ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ευρωπαϊκή Ένωση: Μπορούν οι αμυντικές δαπάνες να λειτουργήσουν ως «εργαλείο» μείωσης του δημόσιου χρέους;

Η αλλαγή στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η μεγάλη εκστρατεία επανεξοπλισμού της Ευρώπης, η οποία συμφωνήθηκε την περασμένη χρονιά, δεν άλλαξαν μόνο τις προτεραιότητες στον τομέα της ασφάλειας.

Ευρωπαϊκή Ένωση: Μπορούν οι αμυντικές δαπάνες να λειτουργήσουν ως «εργαλείο» μείωσης του δημόσιου χρέους;

Επέφεραν σημαντικές ανατροπές και στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι αμυντικές δαπάνες μέσα στο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό πλαίσιο.

Πλέον, οι δαπάνες για την άμυνα δεν θεωρούνται απλώς ένα πρόσθετο βάρος για τους κρατικούς προϋπολογισμούς.

Αντίθετα, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορούν να συμβάλουν ακόμη και στη μείωση του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ των κρατών μελών.

Τη νέα αυτή προσέγγιση αποκάλυψε, σχεδόν παρεμπιπτόντως, κατά τη διάρκεια ομιλίας του, ο επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αρμόδιος για θέματα Οικονομίας, Παραγωγικότητας, Εφαρμογής και Απλοποίησης της κοινοτικής νομοθεσίας, κ. Βάλντις Ντομπρόβσκις.

Ο Ευρωπαίος αξιωματούχος εξήγησε ότι οι αμυντικές δαπάνες, είτε αφορούν την προμήθεια στρατιωτικού εξοπλισμού είτε επενδύσεις στην έρευνα και την ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων, αντιμετωπίζονται πλέον ως δημόσιες επενδύσεις. Και αυτό αποτελεί μια ουσιαστική διαφοροποίηση, καθώς στο ευρωπαϊκό δημοσιονομικό σύστημα οι δημόσιες επενδύσεις δεν θεωρούνται απλή κρατική κατανάλωση, αλλά δαπάνες για την απόκτηση «κεφαλαίου», το οποίο ενισχύει το συνολικό παραγωγικό δυναμικό και αποτυπώνεται στο ΑΕΠ.

Καθώς ο λόγος του χρέους υπολογίζεται σε σχέση με το ΑΕΠ, κάθε αύξηση του δεύτερου οδηγεί, υπό προϋποθέσεις, σε μείωση της αναλογίας του χρέους. Με άλλα λόγια, οι συγκεκριμένες δαπάνες μπορούν να λειτουργήσουν διαφορετικά από τις συνηθισμένες δημόσιες δαπάνες: αντί να επιβαρύνουν αποκλειστικά τα δημοσιονομικά μεγέθη, μπορούν να ενισχύσουν τον παρονομαστή του λόγου χρέους προς ΑΕΠ.

Ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία η αγορά αμυντικού εξοπλισμού χρηματοδοτείται εξ ολοκλήρου μέσω δανεισμού, η αύξηση του χρέους μπορεί να είναι μικρότερη από την ονομαστική αύξησή του, εφόσον η παράλληλη ενίσχυση του ΑΕΠ είναι αρκετά σημαντική.

Η δυνατότητα αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία μετά τη δέσμευση των κρατών μελών της ΕΕ που συμμετέχουν και στο ΝΑΤΟ —με εξαίρεση την Ισπανία, η οποία διαφώνησε και στη σύνοδο της Άγκυρας— να αυξήσουν σταδιακά τις ελάχιστες ετήσιες αμυντικές δαπάνες τους για τις ανάγκες της Συμμαχίας.

Ο νέος στόχος προβλέπει αύξηση των συνολικών αμυντικών δαπανών από το 2% του ΑΕΠ, που ίσχυε μέχρι το περασμένο καλοκαίρι, στο 5% του ΑΕΠ. Ειδικότερα, η συμφωνία αφορά την αύξηση των δαπανών για στρατιωτικό εξοπλισμό, έρευνα και ανάπτυξη από το 2% στο 3,5% του ΑΕΠ, ενώ επιπλέον 1,5% του ΑΕΠ θα κατευθύνεται κάθε χρόνο σε υποδομές διττής χρήσης, οι οποίες μπορούν να αξιοποιηθούν τόσο για στρατιωτικούς όσο και για πολιτικούς σκοπούς.

Ευρωπαϊκή Ένωση: Μπορούν οι αμυντικές δαπάνες να λειτουργήσουν ως «εργαλείο» μείωσης του δημόσιου χρέους;

Οι πρόσθετες αυτές δαπάνες θα μπορούσαν, θεωρητικά, να οδηγήσουν σε ακόμη μεγαλύτερη αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ —ή τουλάχιστον να περιορίσουν τον ρυθμό αύξησής του— για τις χώρες που θα καταφέρουν να προσεγγίσουν το νέο επίπεδο επενδύσεων. Ωστόσο, προς το παρόν, η επίτευξη αυτού του στόχου παραμένει δύσκολη και δεν θεωρείται βέβαιο ότι θα γίνει πράξη από όλα τα κράτη μέλη ούτε στο άμεσο ούτε στο μακροπρόθεσμο μέλλον.

Η νέα πραγματικότητα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την κατάσταση που επικρατούσε μόλις λίγα χρόνια πριν, όταν η Ελλάδα, εν μέσω σοβαρής δημοσιονομικής κρίσης, δεχόταν έντονες πιέσεις και επικρίσεις από τους δανειστές της για την αύξηση των αμυντικών δαπανών. Οι δαπάνες αυτές, αν και θεωρούνταν αναγκαίες λόγω της αυξανόμενης έντασης στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και της τουρκικής επιθετικότητας, αντιμετωπίζονταν τότε ως δημοσιονομική επιβάρυνση.

Σήμερα, ωστόσο, η ευρωπαϊκή προσέγγιση έχει αλλάξει ριζικά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή όχι μόνο αναγνωρίζει τις αμυντικές δαπάνες ως δημόσιες επενδύσεις, αλλά έχει ενεργοποιήσει και τη δυνατότητα της εθνικής ρήτρας διαφυγής για τις συγκεκριμένες δαπάνες.

Advertisement

Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι η εξαίρεση αυτή, η οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη να μην προσμετρούν την αύξηση των αμυντικών δαπανών στο δημοσιονομικό έλλειμμα, εφαρμόζεται σε μια περίοδο κατά την οποία η δημοσιονομική εικόνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάζει διαρκή επιδείνωση.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις εαρινές οικονομικές της προβλέψεις, το έλλειμμα της ΕΕ για το 2026 έχει ξεπεράσει το 3% του ΑΕΠ, ενώ το συνολικό χρέος έχει ανέλθει στο 90,5% του ΑΕΠ. Τα δεδομένα αυτά έχουν ουσιαστικά ακυρώσει στην πράξη τους αρχικούς στόχους του αναθεωρημένου Συμφώνου Σταθερότητας, το οποίο είχε υιοθετηθεί στα τέλη του 2024.

Παρά την εφαρμογή της εθνικής ρήτρας διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες, η ίδια η Επιτροπή εξακολουθεί να καλεί τα κράτη μέλη να συνεχίσουν τις επενδύσεις για την ενίσχυση της άμυνας και της ασφάλειάς τους, αλλά ταυτόχρονα να λάβουν μέτρα περιορισμού ώστε να μειώσουν τα δημοσιονομικά ελλείμματα και τα επίπεδα χρέους.

Το μήνυμα είναι σαφές: η δημοσιονομική προσαρμογή θα πρέπει να αφορά όλους τους υπόλοιπους τομείς δαπανών, με εξαίρεση πλέον το πολεμικό υλικό και τις επενδύσεις που συνδέονται με την αμυντική θωράκιση της Ευρώπης.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button