Ο γνωστός Αμερικανός αναλυτής Σινάν Σίντι, σε άρθρο του στην ιστοσελίδα του Ινστιτούτου για την Υπεράσπιση της Δημοκρατίας (Foundation for Defense of Democracies), επιχειρεί να χαρτογραφήσει τις νέες ισορροπίες που διαμορφώνονται στην ευρύτερη περιοχή, στον απόηχο του πολέμου του Τραμπ με το Ιράν.
Ελληνοτουρκικά: Δεν αλλάζει ο Ερντογάν τόσο εύκολα!-Ο πόλεμος στο Ιράν φέρνει καινούργιες συμμαχίες για Ελλάδα και Τουρκία-Αμερικανός ειδικός προειδοποιεί για το ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο με ευθύνη της Άγκυρας
Σύμφωνα με την ανάλυσή του, η σύγκρουση με την Τεχεράνη λειτουργεί ως καταλύτης για την αναδιάταξη των περιφερειακών συμμαχιών, επηρεάζοντας όχι μόνο τη Μέση Ανατολή αλλά και την Ανατολική Μεσόγειο. Η εξέλιξη αυτή, κατά τον ίδιο, αποδυναμώνει στην πράξη τη συνοχή του ΝΑΤΟ και ωθεί χώρες όπως η Ελλάδα και η Τουρκία σε διαφορετικές κατευθύνσεις, καθώς τα συμφέροντά τους εμφανίζονται ολοένα και περισσότερο αποκλίνοντα.
Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει:
“η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση με το Ιράν ωθεί τις χώρες της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου να επενδύσουν σε νέες συμμαχίες ασφαλείας. Αυτό οφείλεται εν μέρει στα σοβαρά πλήγματα που δέχθηκαν τα αραβικά κράτη του Κόλπου από ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις, καθώς και στην εκτίμηση των περιφερειακών δυνάμεων ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να μην ενδιαφέρονται πλέον τόσο για την εγγύηση της ασφάλειας της περιοχής.
Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί η Τουρκία, το Πακιστάν και η Σαουδική Αραβία υπέγραψαν το Σύμφωνο της Μέκκας τον Αύγουστο. Ωστόσο, δεν αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα για την προσπάθεια της Ελλάδας, του Ισραήλ και της Κύπρου να διαμορφώσουν ένα στενότερο πλαίσιο ασφαλείας. Ο κύριος λόγος για τον οποίο επενδύουν στη συλλογική ασφάλεια είναι ο αυξανόμενος φόβος τους απέναντι στον τουρκικό επεκτατισμό.
Η Τουρκία έσπευσε να εκμεταλλευτεί την αποδυνάμωση του Ιράν ως σημαντικού περιφερειακού δρώντος, με τον Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να προβάλλει διαρκώς την επιθυμία της χώρας να αναγνωρίζεται ως «παγκόσμιος δρώντας».
Ενώ η επικαιρότητα εστιάζει στο ποιος κερδίζει την αντιπαράθεση με το Ιράν, η Άγκυρα έχει εδραιώσει αθόρυβα τη θέση της στη Συρία και σε όλη την Αφρική μέσω στρατιωτικών βάσεων, εκπαιδευτικών προγραμμάτων και πωλήσεων οπλισμού· έχει εμβαθύνει τις στρατηγικές επενδύσεις στη Ρωσία, καλύπτοντας τους τομείς της ενέργειας και του εμπορίου· έχει υιοθετήσει μια ολοένα και πιο αναθεωρητική στάση στη Μεσόγειο, όπως καταδεικνύει η μαξιμαλιστική ερμηνεία των θαλάσσιων συνόρων της στο πλαίσιο του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η Άγκυρα έχει αναπτύξει στενότερους δεσμούς με σημαντικές αραβικές δυνάμεις με στόχο την απομόνωση και την υπονόμευση του Ισραήλ,κυρίως μέσω συμφωνιών όπως το Σύμφωνο της Μέκκας, υποστηρίζοντας παράλληλα τρομοκρατικές οργανώσεις όπως η Χαμάς και, ενδεχομένως, η Χεζμπολάχ.
Υπό αυτό το πρίσμα, η αμυντική συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ αποτελεί ένα ουσιαστικό αντίβαρο και μια πρωτοβουλία που οι Ηνωμένες Πολιτείες οφείλουν να ενισχύσουν. Κανένα από αυτά τα κράτη δεν επιδιώκει να απειλήσει την Άγκυρα· αισθάνονται όμως την ανάγκη να λάβουν αμυντικά μέτρα απέναντι στην κλιμακούμενη επιθετική της συμπεριφορά.
Η πιο πρόσφατη εκδήλωση αυτής της συνεργασίας είναι μια σημαντική συμφωνία αμυντικών εξαγωγών μεταξύ Ελλάδας και Ισραήλ, γνωστή ως «Ασπίδα του Αχιλλέα» (Achilles Shield), η οποία παρέχει στην Αθήνα νέα μέσα για την αντιμετώπιση τυχόν κλιμάκωσης της έντασης.
Η συμφωνία, ύψους 3 δισεκατομμυρίων ευρώ, προβλέπει την εγκατάσταση ενός πολυεπίπεδου συστήματος αεράμυνας που θα εκσυγχρονίσει τις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις με ισραηλινής κατασκευής συστήματα αντιπυραυλικής και αντιαεροπορικά συστήματα.
Τα ενεργειακά έργα μεταξύ των τριών χωρών έχουν ενισχύσει τη διασυνδεσιμότητα, την περιφερειακή ειρήνη και την οικονομική συνεργασία κατά την τελευταία δεκαετία. Η Ελλάδα, η Κύπρος, το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες συγκρότησαν τον Ενεργειακό Διάλογο «3+1» της Ανατολικής Μεσογείου το 2019, προκειμένου να αντιμετωπίσουν την ανάγκη για μεγαλύτερη ενεργειακή ασφάλεια.
Η συνεργασία αυτή συνέχισε να αναπτύσσεται. Η πρωτοβουλία «3+1» θεσμοθετήθηκε περαιτέρω τον Ιούνιο του 2026 με την ίδρυση του Ενεργειακού Κέντρου Ανατολικής Μεσογείου (EMEC). Τον Σεπτέμβριο του 2026, η Τριμερής Σύνοδος Κορυφής μεταξύ Ελλάδας, Κύπρου και Αιγύπτου συνέχισε τις συνομιλίες σχετικά με το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης GREGY, τη συνεργασία στον τομέα του φυσικού αερίου και τις δεσμεύσεις για τη θαλάσσια ασφάλεια.
Η Άγκυρα, από την πλευρά της, απάντησε σε αυτό το ολοένα πυκνότερο πλέγμα περιφερειακών συνεργασιών περισσότερο με την επίδειξη ισχύος και την άσκηση πίεσης παρά με την αναζήτηση διπλωματικών ισορροπιών.
Τον Μάρτιο του 2026, η Τουρκία ανέπτυξε μαχητικά F-16 στο κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Κύπρου, για πρώτη φορά που στάθμευσε εκεί πολεμικά αεροσκάφη.
Τον Ιούνιο, τουρκικά μαχητικά παρενόχλησαν αεροσκάφη που μετέφεραν τους υπουργούς Άμυνας της Ελλάδας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας, οι οποίοι κατευθύνονταν σε σύνοδο της ΕΕ στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Την ίδια στιγμή, η Άγκυρα προετοιμάζει νομοθεσία για την ενσωμάτωση των αξιώσεων περί «Γαλάζιας Πατρίδας» στο εσωτερικό δίκαιο, αξιώσεων που επικαλύπτουν τις Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες της Ελλάδας και της Κύπρου.
Η εικόνα συμπληρώνεται από τη συνεχή δραστηριότητα στον αέρα. Τουρκικά αεροσκάφη και μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) προέβησαν σε 25 παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου μέσα σε μία μόνο ημέρα του Αυγούστου, συμπεριλαμβανομένης μιας εικονικής αερομαχίας. Την ίδια ώρα, μετά την υπογραφή της συμφωνίας «Ασπίδα του Αχιλλέα», ο Ερντογάν προειδοποίησε την Αθήνα να «εγκαταλείψει τον λανθασμένο δρόμο» του εξοπλισμού των νησιών της.
