Ο πολιτικός «τυφώνας» που προκαλεί διεθνώς ο Ντόναλντ Τραμπ φαίνεται πως φτάνει πλέον και στο Αιγαίο, με τον Αμερικανό πρόεδρο να πιέζει ανοιχτά Ελλάδα και Τουρκία να καταλήξουν σε συμφωνία και να «κλείσουν» τις μεταξύ τους εκκρεμότητες.
Ελληνοτουρκικά: «Βρείτε τα τώρα, αλλιώς…»- Ο «τυφώνας» Τραμπ φέρνει «φουρτούνες» και στο Αιγαίο!- Πιέζουν οι Αμερικανοί για «άμεσες λύσεις» και «αμοιβαίες υποχωρήσεις»-Πόσο πιθανή θα ήταν μια λύση a la Βενεζουέλα και Γροιλανδία και τι σημαίνουν οι επαφές Γκιλφόιλ με τον Αμερικανό πρέσβη στην Τουρκία!
Σε διαφορετική περίπτωση, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι σαφές: αν δεν τα βρουν μόνες τους, οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι έτοιμες να παρέμβουν και να επιβάλουν λύσεις, κατά το πρότυπο άλλων διεθνών υποθέσεων, όπως εκείνων της Βενεζουέλας ή ακόμη και της Γροιλανδίας.
Το κλίμα αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στις πρόσφατες δηλώσεις της Αμερικανίδας πρέσβη, Κίμπερλι Γκιλφόιλ, η οποία σε τηλεοπτική της συνέντευξη υπογράμμισε «την ανάγκη ανοιχτού διαλόγου με την Τουρκία και τη διατήρηση της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή». Οι δηλώσεις αυτές έγιναν λίγες μόλις ημέρες πριν από την προγραμματισμένη συνάντηση του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, που αναμένεται να πραγματοποιηθεί τον επόμενο μήνα στην Άγκυρα.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσε και η αναφορά της Γκιλφόιλ στην προσωπική της σχέση με τον Αμερικανό πρέσβη στην Τουρκία, Τομ Μπάρακ, στοιχείο που μπορεί να λειτουργήσει καταλυτικά στις εξελίξεις. «Όσον αφορά την Τουρκία, προφανώς θέλουμε να υπάρχει ανοιχτή επικοινωνία και διάλογος. Το θετικό είναι ότι διατηρώ στενή προσωπική σχέση με τον πρέσβη που έχει ορίσει ο πρόεδρος στην Τουρκία, τον Τομ Μπάρακ», σημείωσε χαρακτηριστικά.
Συμπλήρωσε μάλιστα ότι η τακτική επικοινωνία και η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ τους μπορούν να αποβούν προς όφελος όλων: «Γνωριζόμαστε εδώ και χρόνια, έχουμε συνεργαστεί στενά και πιστεύω πως αυτή η σχέση μπορεί να διευκολύνει τον διάλογο και να ενισχύσει τη σταθερότητα στην περιοχή, κάτι που είναι εξαιρετικά σημαντικό τόσο για την Ελλάδα όσο και για την Τουρκία».
Την ίδια στιγμή, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επαναλαμβάνει σταθερά ότι η Ελλάδα αναγνωρίζει μία και μόνη διαφορά με την Τουρκία: την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Ωστόσο, η πραγματικότητα δείχνει πως στο τραπέζι των συζητήσεων επιχειρείται να μπουν πολύ περισσότερα ζητήματα.
Σύμφωνα με τουρκικές θέσεις, τίθεται εκ νέου το θέμα των χωρικών υδάτων, με την Άγκυρα να εγείρει ακόμη και αξιώσεις για μείωση των έξι ναυτικών μιλίων σε ορισμένα ελληνικά νησιά. Πρόκειται κυρίως για νησιά του ανατολικού Αιγαίου, όπως η Σάμος, η Χίος και η Λέσβος, τα οποία βρίσκονται σε μικρή απόσταση από τα τουρκικά παράλια. Κατά την τουρκική επιχειρηματολογία, τα «ανοίγματα» προς τα διεθνή ύδατα θεωρούνται περιορισμένα, κάτι που δημιουργεί ζητήματα ναυσιπλοΐας και ασφάλειας.
