Την ίδια στιγμή που ο Έλληνας πρωθυπουργός βρίσκεται σε απευθείας διάλογο με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Τουρκία δείχνει να εγκαταλείπει κάθε προσχηματική αμφισημία σχετικά με τις μακροπρόθεσμες πυρηνικές της φιλοδοξίες. Πίσω από τις λέξεις «ειρηνική πυρηνική ενέργεια» και «ενεργειακή ασφάλεια», αναδύεται όλο και πιο καθαρά ένα σχέδιο που –αν υλοποιηθεί– αλλάζει ριζικά τις ισορροπίες ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το κλίμα φημών και ανησυχίας δεν εκτονώνεται· αντίθετα, ενισχύεται. Μετά τις πρόσφατες δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, σήμερα νέες τοποθετήσεις ανώτατου Τούρκου αξιωματούχου στον τουρκικό Τύπο ήρθαν να επιβεβαιώσουν αυτό που ήδη είχε προκαλέσει ανατριχίλα: τη σιωπή –και το μειδίαμα– του Φιντάν όταν ρωτήθηκε ευθέως αν η Τουρκία θα έπρεπε να αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Η απάντηση που ακολούθησε ήταν αποκαλυπτική και συνάμα εκβιαστική. Σύμφωνα με τον Τούρκο αξιωματούχο, «αν το Ιράν αποκτήσει πυρηνικά όπλα, τότε η Τουρκία δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να πράξει το ίδιο». Μια φράση που λειτουργεί όχι μόνο ως προειδοποίηση προς τη Δύση, αλλά και ως προαναγγελία μιας εξαιρετικά επικίνδυνης στρατηγικής επιλογής.
Θανάσιμη απειλή για την Ελλάδα – και νέο δίλημμα για το Ισραήλ
Η προοπτική μιας πυρηνικά εξοπλισμένης Τουρκίας συνιστά υπαρξιακή απειλή για την Ελλάδα. Δεν πρόκειται απλώς για στρατιωτική αναβάθμιση, αλλά για ποιοτικό άλμα ισχύος που θα μετέτρεπε κάθε ελληνοτουρκική κρίση σε πυρηνικό εκβιασμό. Παράλληλα, η στάση του Ισραήλ αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον: όχι επειδή θα προχωρούσε σε προληπτικό πλήγμα, αλλά διότι θα βρισκόταν αντιμέτωπο με έναν νέο, επικίνδυνο πυρηνικό παίκτη στην περιοχή, ικανό να χρησιμοποιεί την απειλή ως μοχλό πίεσης.
Το Πακιστάν και η «εύκολη διαδρομή» προς τα πυρηνικά
Σε ό,τι αφορά το κατά πόσο μια τέτοια μετάβαση θα ήταν δύσκολη για την Τουρκία, οι απαντήσεις μόνο καθησυχαστικές δεν είναι. Οι στενές σχέσεις της Άγκυρας με το Πακιστάν –μια χώρα με αποδεδειγμένη πυρηνική τεχνογνωσία και ιστορικό διάχυσης τεχνολογίας– καθιστούν το σενάριο μεταφοράς γνώσης κάτι παραπάνω από ρεαλιστικό.
Με την Τουρκία να διαθέτει ήδη δύο μεγάλους πυρηνικούς σταθμούς σε εξέλιξη, εμπειρία στη διαχείριση πυρηνικών καυσίμων και αποβλήτων, καθώς και ένα εκτεταμένο επιστημονικό δυναμικό, το βήμα από την «ειρηνική» στην στρατιωτική πυρηνική τεχνολογία δεν μοιάζει τεχνικά απαγορευτικό. Αντιθέτως, μοιάζει θέμα πολιτικής απόφασης και γεωπολιτικών συσχετισμών.
Το αναπάντητο ερώτημα της Αθήνας
Μέσα σε αυτό το σκηνικό, το ερώτημα για την ελληνική στρατηγική παραμένει αμείλικτο: γιατί η Αθήνα δεν κινείται εγκαίρως προς την Ινδία, τον φυσικό αντίβαρο του Πακιστάν και ανερχόμενη πυρηνική και γεωπολιτική δύναμη; Ήταν το πρόσφατο ταξίδι του Νίκου Δένδια μια ουσιαστική προσπάθεια οικοδόμησης στρατηγικών συμμαχιών ή περιορίστηκε σε επίπεδο δημοσίων σχέσεων, φωτογραφιών και εύηχων δηλώσεων;
Καθώς η Τουρκία αφήνει ολοένα και λιγότερα περιθώρια αμφιβολίας για τις προθέσεις της, η ελληνική διπλωματία καλείται να απαντήσει όχι με ευχές και χαμόγελα, αλλά με σχέδιο, βάθος και έγκαιρες κινήσεις σε ένα παιχνίδι που πλέον αγγίζει τα πιο σκοτεινά όρια της παγκόσμιας ασφάλειας.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα