ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ελληνοτουρκικά: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δίνει τα «κλειδιά» του Αιγαίου στον Ερντογάν ξεκινώντας από την αλιεία- Οι κίνδυνοι που εγκυμονεί η… διάθεση της Ελλάδας να παραιτηθεί από την υπεράσπιση των φυσικών της πόρων

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Στην ατέρμονη συζήτηση που διεξάγεται στην Ελλάδα για τα κυριαρχικά δικαιώματα, ανάμεσα σε δηλώσεις, διπλωματικές τοποθετήσεις, γεωπολιτικές αναλύσεις και μεγαλόστομες διακηρύξεις, υπάρχει ένας παράγοντας που συμπυκνώνει με τον πιο απτό τρόπο την ουσία της εθνικής κυριαρχίας.

Ελληνοτουρκικά: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δίνει τα «κλειδιά» του Αιγαίου στον Ερντογάν ξεκινώντας από την αλιεία- Οι κίνδυνοι που εγκυμονεί η… διάθεση της Ελλάδας να παραιτηθεί από την υπεράσπιση των φυσικών της πόρων

Δεν είναι άλλος από τα ψάρια του Αιγαίου. Ένας ζωντανός, πολύτιμος φυσικός πόρος, που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας αντιπαράθεσης πολύ βαθύτερης από την οικονομική επιβίωση των ανθρώπων που ζουν από τη θάλασσα.

Η στάση της κυβέρνησης, η οποία, διά της απραξίας της, αφήνει την ελληνική αλιεία να συρρικνώνεται υπό την πίεση της τουρκικής δραστηριότητας, δεν συνιστά απλώς μια αποτυχία οικονομικής πολιτικής. Το διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο. Αφορά την ίδια την επιβίωση ενός κλάδου με βαθιές ιστορικές ρίζες, ενός επαγγέλματος που περνά από γενιά σε γενιά, αλλά και την ευημερία ολόκληρων νησιωτικών κοινωνιών, για τις οποίες η θάλασσα δεν αποτελεί απλώς τοπίο ή τουριστικό πλεονέκτημα, αλλά καθημερινό χώρο εργασίας, πηγή εισοδήματος και θεμέλιο της τοπικής τους ταυτότητας.

Στο Αιγαίο, άλλωστε, τα ψάρια δεν είναι μόνο ένα εμπορεύσιμο προϊόν. Κουβαλούν ιστορία, παράδοση, οικονομική δραστηριότητα και ένα ισχυρό εθνικό φορτίο. Η αλιεία συνδέεται άμεσα με την παρουσία των κατοίκων στα νησιά, με τη διατήρηση ζωντανών των παράκτιων κοινοτήτων και με την άσκηση μιας καθημερινής, απτής δραστηριότητας μέσα στα ελληνικά χωρικά ύδατα. Γι’ αυτό και η εγκατάλειψή της δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως ένα ακόμη πρόβλημα ενός μικρού επαγγελματικού κλάδου.

Όταν οι Έλληνες ψαράδες αδυνατούν να εργαστούν με ασφάλεια στα νερά όπου δραστηριοποιούνται επί δεκαετίες, όταν τα αλιεύματα λιγοστεύουν και τα εισοδήματά τους εξανεμίζονται, όταν η παρουσία των τουρκικών αλιευτικών γίνεται όλο και πιο έντονη, τότε το ζήτημα αποκτά αναπόφευκτα και εθνική διάσταση. Η αδυναμία υπεράσπισης της ελληνικής αλιευτικής δραστηριότητας μετατρέπεται, με αυτή την έννοια, σε ένα επικίνδυνο μήνυμα για το ποιος μπορεί τελικά να δρα ανενόχλητος στο Αιγαίο.

Και αυτό είναι το πιο ανησυχητικό: ένας ιδιότυπος πόλεμος των ψαριών βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη μέσα στην ελληνική θάλασσα, την ώρα που το Μέγαρο Μαξίμου και ο επικοινωνιακός μηχανισμός της κυβέρνησης επιλέγουν, σύμφωνα με την κριτική που διατυπώνεται, να τον υποβαθμίζουν ή να τον αφήνουν έξω από το πεδίο της δημόσιας συζήτησης. Γιατί, όταν η παρουσία των τουρκικών αλιευτικών διευρύνεται και η ελληνική πλευρά δεν προβάλλει αποτελεσματική αντίδραση, η αδράνεια παύει να είναι ουδέτερη. Αφήνει χώρο στην άλλη πλευρά να εδραιώνει την παρουσία της.

Την Πέμπτη, ο Κυριάκος Μητσοτάκης δεσμεύτηκε απέναντι στους αλιείς ότι «θα ασχοληθώ προσωπικά με το ζήτημά σας και θα εξαντλήσουμε τις δυνατότητες να σας βοηθήσουμε». Η δήλωση αυτή, ωστόσο, δεν αρκεί από μόνη της για να ανακόψει την πορεία συρρίκνωσης ενός κλάδου που βρίσκεται αντιμέτωπος με πολλαπλές πιέσεις. Για τους ανθρώπους της θάλασσας, το ζητούμενο δεν είναι απλώς μια ακόμη υπόσχεση κυβερνητικής μέριμνας, αλλά η έμπρακτη διασφάλιση των όρων που θα τους επιτρέψουν να συνεχίσουν να εργάζονται στον τόπο τους.

Την ίδια στιγμή, η κυβερνητική πολιτική δέχεται κριτική ότι αφήνει την ελληνική αλιεία να αποδυναμώνεται σταδιακά, οικονομικά και επιχειρησιακά, με κίνδυνο να χαθεί ένα από τα πιο σταθερά σημεία ελληνικής παρουσίας στο Αιγαίο. Η κρίση δεν αφορά μόνο τους μεγάλους αριθμούς, τις παραγωγικές δυνατότητες ή τη συνολική αξία των αλιευμάτων. Ξεκινά από τον ίδιο τον μεμονωμένο ψαρά, από το καΐκι που δεν βγαίνει πια εύκολα στο πέλαγος, από το δίχτυ που επιστρέφει όλο και πιο άδειο, από την οικογένεια που βλέπει το εισόδημά της να εξαντλείται. Είναι αυτή η συσσωρευμένη πίεση που οδήγησε τους επαγγελματίες του κλάδου στα όριά τους και τους έφερε μαζικά στους δρόμους, με κινητοποιήσεις σε διάφορες περιοχές της χώρας.

Ύστερα από τις αντιδράσεις, ο υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων Μαργαρίτης Σχοινάς ανακοίνωσε την Τετάρτη ότι, έπειτα από συνεννόηση με το υπουργείο Οικονομικών, θα διπλασιαστεί η επιδότηση για το αλιευτικό πετρέλαιο. Πρόκειται για ένα μέτρο οικονομικής ανακούφισης, το οποίο, όμως, δύσκολα μπορεί από μόνο του να αντισταθμίσει το σύνολο των προβλημάτων που αντιμετωπίζει ο κλάδος. Το αυξημένο κόστος λειτουργίας, η συρρίκνωση των αλιευμάτων, η αβεβαιότητα για την επόμενη ημέρα και η αίσθηση ότι οι επαγγελματίες μένουν απροστάτευτοι απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις συνθέτουν μια κρίση πολύ βαθύτερη από το κόστος των καυσίμων.

Η οικονομική ενίσχυση, όσο αναγκαία κι αν είναι, δεν απαντά στο κρίσιμο ερώτημα: ποιος διασφαλίζει ότι οι Έλληνες ψαράδες μπορούν να ασκούν απρόσκοπτα τη δραστηριότητά τους στα ελληνικά νερά; Ποιος προστατεύει τους θαλάσσιους πόρους από την υπεραλίευση και ποιος παρεμβαίνει όταν καταγγέλλονται περιστατικά δραστηριοποίησης ξένων αλιευτικών εντός των ελληνικών χωρικών υδάτων; Χωρίς σαφείς απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα, κάθε επιδότηση κινδυνεύει να λειτουργήσει ως προσωρινό αντίβαρο σε μια κρίση που συνεχίζει να βαθαίνει.

Το Αιγαίο στα δίχτυα των τουρκικών αλιευτικών

Το πρόβλημα, σύμφωνα με τις καταγγελίες των Ελλήνων αλιέων, δεν περιορίζεται στην οικονομική ασφυξία. Αφορά πρωτίστως την αυξανόμενη παρουσία τουρκικών αλιευτικών στα ελληνικά χωρικά ύδατα, αρχικά σε περιοχές του ανατολικού Αιγαίου και, όπως υποστηρίζουν οι επαγγελματίες του κλάδου, με περιστατικά που καταγράφονται και σε άλλες περιοχές της ελληνικής θάλασσας.

Η σοβαρότητα των καταγγελιών έγκειται όχι μόνο στην έκταση της δραστηριότητας που περιγράφεται, αλλά και στην απουσία μιας αντίδρασης την οποία οι Έλληνες ψαράδες θεωρούν αναγκαία για την προστασία της εργασίας τους. Η παρουσία αλιευτικών σκαφών άλλης χώρας σε ύδατα όπου η αλιευτική δραστηριότητα υπόκειται στην ελληνική δικαιοδοσία εγείρει ζητήματα ελέγχου, εφαρμογής της νομοθεσίας και προστασίας των θαλάσσιων πόρων. Παράλληλα, η διαχείριση των αλιευμάτων συνδέεται άμεσα με τους ευρωπαϊκούς κανόνες για τη διατήρηση των ιχθυαποθεμάτων, οι οποίοι αποσκοπούν στην αποτροπή της εξάντλησής τους.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία της πολιτικής αντιπαράθεσης. Οι επικριτές της κυβέρνησης υποστηρίζουν ότι η Αθήνα επιδεικνύει ανοχή απέναντι σε μια κατάσταση που πλήττει τόσο τα επαγγελματικά συμφέροντα των Ελλήνων αλιέων όσο και την αποτελεσματική επιτήρηση της αλιευτικής δραστηριότητας. Δεν πρόκειται, επομένως, μόνο για μια διαμάχη γύρω από το ποιος θα γεμίσει τα δίχτυα του, αλλά για το κατά πόσο η πολιτεία μπορεί να εγγυηθεί την εφαρμογή των κανόνων και να προστατεύσει όσους δραστηριοποιούνται νόμιμα στη θάλασσα.

«Την ίδια ώρα που ο Ερντογάν επιδοτεί τον αλιευτικό του στόλο, χρησιμοποιώντας τον και για τον έλεγχο του Αιγαίου, οι ελληνικές κυβερνήσεις αδιαφόρησαν και αδιαφορούν προκλητικά για το πιο ζωντανό κομμάτι του Αιγαίου και της ανατολικής Μεσογείου» δήλωσε πρόσφατα ο πρώην δήμαρχος Καλύμνου Δημήτρης Διακομιχάλης.

Advertisement

Οι καταγγελίες των ψαράδων από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου αποτυπώνουν, με ακόμη πιο παραστατικό τρόπο, την καθημερινότητα που περιγράφουν οι ίδιοι. Η εικόνα που μεταφέρουν είναι εκείνη μιας θάλασσας όπου τα τουρκικά αλιευτικά φέρονται να κινούνται ολοένα και πιο κοντά στις ελληνικές ακτές, ενώ οι Έλληνες επαγγελματίες αισθάνονται ότι δεν διαθέτουν την απαιτούμενη προστασία για να συνεχίσουν απρόσκοπτα τη δουλειά τους.

«Είναι τουλάχιστον πέντε μίλια μέσα στα δικά μας νερά. Ανενόχλητοι. Κάθε μέρα, κάθε μέρα. Πέντε μίλια. Συχνά σέρνουν τις τράτες τους σε απόσταση από τις ελληνικές ακτές μικρότερη από 1,5 μίλι» δήλωναν πέρσι τον Ιανουάριο οι ψαράδες σε Κάλυμνο και Σάμο, σε ρεπορτάζ τηλεοπτικού σταθμού.

Πίσω από αυτές τις μαρτυρίες βρίσκεται η αγωνία ανθρώπων που βλέπουν τον χώρο εργασίας τους να μετατρέπεται σε πεδίο καθημερινής ανασφάλειας. Οι ίδιοι περιγράφουν μια κατάσταση στην οποία, όπως υποστηρίζουν, η δραστηριότητα των τουρκικών σκαφών δεν συναντά ουσιαστικά εμπόδια, την ώρα που η δική τους δυνατότητα να εργαστούν περιορίζεται από το αυξημένο κόστος και τη διαρκή αβεβαιότητα.

«Κοιτάξτε εκεί, είναι τουρκική μηχανότρατα. Είναι στα δικά μας νερά. Τραβάει και πάει ανενόχλητη. Αμα πάμε στα δικά τους νερά, εκείνοι μας βγάζουν όπλα. Ενώ εκείνοι στα δικά μας δουλεύουν ανενόχλητοι. Πάνε μέχρι μέσα στην Ψέριμο. Μέσα στο Βαθύ της Καλύμνου. Πάνε παντού. Ανενόχλητοι. Δεν βλέπεις δικό μας πουθενά πλωτό να φυλάει. Μόνο τα τουρκικά».

Η αντίθεση που περιγράφουν οι αλιείς είναι χαρακτηριστική: από τη μία πλευρά, η αίσθηση ότι η δική τους δραστηριότητα συναντά περιορισμούς και κινδύνους όταν πλησιάζουν τα τουρκικά ύδατα· από την άλλη, η πεποίθηση ότι τα τουρκικά αλιευτικά μπορούν να επιχειρούν σε ελληνικές θαλάσσιες περιοχές χωρίς την αντίστοιχη αντίδραση. Οι μαρτυρίες αυτές, ανεξάρτητα από την ανάγκη επιβεβαίωσης κάθε επιμέρους περιστατικού, αναδεικνύουν ένα κρίσιμο αίτημα: σαφή και αποτελεσματική προστασία της νόμιμης αλιευτικής δραστηριότητας.

Για τους κατοίκους των νησιών, η θάλασσα δεν είναι ένας αφηρημένος γεωγραφικός χώρος πάνω στον χάρτη. Είναι ο τόπος όπου εργάζονται, όπου επενδύουν τον κόπο και τα χρήματά τους, όπου διατηρούν ζωντανές τις οικογένειες και τις κοινότητές τους. Όταν, λοιπόν, οι άνθρωποι αυτοί αισθάνονται ότι δεν μπορούν να ασκήσουν τη δουλειά τους με ασφάλεια, το πρόβλημα ξεπερνά τα όρια ενός επαγγελματικού κλάδου. Αγγίζει την ίδια τη βιωσιμότητα των νησιωτικών κοινωνιών.

Καλλιμάνης: Από την ελληνική αγορά στον τουρκικό όμιλο

Η πίεση στην ελληνική αλιεία δεν εξαντλείται στα μικρά αλιευτικά που βγαίνουν καθημερινά στο πέλαγος. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν η συζήτηση μεταφέρεται στη βιομηχανική πλευρά του κλάδου, εκεί όπου η επεξεργασία, η τυποποίηση και η εμπορία των αλιευμάτων καθορίζουν την πορεία ολόκληρης της αγοράς.