Ελληνοτουρκικά: «Βρείτε τα τώρα, αλλιώς…»- Ο «τυφώνας» Τραμπ φέρνει «φουρτούνες» και στο Αιγαίο!- Πιέζουν οι Αμερικανοί για «άμεσες λύσεις» και «αμοιβαίες υποχωρήσεις»-Πόσο πιθανή θα ήταν μια λύση a la Βενεζουέλα και Γροιλανδία και τι σημαίνουν οι επαφές Γκιλφόιλ με τον Αμερικανό πρέσβη στην Τουρκία!
Παράλληλα, στο τραπέζι αναμένεται να τεθούν και ενεργειακά ζητήματα, με αιχμή το μεγάλο κοίτασμα «Μπάμπουρας», το οποίο βρίσκεται εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων, νοτιοανατολικά της Θάσου, και παραμένει μέχρι σήμερα ανεκμετάλλευτο. Η συζήτηση αυτή ξυπνά μνήμες από την κρίση του 1987, όταν ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε αποδεχθεί την παύση γεωτρήσεων στο Αιγαίο, προκειμένου να αποφευχθεί η κλιμάκωση.
Όλα δείχνουν, λοιπόν, ότι οδηγούμαστε σε μια συνολική διαπραγμάτευση. Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι με ποιους όρους. Όπως επισημαίνεται, στο τραπέζι φαίνεται να μπαίνουν κυρίως –αν όχι αποκλειστικά– οι τουρκικές απαιτήσεις, τη στιγμή που η ελληνική πλευρά δηλώνει ότι δεν έχει καμία διεκδίκηση έναντι της Τουρκίας.
Σε κάθε διαπραγμάτευση, όμως, το αποτέλεσμα συνήθως προκύπτει κάπου «στη μέση». Αν η μία πλευρά δεν έχει τίποτα να ζητήσει, τότε αντικειμενικά κινδυνεύει να βρεθεί μόνο σε θέση απωλειών, χωρίς ουσιαστικό όφελος.
Την κατάσταση επιβαρύνει περαιτέρω το γεγονός ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν φαίνεται να διαθέτει ισχυρά ερείσματα στο περιβάλλον Τραμπ. Αντιθέτως, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχει επανειλημμένα χαρακτηριστεί από τον Αμερικανό πρόεδρο ως «φίλος», ενώ το γεωπολιτικό και πληθυσμιακό μέγεθος της Τουρκίας αποτελεί διαχρονικά παράγοντα που λαμβάνουν σοβαρά υπόψη οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Για την Αθήνα, μια γενικευμένη συζήτηση «εφ’ όλης της ύλης» ενέχει σοβαρούς κινδύνους, ιδίως όταν είναι αμφίβολο αν μπορεί να καταλήξει σε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Πολύ περισσότερο, όταν το πολιτικό περιβάλλον είναι ήδη φορτισμένο, καθώς το 2026 θεωρείται προεκλογική χρονιά και καμία κυβέρνηση δεν θα ρίσκαρε να υπογράψει συμφωνία με ενδεχόμενο πολιτικό κόστος.
Τέλος, δεν περνά απαρατήρητο το γεγονός ότι τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου έχουν σε σημαντικό βαθμό αποστρατιωτικοποιηθεί, καθώς μεγάλο μέρος του οπλισμού και των πυρομαχικών τους έχει σταλεί στην Ουκρανία. Μια παράμετρος που προστίθεται στο ήδη σύνθετο και ανησυχητικό παζλ των εξελίξεων στο Αιγαίο.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα