεί τα επόμενα χρόνια

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Στο 136% του ΑΕΠ αναμένεται να υποχωρήσει το ελληνικό δημόσιο χρέος το 2026, από 146,6% το 2025, με την πτωτική πορεία να εκτιμάται ότι θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, σύμφωνα με τις προβολές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Δημόσιο χρέος: Αυτές είναι οι προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Ελλάδα έως το 2031-Πότε θα προσπεράσουμε την Ιταλία και τι αναμένεται να συμβεί τα επόμενα χρόνια

Σε τροχιά σημαντικής αποκλιμάκωσης εκτιμάται ότι θα κινηθεί το δημόσιο χρέος της Ελλάδας τα επόμενα χρόνια, με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) να προβλέπει αισθητή υποχώρησή του ως ποσοστού του ΑΕΠ. Σύμφωνα με τις νεότερες εκτιμήσεις του Ταμείου, το 2026 το ελληνικό χρέος αναμένεται να διαμορφωθεί στο 136% του ΑΕΠ, έναντι 146,6% το 2025, καταγράφοντας σημαντική μείωση μέσα σε μόλις έναν χρόνο.

Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι θα φέρει την Ελλάδα σε διαφορετική θέση έναντι της Ιταλίας, καθώς, με βάση τις ίδιες προβολές, το ελληνικό ποσοστό χρέους αναμένεται να βρεθεί χαμηλότερα από το ιταλικό ήδη από το 2026. Πρόκειται για μια μεταβολή που αποτυπώνει τη διαφαινόμενη αλλαγή των ισορροπιών μεταξύ των δύο οικονομιών, τουλάχιστον ως προς το ύψος του δημόσιου χρέους σε σχέση με το μέγεθος της οικονομικής τους δραστηριότητας.

Οι προβλέψεις περιλαμβάνονται στη βάση δεδομένων World Economic Outlook Database, την οποία δημοσιοποίησε το ΔΝΤ στο πλαίσιο της ετήσιας συνόδου του με την Παγκόσμια Τράπεζα στην Μπανγκόκ. Τα στοιχεία σκιαγραφούν την αναμενόμενη πορεία του ελληνικού χρέους σε βάθος πενταετίας, ενώ παράλληλα αναδεικνύουν τις διαφοροποιήσεις που εκτιμάται ότι θα καταγραφούν μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών.

Πόσο θα μειωθεί το ελληνικό χρέος έως το 2031

Η αποκλιμάκωση του ελληνικού δημόσιου χρέους προβλέπεται να συνεχιστεί σταδιακά, με το ποσοστό του επί του ΑΕΠ να υποχωρεί σε διαδοχικά χαμηλότερα επίπεδα. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, η πορεία του αναμένεται να διαμορφωθεί ως εξής:

  • 2026: Στο 136% του ΑΕΠ, από 146,6% το 2025.
  • 2027: Στο 128,7% του ΑΕΠ.
  • 2031: Στο 111,1% του ΑΕΠ.

Οι νεότερες προβολές εμφανίζονται ελαφρώς πιο ευνοϊκές σε σύγκριση με εκείνες που είχε δημοσιεύσει το Ταμείο τον περασμένο Απρίλιο. Τότε, το ελληνικό χρέος προβλεπόταν ότι θα διαμορφωνόταν στο 136,9% του ΑΕΠ το 2026 και στο 130,3% το 2027. Με βάση τα αναθεωρημένα στοιχεία, η εκτιμώμενη αποκλιμάκωση είναι ταχύτερη, ιδίως για το 2027, ενισχύοντας την εικόνα μιας σταθερής πτωτικής πορείας.

Καθοριστική για την εξέλιξη αυτή θεωρείται η διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων, δηλαδή της θετικής διαφοράς μεταξύ των κρατικών εσόδων και των δαπανών, πριν από την καταβολή των τόκων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους. Η επίτευξη και διατήρηση πλεονασμάτων δημιουργεί δημοσιονομικό περιθώριο που μπορεί να συμβάλει στη μείωση του χρέους, υπό την προϋπόθεση ότι επιβεβαιώνονται οι σχετικές προβλέψεις και οι υπόλοιπες οικονομικές συνθήκες παραμένουν συμβατές με την αναμενόμενη πορεία.

Η σύγκριση με Ιταλία, Γαλλία και Βέλγιο

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύγκριση της Ελλάδας με άλλες ευρωπαϊκές οικονομίες, καθώς οι προβολές του ΔΝΤ δείχνουν ότι η απόσταση μεταξύ των χωρών αναμένεται να μεταβληθεί αισθητά έως το τέλος της εξεταζόμενης περιόδου.

Το 2026, το ελληνικό δημόσιο χρέος προβλέπεται να υποχωρήσει στο 136% του ΑΕΠ, όταν το αντίστοιχο ποσοστό της Ιταλίας εκτιμάται ότι θα ανέλθει στο 137,9%. Έτσι, εφόσον οι προβλέψεις επαληθευτούν, η Ελλάδα αναμένεται να βρεθεί κάτω από την Ιταλία ως προς τον συγκεκριμένο δείκτη, εξέλιξη που σηματοδοτεί μια αξιοσημείωτη μεταβολή στη μεταξύ τους σύγκριση.

Η διαφορά εκτιμάται ότι θα διευρυνθεί σταδιακά τα επόμενα χρόνια. Έως το 2031, το ελληνικό χρέος προβλέπεται να περιοριστεί στο 111,1% του ΑΕΠ, ενώ το γαλλικό αναμένεται να ακολουθήσει αντίθετη πορεία, φτάνοντας στο 123,6%. Αντίστοιχα, το δημόσιο χρέος του Βελγίου εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 122,1% του ΑΕΠ.

Εφόσον οι προβολές του Ταμείου επιβεβαιωθούν, το ελληνικό ποσοστό χρέους θα βρεθεί έως το 2031 χαμηλότερα ακόμη και από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών, ο οποίος προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 115,2% του ΑΕΠ. Η εξέλιξη αυτή θα συνιστούσε σημαντική μεταβολή σε σχέση με τη σημερινή εικόνα, χωρίς, ωστόσο, να αναιρεί το γεγονός ότι το συνολικό ύψος του ελληνικού χρέους παραμένει υψηλό.

Στον αντίποδα, διαφορετική είναι η προοπτική για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου το δημόσιο χρέος προβλέπεται να ακολουθήσει ανοδική τροχιά, φτάνοντας στο 145% του ΑΕΠ. Στην Ιαπωνία, παρά την εκτιμώμενη σταδιακή υποχώρηση, το χρέος αναμένεται να παραμείνει το υψηλότερο μεταξύ των ανεπτυγμένων οικονομιών, αγγίζοντας το 188,9% του ΑΕΠ.

Πρωτογενή πλεονάσματα και δημοσιονομικές προβλέψεις

Σημαντικό στήριγμα στην προσπάθεια περιορισμού του ελληνικού δημόσιου χρέους αναμένεται να αποτελέσουν τα πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία, σύμφωνα με το ΔΝΤ, προβλέπεται μεν να υποχωρήσουν σταδιακά, αλλά να διατηρηθούν σε επίπεδα υψηλότερα του 2% του ΑΕΠ.

Ειδικότερα, το πρωτογενές πλεόνασμα της Ελλάδας εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί στο 3,4% του ΑΕΠ το 2026, έναντι 4,9% το 2025. Για το 2027 προβλέπεται περαιτέρω υποχώρηση στο 2,6%, ενώ το 2031 αναμένεται να κινηθεί στο 2,4% του ΑΕΠ.

Advertisement

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την εκτίμηση ότι η χώρα θα εξακολουθήσει να καταγράφει θετικό πρωτογενές αποτέλεσμα, αν και σε χαμηλότερα επίπεδα σε σχέση με εκείνα των προηγούμενων ετών. Η διατήρηση των πλεονασμάτων θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για τη μείωση του χρέους, καθώς περιορίζει την ανάγκη νέου δανεισμού για την κάλυψη των κρατικών δαπανών πριν από την πληρωμή τόκων.

Διαφορετική εικόνα παρουσιάζει το συνολικό δημοσιονομικό ισοζύγιο, στο οποίο συνυπολογίζονται και οι τόκοι που καταβάλλονται για την εξυπηρέτηση του χρέους. Για το 2026, το ΔΝΤ προβλέπει πλεόνασμα της τάξης του 0,3% του ΑΕΠ, έναντι 1,7% το 2025. Το 2027, το ισοζύγιο αναμένεται να περάσει σε έλλειμμα 0,6% του ΑΕΠ, ενώ έως το 2031 το έλλειμμα εκτιμάται ότι θα διαμορφωθεί περίπου στο 1%.

Στο μέτωπο των δημόσιων εσόδων, οι προβολές δείχνουν ότι αυτά θα παραμείνουν στο 50% του ΑΕΠ το 2026, διατηρούμενα περίπου στα επίπεδα του 2025. Στη συνέχεια, αναμένεται να υποχωρήσουν στο 48,6% το 2027 και στο 48% το 2031.

Δημόσιο χρέος: Αυτές είναι οι προβλέψεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για την Ελλάδα έως το 2031-Πότε θα προσπεράσουμε την Ιταλία και τι αναμένεται να συμβεί τα επόμενα χρόνια

Από την πλευρά των δαπανών, προβλέπεται αύξηση στο 49,7% του ΑΕΠ το 2026, από 48,3% το 2025. Ακολούθως, το ποσοστό εκτιμάται ότι θα περιοριστεί στο 49,3% το 2027 και κοντά στο 49% το 2031.

Η συνδυαστική εξέλιξη εσόδων και δαπανών αναδεικνύει τις δημοσιονομικές παραμέτρους που θα επηρεάσουν την πορεία του ισοζυγίου τα επόμενα χρόνια. Παρά τη διατήρηση των πρωτογενών πλεονασμάτων, το συνολικό αποτέλεσμα αναμένεται να επηρεαστεί από το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους και τη σταδιακή μεταβολή των δημοσιονομικών μεγεθών.

Το καμπανάκι του ΔΝΤ για τα κρατικά χρέη

Την ώρα που οι προβλέψεις για την Ελλάδα καταγράφουν σημαντική αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, το ΔΝΤ απευθύνει προειδοποίηση για τις αυξανόμενες πιέσεις που αντιμετωπίζουν οι ανεπτυγμένες οικονομίες. Το υψηλό επίπεδο δημόσιου δανεισμού, σε συνδυασμό με το αυξημένο κόστος χρηματοδότησης, διαμορφώνει ένα περιβάλλον που μπορεί να δυσχεράνει τη δημοσιονομική διαχείριση και να περιορίσει τα περιθώρια άσκησης οικονομικής πολιτικής.

Στην έκθεσή του για τις δημοσιονομικές προοπτικές, Fiscal Monitor, το Ταμείο επισημαίνει ότι το υψηλό δημόσιο χρέος μεγάλων οικονομιών, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που ασκούν πιέσεις στις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων. Όσο αυξάνονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες των κυβερνήσεων, τόσο εντείνεται η σημασία του κόστους με το οποίο μπορούν να αντλούν κεφάλαια από τις αγορές.

Ενδεικτική της κατάστασης είναι η πορεία των αποδόσεων των δεκαετών κρατικών ομολόγων των επτά μεγαλύτερων ανεπτυγμένων οικονομιών της G7. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, από τον Φεβρουάριο έως τον Σεπτέμβριο η μέση απόδοσή τους αυξήθηκε κατά περισσότερο από μία ποσοστιαία μονάδα, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων σχεδόν δύο δεκαετιών.

Το Ταμείο συνδέει την άνοδο των αποδόσεων με ένα πλέγμα παραγόντων που επηρεάζουν τις αγορές και τις προσδοκίες των επενδυτών. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:

  • Η απότομη άνοδος των τιμών του πετρελαίου.
  • Ο επίμονος πληθωρισμός.
  • Η ενισχυμένη ζήτηση για επενδύσεις.
  • Οι υψηλότερες προσδοκίες για τη μελλοντική οικονομική ανάπτυξη, στις οποίες συμβάλλουν και οι προοπτικές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη.

Η ανησυχία του ΔΝΤ εστιάζει στον συνδυασμό υψηλού δημόσιου χρέους, αυξημένων δημοσιονομικών αναγκών και μεγάλου όγκου εκδόσεων κρατικών ομολόγων που αναμένεται τα επόμενα χρόνια. Εάν οι συνθήκες αυτές διατηρηθούν, οι κυβερνήσεις ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωπες με παρατεταμένες ανοδικές πιέσεις στο κόστος μακροπρόθεσμου δανεισμού, γεγονός που θα επιβαρύνει περαιτέρω τους προϋπολογισμούς τους.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση των ΗΠΑ, όπου οι δαπάνες για τόκους προβλέπεται να αυξηθούν από περίπου 2,8% του ΑΕΠ πριν από την πανδημία στο 5,7% το 2031. Το επίπεδο αυτό εκτιμάται ότι θα είναι αντίστοιχο με τις προβλεπόμενες δαπάνες για την Κοινωνική Ασφάλιση, αναδεικνύοντας το μέγεθος της επιβάρυνσης που μπορεί να προκαλέσει η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.

Το μήνυμα του ΔΝΤ είναι σαφές: οι κυβερνήσεις δεν διαθέτουν απεριόριστο χρόνο για να αντιμετωπίσουν τις δημοσιονομικές ανισορροπίες. Η αναβολή των αναγκαίων παρεμβάσεων μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο περαιτέρω επιβάρυνσης από τους τόκους και να περιορίσει τα διαθέσιμα εργαλεία οικονομικής πολιτικής, ιδίως σε περιόδους νέων κρίσεων ή απρόβλεπτων αναγκών.

Για την Ελλάδα, οι προβλέψεις του Ταμείου σκιαγραφούν μια πορεία σημαντικής μείωσης του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, με βασικούς παράγοντες τα πρωτογενή πλεονάσματα και τη διατήρηση της δημοσιονομικής ισορροπίας. Η εξέλιξη, ωστόσο, θα εξαρτηθεί από την επιβεβαίωση των προβολών και τις οικονομικές συνθήκες των επόμενων ετών, σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου το κόστος δανεισμού και οι αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμες μεταβλητές.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button