Η συστηματική αλιευτική δραστηριότητα, η οποία, σύμφωνα με τις καταγγελίες, ασκεί πιέσεις στα αποθέματα των ελληνικών θαλασσών, προκαλεί ανησυχία για τη μελλοντική επάρκεια των αλιευμάτων. Στο επίκεντρο βρίσκονται όχι μόνο τα ψάρια, αλλά και άλλοι θαλάσσιοι πόροι, όπως τα σφουγγάρια, που συνδέονται ιστορικά με την οικονομική ζωή νησιών όπως η Κάλυμνος. Η εικόνα μιας θάλασσας που αδειάζει, ενώ οι τοπικές κοινωνίες εξαρτώνται από αυτήν για την επιβίωσή τους, ενισχύει την αγωνία για το μέλλον της ελληνικής αλιείας.

Οι συνέπειες γίνονται αισθητές σε ολόκληρη την αλυσίδα της αγοράς. Οι αλιείς δυσκολεύονται να καλύψουν τα έξοδά τους, τα καταστήματα που στηρίζονται στα τοπικά αλιεύματα πιέζονται και οι καταναλωτές κινδυνεύουν να χάσουν σταδιακά την πρόσβαση σε προϊόντα που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ελληνικής διατροφικής παράδοσης. Το ελληνικό ψάρι, που συνδέεται με την ποιότητα και τη γαστρονομική ταυτότητα των παράκτιων περιοχών, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένο όταν απειλείται η ίδια η παραγωγική βάση που το στηρίζει.

Την ίδια ώρα, η μεταβολή της ιδιοκτησίας μεγάλων επιχειρήσεων του κλάδου προκαλεί συζητήσεις για τον έλεγχο της παραγωγής και της εμπορίας των αλιευτικών προϊόντων. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί η Καλλιμάνης, η γνωστή ελληνική επιχείρηση που επί δεκαετίες διαθέτει κατεψυγμένα ψάρια και θαλασσινά στην εγχώρια αγορά.

Το 2022, η εταιρεία πέρασε στον τουρκικό όμιλο Dardanel Önentaş και ενσωματώθηκε στην επιχειρηματική του δραστηριότητα μέσω της Dardanel Greece.

Ελληνοτουρκικά: Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δίνει τα «κλειδιά» του Αιγαίου στον Ερντογάν ξεκινώντας από την αλιεία- Οι κίνδυνοι που εγκυμονεί η… διάθεση της Ελλάδας να παραιτηθεί από την υπεράσπιση των φυσικών της πόρων

Ο όμιλος δραστηριοποιείται στον τομέα των επεξεργασμένων και τυποποιημένων αλιευμάτων, με παρουσία στην αγορά των κονσερβοποιημένων και κατεψυγμένων ψαριών. Η εξαγορά έφερε στο προσκήνιο το ζήτημα της μεταφοράς μιας ιστορικής ελληνικής εμπορικής επωνυμίας σε έναν μεγάλο τουρκικό επιχειρηματικό όμιλο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρατίθενται για τη συναλλαγή, η Dardanel απέκτησε την Καλλιμάνης έναντι έξι εκατομμυρίων ευρώ, ενώ τα δάνεια της επιχείρησης φέρεται να εξαγοράστηκαν σε ιδιαίτερα χαμηλό ποσοστό της ονομαστικής τους αξίας, περίπου στο 10%. Η συγκεκριμένη εξέλιξη έχει χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα της αλλαγής ισορροπιών στην αγορά των αλιευτικών προϊόντων, αν και η επιχειρηματική εξαγορά δεν ταυτίζεται από μόνη της με ζήτημα εθνικής κυριαρχίας.

Το ευρύτερο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει: τι συμβαίνει όταν μια χώρα δυσκολεύεται να στηρίξει την πρωτογενή παραγωγή της, ενώ ταυτόχρονα βλέπει ιστορικές επιχειρήσεις της να περνούν σε ξένα επιχειρηματικά χέρια; Η απάντηση δεν βρίσκεται σε μια απλουστευτική εξίσωση σύμφωνα με την οποία κάθε ξένη επένδυση συνιστά απειλή. Βρίσκεται στην ανάγκη να διατηρείται ισχυρή η εγχώρια παραγωγική βάση, να προστατεύονται οι μικροί επαγγελματίες και να διασφαλίζεται ότι η ελληνική οικονομία δεν χάνει σταδιακά τη δυνατότητα να ελέγχει κρίσιμα στάδια της παραγωγής και της διάθεσης των προϊόντων της.

Γιατί η αλιεία δεν αρχίζει και δεν τελειώνει στο καΐκι που ρίχνει τα δίχτυα του. Περιλαμβάνει την επεξεργασία, τη μεταποίηση, τη διακίνηση, τα ιχθυοπωλεία, τις εξαγωγές και ολόκληρο το πλέγμα των επιχειρήσεων που στηρίζουν τις παράκτιες οικονομίες. Όταν αποδυναμώνεται ένας κρίκος αυτής της αλυσίδας, οι συνέπειες μεταφέρονται στους υπόλοιπους, με τελικό αποδέκτη τον ίδιο τον παραγωγό και την τοπική κοινωνία.

Βρετανία και Ισλανδία: Όταν τα ψάρια γίνονται ζήτημα εθνικής αξιοπρέπειας

Η σημασία που μπορεί να αποκτήσει η αλιεία στη χάραξη της εθνικής πολιτικής αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στο παράδειγμα της Βρετανίας. Κατά τις διαπραγματεύσεις για το Brexit, η πρόσβαση στα βρετανικά αλιευτικά ύδατα αναδείχθηκε σε ένα από τα πλέον συμβολικά και πολιτικά φορτισμένα ζητήματα των σχέσεων του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κι αυτό συνέβη παρά το γεγονός ότι η αλιεία αντιπροσωπεύει ένα εξαιρετικά μικρό ποσοστό του βρετανικού ΑΕΠ, περίπου 0,12%, σύμφωνα με την εκτίμηση που παρατίθεται στο παρόν άρθρο. Η οικονομική της βαρύτητα σε εθνικό επίπεδο δεν αρκούσε για να εξηγήσει την ένταση της αντιπαράθεσης. Εκείνο που έδωσε στο ζήτημα τόσο μεγάλη πολιτική ισχύ ήταν ο συμβολισμός του: η δυνατότητα της χώρας να αποφασίζει ποιος θα έχει πρόσβαση στους θαλάσσιους πόρους της και υπό ποιους όρους.

Για τους υποστηρικτές της αποχώρησης από την ΕΕ, ο έλεγχος των αλιευτικών υδάτων συμπύκνωνε την έννοια της ανάκτησης της εθνικής κυριαρχίας. Το ερώτημα αν ξένα αλιευτικά, μεταξύ των οποίων και γαλλικά, θα μπορούσαν να συνεχίσουν να ψαρεύουν σε βρετανικά νερά μετατράπηκε σε δοκιμασία πολιτικής αξιοπιστίας. Η αλιεία βρέθηκε έτσι στο επίκεντρο μιας ευρύτερης αντιπαράθεσης για την αυτονομία, τα δικαιώματα πρόσβασης και την κατανομή των φυσικών πόρων.

Η περίπτωση της Βρετανίας δείχνει ότι η σημασία ενός κλάδου δεν μετριέται αποκλειστικά με το ποσοστό που αντιπροσωπεύει στο ΑΕΠ. Μπορεί να είναι μικρός ως οικονομικό μέγεθος και, παρ’ όλα αυτά, να αποκτά δυσανάλογα μεγάλη πολιτική σημασία, όταν συνδέεται με την ιστορική ταυτότητα, την περιφερειακή απασχόληση και την αντίληψη μιας κοινωνίας για την κυριαρχία της.

Ανάλογη βαρύτητα έχει διαχρονικά και η αλιεία στην Ισλανδία, μια χώρα όπου οι θαλάσσιοι πόροι αποτελούν κρίσιμο στοιχείο της οικονομικής ζωής και της εθνικής αυτοαντίληψης. Η ιστορία των λεγόμενων «Πολέμων του Μπακαλιάρου», των συγκρούσεων που σημειώθηκαν μεταξύ Ισλανδίας και Βρετανίας κατά τον 20ό αιώνα για την έκταση των αλιευτικών ζωνών, αποτυπώνει με χαρακτηριστικό τρόπο πόσο αποφασιστικά μπορεί να επηρεάσει την εξωτερική πολιτική ο έλεγχος των θαλάσσιων αποθεμάτων.

Η συζήτηση για τη σχέση της Ισλανδίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση συνδέεται επίσης με το ζήτημα της αλιείας και με τις ανησυχίες για το ποιος θα καθορίζει τους όρους διαχείρισης των θαλάσσιων πόρων. Για μια χώρα που στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στη θάλασσα, ο έλεγχος των αλιευμάτων δεν αποτελεί μια τεχνική λεπτομέρεια εμπορικής πολιτικής, αλλά ζήτημα που αγγίζει την παραγωγική της αυτονομία και τη δυνατότητα των πολιτών της να διατηρήσουν τον έλεγχο ενός κρίσιμου οικονομικού αγαθού.

Το δίδαγμα από αυτές τις περιπτώσεις δεν είναι ότι όλες οι χώρες πρέπει να ακολουθούν την ίδια πολιτική ούτε ότι η πρόσβαση σε ξένες αγορές ή η συμμετοχή σε διεθνείς συμφωνίες συνιστούν κατ’ ανάγκην απώλεια κυριαρχίας. Είναι ότι οι θαλάσσιοι πόροι απαιτούν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, σαφείς κανόνες, αποτελεσματική επιτήρηση και πολιτική βούληση για την προστασία τους.

Το πραγματικό διακύβευμα για την Ελλάδα

Και εδώ ακριβώς αναδεικνύεται η ελληνική αντίφαση. Σε μια χώρα με χιλιάδες χιλιόμετρα ακτογραμμής, εκατοντάδες κατοικημένα νησιά και μακραίωνη σχέση με τη θάλασσα, η αλιεία θα έπρεπε να αποτελεί αναπόσπαστο μέρος μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για την οικονομία, το περιβάλλον και τη νησιωτικότητα. Αντί γι’ αυτό, οι Έλληνες αλιείς περιγράφουν μια πραγματικότητα στην οποία το αυξημένο κόστος, η μείωση των αλιευμάτων και η αβεβαιότητα για την αποτελεσματική προστασία των θαλάσσιων περιοχών τους δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο.

Το ζήτημα, βεβαίως, δεν είναι να μετατραπεί κάθε περιστατικό αλιευτικής δραστηριότητας σε διπλωματική κρίση ούτε να αντιμετωπιστεί η θάλασσα αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα της αντιπαράθεσης. Είναι να διασφαλιστεί ότι οι κανόνες εφαρμόζονται, ότι οι καταγγελίες εξετάζονται και ότι οι επαγγελματίες που δραστηριοποιούνται νόμιμα δεν αφήνονται να αντιμετωπίζουν μόνοι τους τις συνέπειες μιας κατάστασης που ξεπερνά τις δικές τους δυνατότητες.

Η κυβέρνηση καλείται, επομένως, να αποδείξει στην πράξη ότι η στήριξη της αλιείας δεν περιορίζεται σε έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις και σε δηλώσεις συμπαράστασης. Χρειάζεται ένα συνεκτικό σχέδιο που να περιλαμβάνει ουσιαστική επιτήρηση, συνεργασία των αρμόδιων αρχών, προστασία των ιχθυαποθεμάτων, εφαρμογή των εθνικών και ευρωπαϊκών κανόνων και μέτρα που θα επιτρέψουν στους αλιείς να συνεχίσουν να εργάζονται με βιώσιμους όρους.

Γιατί, στο τέλος της ημέρας, η υπεράσπιση του Αιγαίου δεν εξαντλείται στις επίσημες διακηρύξεις για τα κυριαρχικά δικαιώματα. Κρίνεται και σε πολύ πιο καθημερινές, λιγότερο θεαματικές στιγμές: στο αν ο ψαράς μπορεί να βγει με το σκάφος του, να ρίξει τα δίχτυα του, να επιστρέψει με το αλίευμά του και να ζήσει την οικογένειά του από τη δουλειά του. Κρίνεται στο αν τα νησιά διατηρούν ζωντανές τις παραγωγικές τους δραστηριότητες και αν οι φυσικοί πόροι της χώρας προστατεύονται από την εξάντληση.

Η Βρετανία έδειξε, μέσα από τη διαπραγμάτευση του Brexit, ότι ακόμη και ένας οικονομικά μικρός κλάδος μπορεί να μετατραπεί σε σύμβολο εθνικής αυτονομίας. Η Ισλανδία έχει αποδείξει ιστορικά ότι ο έλεγχος των αλιευτικών πόρων μπορεί να αποτελέσει θεμελιώδες ζήτημα κρατικής πολιτικής. Για την Ελλάδα, η πρόκληση είναι ακόμη πιο σύνθετη, καθώς η αλιεία συνδέεται ταυτόχρονα με την οικονομική επιβίωση των νησιών, την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και την άσκηση των δικαιωμάτων της χώρας στα χωρικά της ύδατα.

Εάν η ελληνική πολιτεία δεν καταφέρει να προστατεύσει αποτελεσματικά τους ανθρώπους που εργάζονται στη θάλασσα και τους πόρους από τους οποίους εξαρτώνται, τότε οι συνέπειες θα είναι πολύ ευρύτερες από την απώλεια εισοδήματος ενός επαγγελματικού κλάδου. Θα αφορούν τη σταδιακή αποδυνάμωση μιας παραγωγικής δραστηριότητας που κρατά ζωντανά τα νησιά και συνδέει την καθημερινότητα των κατοίκων τους με τη θάλασσα.

Τα κλειδιά του Αιγαίου δεν παραδίδονται με μία κίνηση ούτε χάνονται μέσα σε μία ημέρα. Η υποχώρηση μπορεί να συντελείται σταδιακά, μέσα από την εγκατάλειψη των παραγωγικών δραστηριοτήτων, την εξάντληση των φυσικών πόρων και την απουσία αποτελεσματικής προστασίας εκεί όπου αυτή είναι αναγκαία.

Και γι’ αυτό η αλιεία αποτελεί κάτι πολύ περισσότερο από μια οικονομική υπόθεση. Είναι ένα από τα πεδία στα οποία κρίνεται αν η Ελλάδα θα διατηρήσει ζωντανή τη σχέση των νησιών της με τη θάλασσα ή αν θα αφήσει αυτή τη σχέση να αποδυναμωθεί, μέχρις ότου η απώλεια γίνει δύσκολα αναστρέψιμη.

Γιατί το Αιγαίο δεν είναι μόνο τα σύνορα που χαράσσονται στους χάρτες. Είναι και οι άνθρωποι που το διασχίζουν καθημερινά, τα καΐκια που βγαίνουν στο πέλαγος, τα δίχτυα που πέφτουν στο νερό και οι κοινότητες που ζουν από τον πλούτο του. Και όταν αυτοί οι άνθρωποι εγκαταλείπονται στην τύχη τους, το πρόβλημα παύει να αφορά μόνο την αλιεία. Αφορά το ίδιο το μέλλον του Αιγαίου.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button