Παράλληλα, η Άγκυρα έχει πλέον μετασταθμεύσει την 51η Ταξιαρχία Καταδρομών, δύναμης 2.000 ανδρών, στο Σοκέ (Soke), ακριβώς απέναντι από τη Σάμο. Το αποτέλεσμα όλων αυτών των κινήσεων είναι η σταδιακή, αλλά σταθερή, στρατιωτικοποίηση ενός ήδη αμφισβητούμενου γεωπολιτικού χώρου, με τις κινήσεις των δύο πλευρών να τροφοδοτούν έναν φαύλο κύκλο αμοιβαίας καχυποψίας.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία χαράσσει μια παράλληλη πορεία στον αραβικό και μουσουλμανικό κόσμο, με το Σύμφωνο της Μέκκας να αποτελεί έναν από τους βασικούς πυλώνες της προσπάθειάς της να διευρύνει την περιφερειακή της επιρροή.
Η συμφωνία δεσμεύει τη Σαουδική Αραβία, την Τουρκία και το Πακιστάν να αντιμετωπίζουν μια ένοπλη επίθεση εναντίον οποιουδήποτε εξ αυτών ως επίθεση εναντίον όλων. Η φιλοδοξία της Άγκυρας, σύμφωνα με την ανάλυση, είναι να μετατρέψει αυτή τη δέσμευση σε έναν ευρύτερο γεωπολιτικό σχηματισμό, ικανό να ασκήσει διπλωματική και στρατηγική πίεση στο Ισραήλ.
Ωστόσο, η προοπτική αυτή κάθε άλλο παρά δεδομένη θεωρείται. Το βασικό πρόβλημα είναι η απουσία βαθιάς στρατηγικής εμπιστοσύνης μεταξύ των τριών εταίρων. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες αναλύσεις, το εγχείρημα αντιμετωπίζει σημαντικές εσωτερικές αντιφάσεις. Το Ριάντ και η Άγκυρα ανταγωνίζονται για την ηγεσία των Σουνιτών εδώ και μια δεκαετία, έχουν διαιρεθεί έντονα για τη Μουσουλμανική Αδελφότητα και τον αποκλεισμό του Κατάρ το 2017, ενώ η στρατηγική ενασχόληση του Πακιστάν παραμένει πρωτίστως η Ινδία και όχι το Λεβάντε.
Οι τρεις πλευρές εμφανίζουν διαφορετικές προσεγγίσεις και ως προς το Ισραήλ. Η Τουρκία διατηρεί την επίσημη αναγνώριση, η εξομάλυνση των σχέσεων με τη Σαουδική Αραβία παραμένει πιθανό ενδεχόμενο, ενώ η αναγνώριση από το Πακιστάν θεωρείται αδιανόητη στο εσωτερικό της χώρας.
Η πρώτη δοκιμασία του νέου σχήματος υπήρξε αποκαλυπτική. Εντός 48 ωρών από την υπογραφή της συμφωνίας, δυνάμεις των Χούθι έπληξαν διυλιστήριο της Saudi Aramco στο Τζαζάν, χωρίς ωστόσο το Ριάντ να ζητήσει τη συνδρομή των νέων εταίρων του.
Ελλείψει κοινής διοίκησης, μηχανισμού ενεργοποίησης και συγκεκριμένου αντιπάλου, το σύμφωνο παραμένει εκτεθειμένο σε κινδύνους όπως η εμπλοκή σε συγκρούσεις συμμάχων (chain-ganging) και η μετατόπιση της ευθύνης σε άλλους (buck-passing). Τα κοινά παράπονα δεν συνιστούν κοινή στρατηγική ούτε αποτελούν, από μόνα τους, τη βάση για μια κοινή αρχιτεκτονική άμυνας.
Απέναντι σε αυτή τη δυναμική, τα δύο ανταγωνιστικά πλαίσια συνεργασίας συνιστούν, κατά πολλούς, ένα κλασικό παράδειγμα «διλήμματος ασφαλείας». Οι κινήσεις προληπτικής θωράκισης (hedging) κάθε μπλοκ εκλαμβάνονται από την άλλη πλευρά ως προετοιμασία επίθεσης, δημιουργώντας έναν μηχανισμό αμοιβαίας καχυποψίας που μπορεί να οδηγήσει σε κλιμάκωση ακόμη και όταν η αρχική πρόθεση είναι αμυντική.
Και ο κίνδυνος αυτός δεν είναι θεωρητικός. Τον Αύγουστο, το Ισραήλ έπληξε την αεροπορική βάση Αμπού αλ-Ντουχούρ στη Συρία, προκειμένου να αποτρέψει τουρκική ανάπτυξη δυνάμεων, κίνηση που ο απεσταλμένος της Ουάσιγκτον χαρακτήρισε περιττή κλιμάκωση.
Ωστόσο, το δίλημμα ασφαλείας εμφανίζεται ασύμμετρο. Η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ επιδιώκουν, σύμφωνα με την ανάλυση, τη διατήρηση μιας υφιστάμενης τάξης πραγμάτων, με κυριαρχία βασισμένη σε συνθήκες, καθορισμένα θαλάσσια σύνορα και ελευθερία ναυσιπλοΐας.
Αντιθέτως, η Τουρκία επιδιώκει την αναθεώρηση αυτής της τάξης. Τα πυραυλικά της συστήματα και τα ραντάρ της δεν καταλαμβάνουν εδάφη ούτε επαναχαράσσουν την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ). Αυτό, σύμφωνα με την ανάλυση, επιδιώκεται μέσω των NAVTEX, των κηρύξεων θαλάσσιων πάρκων, της ανάπτυξης μαχητικών σε προκεχωρημένες βάσεις και της επίκλησης του casus belli.
Υπό αυτή την οπτική, η αποτροπή που αυξάνει το κόστος μιας τετελεσμένης ενέργειας (fait accompli) δεν οδηγεί κατ’ ανάγκην σε κλιμάκωση. Αντιθέτως, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός αποτροπής μιας τέτοιας ενέργειας και, ως εκ τούτου, να περιορίσει τον κίνδυνο μιας ευρύτερης σύγκρουσης.
Ελληνοτουρκικά: Δεν αλλάζει ο Ερντογάν τόσο εύκολα!-Ο πόλεμος στο Ιράν φέρνει καινούργιες συμμαχίες για Ελλάδα και Τουρκία-Αμερικανός ειδικός προειδοποιεί για το ενδεχόμενο θερμού επεισοδίου στο Αιγαίο με ευθύνη της Άγκυρας
Συνεπώς, η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ παρουσιάζεται ως ένα περισσότερο συνεκτικό και αξιόπιστο περιβάλλον περιφερειακής ασφάλειας σε σχέση με το Σύμφωνο της Μέκκας. Δεν αποτελεί μια συγκυριακή σύμπραξη, αλλά το αποτέλεσμα μιας πορείας συνεργασίας που έχει ξεπεράσει τη δεκαετία και ξεκίνησε από την ενεργειακή ασφάλεια, δημιουργώντας σταδιακά τις προϋποθέσεις για ένα ευρύτερο αμυντικό πλαίσιο.
Το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει πλέον και τριμερές σχέδιο κοινής δράσης, με πρόβλεψη για κοινές επιχειρήσεις και εκπαίδευση ειδικών δυνάμεων, προσδίδοντας στη συνεργασία ένα σαφώς πιο επιχειρησιακό περιεχόμενο.
Παράλληλα, η Ελλάδα έχει προχωρήσει σε σημαντικό εκσυγχρονισμό των αμυντικών της δυνατοτήτων, σε μια κατεύθυνση που, σύμφωνα με την ανάλυση, ευθυγραμμίζεται με τους στόχους των Ηνωμένων Πολιτειών. Παραμένει βασικός σύμμαχος της Ουάσιγκτον και, ως μία από τις μόλις έξι χώρες-μέλη του ΝΑΤΟ που δαπανούν τουλάχιστον το 3% του ΑΕΠ τους για την άμυνα, έχει προσανατολίσει τις επενδύσεις της στις ανάγκες ενός περιβάλλοντος αυξανόμενων απειλών.
Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας προσθέτει ένα ακόμη κρίσιμο πλεονέκτημα. Στο σταυροδρόμι της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και των Βαλκανίων και με ισχυρή ναυτική παρουσία στην Ανατολική Μεσόγειο, η χώρα κατέχει θέση ιδιαίτερης σημασίας για τη νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο κόλπος της Σούδας στην Κρήτη, όπου φιλοξενούνται η Εγκατάσταση Εκτόξευσης Πυραύλων του ΝΑΤΟ και το μεγαλύτερο λιμάνι βαθέων υδάτων της περιοχής. Το λιμάνι αυτό φιλοξένησε πρόσφατα το αεροπλανοφόρο USS Gerald R. Ford για εργασίες συντήρησης, στο πλαίσιο σημαντικών πολεμικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν.
Μέσα σε αυτό το μεταβαλλόμενο γεωπολιτικό περιβάλλον, η Ουάσιγκτον καλείται, σύμφωνα με τον Σίντι, να προσδώσει ουσιαστικό περιεχόμενο στο υφιστάμενο πλαίσιο συνεργασίας.
Πρώτον, η αμερικανική κυβέρνηση πρέπει να επισπεύσει την εξέταση κάθε αιτήματος μεταφοράς αμυντικού υλικού από το Ισραήλ στην Ελλάδα, εφόσον απαιτείται έγκριση των ΗΠΑ λόγω της χρήσης αμερικανικών εξαρτημάτων, και να διευρύνει την άσκηση «Ηνίοχος» που φιλοξενεί η Ελλάδα, ώστε να ενισχυθεί η διαλειτουργικότητα στο σχήμα «3+1».
Δεύτερον, το Κογκρέσο πρέπει να εγκρίνει τον νόμο «American-Hellenic-Israeli Eastern Mediterranean Counterterrorism and Maritime Security Partnership Act» (Νόμος για την Αμερικανο-Ελληνο-Ισραηλινή Συνεργασία στην Αντιμετώπιση της Τρομοκρατίας και τη Ναυτική Ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο), μια πρωτοβουλία που υποστηρίζεται από το Foundation for Defense of Democracies Action, προκειμένου να αποκτήσει το σχήμα «3+1» μια μόνιμη αρχιτεκτονική ασφαλείας και να αναβαθμιστούν οι αμερικανικές εγκαταστάσεις σε Ελλάδα και Κύπρο, παράλληλα με τον νόμο «Eastern Mediterranean Gateway Act».
Τρίτον, θα πρέπει να αναζωογονηθεί το σχήμα «3+1» σε υπουργικό επίπεδο, με την ασφάλεια, και όχι μόνο την ενέργεια στην ατζέντα, και να καταστεί σαφές ότι δεν θα γίνει ανεκτή η χρήση εξοπλισμού αμερικανικής προέλευσης ως μέσο άσκησης πίεσης εναντίον συμμάχων.
Μια τέτοια εξέλιξη, υποστηρίζει η ανάλυση, θα εξυπηρετούσε τελικά και τα τουρκικά συμφέροντα. Ένα μπλοκ με σαφή όρια και αμυντικό προσανατολισμό, το οποίο απολαμβάνει την εμφανή στήριξη των ΗΠΑ, περιορίζει την ασάφεια και, μαζί της, το περιθώριο για λανθασμένες εκτιμήσεις και επικίνδυνους υπολογισμούς.
Το πραγματικά δυσμενές σενάριο για την Άγκυρα, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν είναι η ύπαρξη ενός ελληνικού δικτύου αεράμυνας. Είναι ένα επεισόδιο στο Αιγαίο ή πάνω από την Κύπρο που θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κρίση μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η προβλεψιμότητα αποκτά στρατηγική αξία. Η σαφής οριοθέτηση των συμμαχικών σχέσεων, των αμυντικών δυνατοτήτων και των κανόνων εμπλοκής μπορεί να αποδειχθεί λιγότερο δαπανηρή από μια πολιτική οριακής κλιμάκωσης (brinkmanship), για όλες τις πλευρές.
Όπως καταλήγει χαρακτηριστικά το άρθρο:
“Το χειρότερο σενάριο για την Άγκυρα δεν είναι η ύπαρξη ελληνικού δικτύου αεράμυνας, αλλά ένα επεισόδιο στο Αιγαίο ή πάνω από την Κύπρο που θα κλιμακωθεί σε κρίση μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ. Η προβλεψιμότητα είναι λιγότερο δαπανηρή από την πολιτική της οριακής κλιμάκωσης (brinkmanship), για όλες τις πλευρές”.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα