ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό: Μετά τις φρεγάτες FREMM βρίσκεται κοντά σε συμφωνία για την απόκτηση δύο ναρκαλιευτικών από την Ιταλία

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Σε μια περίοδο κατά την οποία η ενίσχυση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων του Πολεμικού Ναυτικού παραμένει στο επίκεντρο του ελληνικού αμυντικού σχεδιασμού, η προοπτική απόκτησης δύο ιταλικών ναρκαλιευτικών έρχεται να προσθέσει μια ακόμη σημαντική διάσταση στη συνεργασία Αθήνας και Ρώμης.

Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό: Μετά τις φρεγάτες FREMM βρίσκεται κοντά σε συμφωνία για την απόκτηση δύο ναρκαλιευτικών από την Ιταλία

Μετά τις συζητήσεις για τη μεταβίβαση δύο φρεγατών τύπου FREMM, οι δύο χώρες εξετάζουν πλέον σοβαρά το ενδεχόμενο παραχώρησης μεταχειρισμένων πλοίων αντιμετώπισης ναρκών, τα οποία θα μπορούσαν να καλύψουν μέρος των αναγκών του ελληνικού στόλου.

Η σχετική πρωτοβουλία ανακοινώθηκε από τον υπουργό Εθνικής Άμυνας, Νίκο Δένδια, μετά τις συνομιλίες που είχε με τον Ιταλό ομόλογό του, Guido Crosetto, στη Βενετία, στις 5 Οκτωβρίου. Οι επαφές πραγματοποιούνται σε μια συγκυρία κατά την οποία το Ιταλικό Ναυτικό δρομολογεί τη σταδιακή αντικατάσταση των παλαιότερων μονάδων του με ναρκοθηρευτικά νέας γενιάς, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για την αναδιάταξη μέρους του υφιστάμενου στόλου του.

Για την Ελλάδα, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να αποτελέσει μια άμεση λύση για την ενίσχυση ενός ιδιαίτερα εξειδικευμένου τομέα ναυτικών επιχειρήσεων. Η προστασία των θαλάσσιων οδών, των λιμένων και των κρίσιμων υποδομών του βυθού προϋποθέτει την ύπαρξη κατάλληλων μέσων, με τη δυνατότητα εντοπισμού και εξουδετέρωσης ναρκών να παραμένει κρίσιμη παράμετρος για την ασφάλεια και την απρόσκοπτη λειτουργία των θαλάσσιων μεταφορών.

Δύο στόλοι, διαφορετικές ανάγκες και κοινά περιθώρια συνεργασίας

Το Ιταλικό Ναυτικό διαθέτει ναρκαλιευτικά των κλάσεων Lerici και Gaeta, τα οποία έχουν σχεδιαστεί με βασική αποστολή τον εντοπισμό, την αναγνώριση και την εξουδετέρωση ναυτικών ναρκών. Η κατασκευή τους και τα εξειδικευμένα συστήματα που φέρουν αποσκοπούν στον περιορισμό του κινδύνου ενεργοποίησης των εκρηκτικών μηχανισμών, επιτρέποντας στα πληρώματα να επιχειρούν σε περιοχές όπου η παρουσία ναρκών συνιστά σοβαρή απειλή.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατασκευή των σκαφών, καθώς τα κύτη τους είναι κατασκευασμένα από μη μαγνητικό σύνθετο υλικό, με πλαστικό ενισχυμένο με ίνες γυαλιού. Η συγκεκριμένη επιλογή μειώνει τη μαγνητική υπογραφή των πλοίων και περιορίζει τον κίνδυνο ενεργοποίησης ορισμένων τύπων ναρκών. Σε συνδυασμό με τα συστήματα σόναρ και τα τηλεκατευθυνόμενα υποβρύχια οχήματα, τα πλοία διαθέτουν δυνατότητες που δεν περιορίζονται αποκλειστικά στον ναρκοπόλεμο, αλλά μπορούν να αξιοποιηθούν και για την επιθεώρηση υποθαλάσσιων υποδομών, όπως αγωγοί και καλώδια.

Στο επίκεντρο των συζητήσεων θα μπορούσαν να βρεθούν παλαιότερες μονάδες του ιταλικού στόλου, μεταξύ των οποίων τα Milazzo (M5552) και Vieste (M5553). Τα δύο πλοία εντάχθηκαν σε υπηρεσία το 1985 και, έχοντας συμπληρώσει περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες από την έναρξη της επιχειρησιακής τους σταδιοδρομίας, πλησιάζουν στο τέλος του κύκλου ζωής τους.

Η προοπτική απόσυρσής τους τα καθιστά πιθανούς υποψηφίους για μεταβίβαση, χωρίς ωστόσο να υπάρχει επίσημη επιβεβαίωση ότι αυτά είναι τα δύο σκάφη που εξετάζονται από τις αρμόδιες πλευρές. Μέχρι να υπάρξουν συγκεκριμένες ανακοινώσεις, η ταυτότητα των πλοίων, οι όροι παραχώρησης και το χρονοδιάγραμμα μιας ενδεχόμενης μεταβίβασης παραμένουν ανοιχτά ζητήματα.

Για το ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, πάντως, η ανάγκη ενίσχυσης του συγκεκριμένου τομέα είναι υπαρκτή και συνδέεται άμεσα με τον περιορισμένο αριθμό διαθέσιμων μονάδων. Η ελληνική δύναμη αντιμετώπισης ναρκών βασίζεται σήμερα σε δύο παλαιότερα σκάφη: το «Ευρώπη» (M62), που αποκτήθηκε από το Ηνωμένο Βασίλειο, και το «Ευνίκη» (M61), το οποίο παραχωρήθηκε από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Με τις δύο μονάδες να έχουν συμπληρώσει περισσότερες από τρεις δεκαετίες υπηρεσίας, η διατήρηση επαρκούς επιχειρησιακής ικανότητας στον ναρκοπόλεμο αποτελεί μια σύνθετη πρόκληση. Οι απαιτήσεις για την επιτήρηση και την προστασία εκτεταμένων θαλάσσιων περιοχών, σε συνδυασμό με την ανάγκη ασφάλειας των λιμένων, των θαλάσσιων διαύλων και των υποθαλάσσιων δικτύων, καθιστούν τη διαθεσιμότητα σύγχρονων και αξιόπιστων μέσων ιδιαίτερα σημαντική.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η απόκτηση δύο ιταλικών ναρκαλιευτικών θα μπορούσε να προσφέρει στην Ελλάδα μια δυνατότητα ενίσχυσης του στόλου σε συντομότερο χρονικό διάστημα σε σχέση με την προμήθεια και τη ναυπήγηση εξ ολοκλήρου νέων πλοίων. Το ενδεχόμενο αυτό, ωστόσο, δεν κρίνεται μόνο από την ηλικία ή την αρχική επιχειρησιακή ικανότητα των σκαφών. Καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσουν η τεχνική τους κατάσταση, οι ανάγκες εκσυγχρονισμού, το κόστος συντήρησης, η διαθεσιμότητα ανταλλακτικών και, κυρίως, ο χρόνος για τον οποίο θα μπορούν να παραμείνουν αξιόμαχα.

Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό: Μετά τις φρεγάτες FREMM βρίσκεται κοντά σε συμφωνία για την απόκτηση δύο ναρκαλιευτικών από την Ιταλία

Το ιταλικό πρόγραμμα ναρκοθηρευτικών νέας γενιάς

Η συζήτηση για ενδεχόμενη μεταβίβαση παλαιότερων μονάδων στην Ελλάδα συνδέεται άμεσα με το ευρύτερο σχέδιο ανανέωσης του Ιταλικού Ναυτικού. Η Ρώμη έχει ήδη δρομολογήσει ένα φιλόδοξο πρόγραμμα αντικατάστασης των υφιστάμενων ναρκαλιευτικών, επιδιώκοντας να περάσει σταδιακά σε μια νέα γενιά πλοίων με προηγμένες δυνατότητες εντοπισμού και εξουδετέρωσης ναρκών.

Το 2024 ξεκίνησε το πρόγραμμα «Cacciamine di Nuova Generazione» (CNG), δηλαδή το πρόγραμμα ναρκοθηρευτικών νέας γενιάς, το οποίο προβλέπει αρχικά την κατασκευή πέντε πλοίων, με δυνατότητα προαίρεσης για την προσθήκη τριών ακόμη μονάδων. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που αποτυπώνει τη μετάβαση σε ένα διαφορετικό επιχειρησιακό μοντέλο, στο οποίο η αξιοποίηση προηγμένων αισθητήρων και μη επανδρωμένων συστημάτων αναμένεται να περιορίσει την ανάγκη έκθεσης των πληρωμάτων σε επικίνδυνες συνθήκες.

Advertisement

Οι εργασίες ναυπήγησης βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη. Τον Ιούλιο του 2026 ξεκίνησαν οι εργασίες για το σύνθετο κύτος του δεύτερου πλοίου, ενώ η παράδοση της πρώτης μονάδας έχει προγραμματιστεί για το 2029. Τα νέα ναρκοθηρευτικά αναμένεται να συνδυάζουν σύγχρονα συστήματα αισθητήρων με τηλεχειριζόμενα και αυτόνομα υποβρύχια μέσα, επιτρέποντας την επιθεώρηση ύποπτων αντικειμένων και την εκτέλεση αποστολών εξουδετέρωσης χωρίς να απαιτείται η άμεση προσέγγιση του πληρώματος στη ζώνη κινδύνου.

Η σταδιακή ένταξη των νέων πλοίων σε υπηρεσία δημιουργεί το πλαίσιο για την απόσυρση παλαιότερων μονάδων, οι οποίες θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να αποκτήσουν δεύτερη επιχειρησιακή ζωή σε άλλο ναυτικό. Αυτό, βεβαίως, δεν σημαίνει ότι η μεταβίβαση στην Ελλάδα μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Για να προχωρήσει μια τέτοια συμφωνία, θα απαιτηθούν πολιτικές αποφάσεις, τεχνικοί έλεγχοι και αξιολόγηση του συνολικού κόστους, συμπεριλαμβανομένων των εργασιών αναβάθμισης, της εκπαίδευσης των πληρωμάτων και της εξασφάλισης μακροχρόνιας υποστήριξης.

Εξίσου σημαντικό είναι να διασφαλιστεί ότι η απόσυρση των συγκεκριμένων πλοίων δεν θα δημιουργήσει επιχειρησιακά κενά για την Ιταλία, κατά τη μεταβατική περίοδο μέχρι την πλήρη ανάπτυξη του νέου στόλου. Η διαθεσιμότητα των υφιστάμενων μονάδων και οι ανάγκες που καλούνται να καλύψουν θα αποτελέσουν βασικούς παράγοντες για τον καθορισμό του χρόνου και των όρων μιας πιθανής παραχώρησης.

Από τις φρεγάτες FREMM στα ναρκαλιευτικά: Το ευρύτερο πλαίσιο της συνεργασίας

Η προοπτική απόκτησης δύο ναρκαλιευτικών έρχεται σε συνέχεια των συζητήσεων για τη μεταβίβαση δύο ιταλικών φρεγατών τύπου FREMM, των «Carlo Bergamini» και «Virginio Fasan», στο ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό. Οι δύο υποθέσεις εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αμυντικής συνεργασίας, μέσα από το οποίο Ελλάδα και Ιταλία εξετάζουν τρόπους αξιοποίησης υφιστάμενων ναυτικών μέσων, με στόχο την κάλυψη επιχειρησιακών αναγκών και την ανανέωση των στόλων τους.

Οι φρεγάτες και τα ναρκαλιευτικά υπηρετούν διαφορετικές αποστολές και οι όροι μιας ενδεχόμενης μεταβίβασης δεν είναι συγκρίσιμοι σε όλα τα επίπεδα. Ωστόσο, η εξέταση περισσότερων από μία κατηγοριών πλοίων αναδεικνύει τη σημασία της διμερούς συνεργασίας σε μια περίοδο κατά την οποία η ανανέωση ναυτικών μέσων απαιτεί χρόνο, σημαντικούς οικονομικούς πόρους και προσεκτικό προγραμματισμό.

Για την Ελλάδα, το ζητούμενο δεν είναι απλώς η προσθήκη δύο ακόμη πλοίων στον στόλο, αλλά η ενίσχυση μιας εξειδικευμένης επιχειρησιακής δυνατότητας που επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια των θαλάσσιων μεταφορών και την προστασία κρίσιμων υποδομών. Η δυνατότητα εντοπισμού και εξουδετέρωσης ναρκών αποτελεί διαχρονικά βασικό στοιχείο της ναυτικής ισχύος, καθώς μια ναρκοθετημένη περιοχή μπορεί να περιορίσει την ελευθερία κινήσεων ακόμη και ενός ισχυρού στόλου, επηρεάζοντας παράλληλα τη λειτουργία λιμένων και θαλάσσιων διαύλων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η απόκτηση μεταχειρισμένων πλοίων μπορεί να λειτουργήσει ως ενδιάμεση λύση, εφόσον αποδειχθεί ότι οι επιχειρησιακές δυνατότητές τους ανταποκρίνονται στις ελληνικές ανάγκες και ότι η αξιοποίησή τους δεν συνεπάγεται δυσανάλογο οικονομικό βάρος. Η ηλικία των σκαφών, η κατάσταση των συστημάτων τους και η δυνατότητα διατήρησής τους σε υψηλά επίπεδα διαθεσιμότητας θα καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό την πραγματική αξία μιας τέτοιας συμφωνίας.

Από την πλευρά της Ιταλίας, η μεταβίβαση παλαιότερων μονάδων θα μπορούσε να διευκολύνει τη σταδιακή μετάβαση στα ναρκοθηρευτικά νέας γενιάς, επιτρέποντας την αξιοποίηση πλοίων που πλησιάζουν στο τέλος της επιχειρησιακής τους ζωής. Προϋπόθεση, ωστόσο, παραμένει η διατήρηση επαρκών δυνατοτήτων για την κάλυψη των ιταλικών αναγκών μέχρι να ολοκληρωθεί η αντικατάσταση του υφιστάμενου στόλου.

Το επόμενο διάστημα αναμένεται να δείξει εάν οι επαφές Αθήνας και Ρώμης θα οδηγήσουν σε συγκεκριμένη συμφωνία για τα δύο ναρκαλιευτικά. Μέχρι τότε, η προοπτική της μεταβίβασης παραμένει ένα ενδεχόμενο με σαφές επιχειρησιακό ενδιαφέρον για την Ελλάδα, αλλά και με σημαντικές τεχνικές και οικονομικές παραμέτρους που θα πρέπει να αξιολογηθούν προσεκτικά.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button