Μια αποκαλυπτική και ιδιαίτερα ανησυχητική ετήσια έκθεση της Ελληνικής Αστυνομίας καταγράφει με λεπτομέρειες την έκταση και τη δομή της οργανωμένης εγκληματικότητας που συνδέεται με κλοπές και διαρρήξεις στην Ελλάδα, παρουσιάζοντας μια εικόνα που προκαλεί έντονο προβληματισμό για την ασφάλεια των πολιτών και τη δράση των εγκληματικών κυκλωμάτων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΑΣ., οι περισσότερες συμμορίες που δραστηριοποιούνται στις διαρρήξεις και στις κλοπές προέρχονται από εγχώρια δίκτυα, τα οποία φέρονται να ελέγχουν πάνω από τα τρία τέταρτα της σχετικής εγκληματικής δραστηριότητας. Η έκθεση αναφέρει πως οι ελληνικές ομάδες αποτελούν το 76,26% των οργανωμένων κυκλωμάτων, ενώ οι αμιγώς αλλοδαπές συμμορίες αντιστοιχούν περίπου στο 18,71%. Το υπόλοιπο ποσοστό αφορά μεικτές ομάδες Ελλήνων και αλλοδαπών.
Ιδιαίτερη αίσθηση προκαλεί η αναφορά ότι στις ελληνικές εγκληματικές ομάδες, η συντριπτική πλειονότητα των μελών προέρχεται από κοινότητες Ρομά, με το σχετικό ποσοστό να φτάνει – σύμφωνα με την έκθεση – το 76,69% των εγχώριων κυκλωμάτων διαρρήξεων και κλοπών.
Στο πεδίο των αλλοδαπών συμμοριών, οι αλβανικές ομάδες εμφανίζονται ως οι ισχυρότερες, καταγράφοντας σχεδόν το μισό της σχετικής δραστηριότητας, ενώ ακολουθούν κυκλώματα γεωργιανής, ρουμανικής και αλγερινής προέλευσης. Παρουσία εμφανίζουν επίσης τουρκικά, σερβικά και πακιστανικά δίκτυα.
Η αστυνομική ανάλυση αποτυπώνει και τον τρόπο λειτουργίας των οργανώσεων αυτών. Οι περισσότερες ομάδες λειτουργούν με ευέλικτη και οριζόντια δομή, χωρίς αυστηρή ιεραρχία, γεγονός που δυσκολεύει τον εντοπισμό και την εξάρθρωσή τους. Παράλληλα, οι ελληνικές Αρχές καταγράφουν και τη δράση διεθνών εγκληματικών δικτύων που συνδέονται με οργανωμένες μαφίες από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη.
Κύριος στόχος των συμμοριών παραμένουν οι κατοικίες, που αποτελούν σχεδόν τις μισές περιπτώσεις επιθέσεων, ενώ στο στόχαστρο μπαίνουν επίσης επιχειρήσεις, καταστήματα, τουρίστες, ηλικιωμένοι πολίτες αλλά και εγκαταστάσεις με πολύτιμα μέταλλα και ηλεκτρολογικό εξοπλισμό.
Οι μέθοδοι δράσης περιγράφονται ως ιδιαίτερα οργανωμένες και πολλές φορές ακραία επιθετικές. Οι δράστες παραβιάζουν πόρτες και παράθυρα, σκαρφαλώνουν σε μπαλκόνια, εισβάλλουν από ταράτσες ή παριστάνουν υπαλλήλους δημόσιων υπηρεσιών, τεχνικούς ή λογιστές για να εξαπατήσουν κυρίως ηλικιωμένους.
Ιδιαίτερα ανησυχητικό χαρακτηρίζεται το φαινόμενο των τηλεφωνικών απατών, όπου τα θύματα πείθονται ότι συγγενικά τους πρόσωπα έχουν εμπλακεί σε ατύχημα ή χρειάζονται άμεσα χρήματα, με αποτέλεσμα να παραδίδουν κοσμήματα, μετρητά και τιμαλφή στους απατεώνες.
Στα εμπορικά καταστήματα, οι εγκληματικές ομάδες χρησιμοποιούν τεχνικές αντιπερισπασμού, διαρρήξεις τύπου «ριφιφί», ακόμη και βίαιες επιθέσεις με βαριά αντικείμενα για να σπάσουν βιτρίνες και να αφαιρέσουν χρηματοκιβώτια.
Η έκθεση περιγράφει επίσης έντονη δράση πορτοφολάδων στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, αλλά και οργανωμένες κλοπές χαλκού, μετασχηματιστών και εξοπλισμού από ενεργειακές υποδομές και φωτοβολταϊκά πάρκα, γεγονός που προκαλεί σοβαρές ζημιές και διακοπές ηλεκτροδότησης.
Οι περισσότερες συμμορίες αποτελούνται από μικρές ομάδες 2 έως 5 ατόμων και χρησιμοποιούν εξελιγμένες μεθόδους αποφυγής εντοπισμού, όπως κλεμμένα αυτοκίνητα, πλαστές πινακίδες, full face, «ghost» τηλέφωνα και συστήματα παρακολούθησης της αστυνομικής δραστηριότητας.
Σημαντικό μέρος των παράνομων κερδών φαίνεται να διοχετεύεται σε πολυτελή ακίνητα, ακριβά αυτοκίνητα και επιχειρήσεις-βιτρίνες, ενώ η προκλητική επίδειξη χλιδής στα social media αποτέλεσε σε αρκετές περιπτώσεις το στοιχείο που οδήγησε τις Αρχές στον εντοπισμό των δραστών.
Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, μόνο μέσα στο 2024 καταγράφηκαν 2.903 κλοπές και διαρρήξεις από 131 οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα, με τα συνολικά παράνομα έσοδα να αγγίζουν σχεδόν τα 18 εκατομμύρια ευρώ, σημειώνοντας εντυπωσιακή αύξηση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα