Χωρίς κατηγορία

Ευρωπαϊκή Ένωση: Οι «καμπάνες» της ενεργειακής κρίσης χτυπούν εκκωφαντικά για εκατομμύρια νοικοκυριά- Η Ευρώπη αντιμέτωπη με έλλειμμα φυσικού αερίου- Σκέψεις ακόμα και για υποχρεωτικά μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Αντιμέτωπη με μια νέα, ιδιαίτερα απαιτητική ενεργειακή δοκιμασία βρίσκεται η Ευρωπαϊκή Ένωση ενόψει του επερχόμενου χειμώνα, καθώς οι διαθέσιμες ποσότητες φυσικού αερίου ενδέχεται να αποδειχθούν ανεπαρκείς για την κάλυψη των αναγκών της.

Ευρωπαϊκή Ένωση: Οι «καμπάνες» της ενεργειακής κρίσης χτυπούν εκκωφαντικά για εκατομμύρια νοικοκυριά- Η Ευρώπη αντιμέτωπη με έλλειμμα φυσικού αερίου- Σκέψεις ακόμα και για υποχρεωτικά μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας

Σύμφωνα με νέες εσωτερικές εκθέσεις, το έλλειμμα που διαμορφώνεται θα μπορούσε να αναγκάσει τις ευρωπαϊκές χώρες να αναζητήσουν εσπευσμένα πρόσθετες προμήθειες, ικανές να καλύψουν τις ενεργειακές ανάγκες περίπου 12 εκατομμυρίων νοικοκυριών.

Η προοπτική αυτή επαναφέρει στο προσκήνιο τον κίνδυνο μιας δύσκολης χειμερινής περιόδου, με νέες, απότομες αυξήσεις στους λογαριασμούς ενέργειας και ενδεχόμενη επιβολή μέτρων υποχρεωτικής εξοικονόμησης. Το κατά πόσο θα αποφευχθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την ικανότητα της ΕΕ να εξασφαλίσει εγκαίρως επαρκείς ποσότητες φυσικού αερίου από εναλλακτικές πηγές εφοδιασμού.

Η κρίσιμη αυτή συγκυρία διαμορφώνεται ενώ ο πόλεμος στο Ιράν εξακολουθεί να προκαλεί αναταράξεις στην παγκόσμια ενεργειακή αγορά, επηρεάζοντας τη διαθεσιμότητα και τη ροή των προμηθειών. Υπό αυτές τις συνθήκες, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο συνολικού ελλείμματος που μπορεί να φτάσει έως και τα 14 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια του φετινού χειμώνα.

Πρόκειται για μια ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 7% της συνολικής ζήτησης φυσικού αερίου στην Ένωση και θα επαρκούσε για την κάλυψη των αναγκών 10 έως 12 εκατομμυρίων ευρωπαϊκών νοικοκυριών. Τα στοιχεία περιλαμβάνονται σε έκθεση του Ινστιτούτου Ενεργειακής Οικονομίας και Χρηματοοικονομικής Ανάλυσης (IEEFA), η οποία αποτυπώνει τις αυξανόμενες πιέσεις που δέχεται το ευρωπαϊκό ενεργειακό σύστημα.

Την ίδια ώρα, την εικόνα της ανησυχίας ενισχύει έκθεση ενός από τους σημαντικότερους ευρωπαϊκούς φορείς διαχειριστών δικτύων φυσικού αερίου. Τα ευρήματά της, τα οποία αποκαλύπτει το Politico, παρουσιάστηκαν την Πέμπτη σε αξιωματούχους των εθνικών ενεργειακών αρχών, αναδεικνύοντας τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η Ευρώπη για να διασφαλίσει την επάρκεια εφοδιασμού τους επόμενους μήνες.

Στο χαμηλότερο επίπεδο από το 2011 τα αποθέματα φυσικού αερίου

Το φυσικό αέριο αποτελεί βασικό πυλώνα του ευρωπαϊκού ενεργειακού συστήματος, καθώς χρησιμοποιείται ευρέως για τη θέρμανση κατοικιών και άλλων κτιρίων, την κάλυψη των αναγκών της βιομηχανίας, αλλά και την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Ωστόσο, η κατάσταση των αποθεμάτων προκαλεί έντονο προβληματισμό, καθώς τα αποθηκευμένα αποθέματα της ΕΕ έχουν υποχωρήσει στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο από το 2011, όταν άρχισε η καταγραφή των σχετικών στοιχείων.

Οι εγκαταστάσεις αποθήκευσης είναι αυτή τη στιγμή πληρότητας μόλις λίγο πάνω από το 70%, γεγονός που περιορίζει το διαθέσιμο περιθώριο ασφαλείας ενόψει της περιόδου κατά την οποία η κατανάλωση αυξάνεται κατακόρυφα. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τις υψηλές τιμές που επικράτησαν στην αγορά, οι οποίες κατέστησαν οικονομικά πιο συμφέρουσα για τους εμπόρους την πώληση φυσικού αερίου κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, αντί της αποθήκευσής του για την κάλυψη των αναγκών του χειμώνα.

Η εξίσωση γίνεται ακόμη πιο δύσκολη καθώς οι τιμές του φυσικού αερίου κινούνται κοντά στα υψηλότερα επίπεδα της τελευταίας τετραετίας, την ώρα που η προσφορά δέχεται πρόσθετες πιέσεις από τον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν και το επακόλουθο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ. Η διαταραχή στις διεθνείς ενεργειακές ροές περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές της Ευρώπης, η οποία ενδέχεται να δυσκολευτεί να εξασφαλίσει εγκαίρως τις αναγκαίες ποσότητες, ιδιαίτερα εάν ο χειμώνας αποδειχθεί εξίσου ψυχρός με τον προηγούμενο, σύμφωνα με το IEEFA.

Αυτό, πάντως, δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση θα βρεθεί χωρίς φυσικό αέριο. Η προειδοποίηση αφορά κυρίως τη δυνατότητά της να διατηρήσει επαρκή αποθέματα και να ανταποκριθεί σε μια περίοδο αυξημένης ζήτησης χωρίς να αναγκαστεί να καταφύγει σε ιδιαίτερα δαπανηρές λύσεις. Ειδικότερα, εκτιμάται ότι θα μπορούσε να διαθέτει περίπου 7 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα λιγότερου αποθηκευμένου αερίου, περιορίζοντας τις ποσότητες που θα έχει στη διάθεσή της για την κάλυψη των χειμερινών αναγκών.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι ευρωπαϊκές χώρες θα μπορούσαν να αναγκαστούν να προμηθεύονται φυσικό αέριο από τις διεθνείς αγορές σε υψηλές τιμές, σε ένα περιβάλλον όπου η προσφορά παραμένει αβέβαιη και ο ανταγωνισμός για τα διαθέσιμα φορτία εντείνεται. Εάν, μάλιστα, δεν εξασφαλιστούν νέες προμήθειες, δεν αποκλείεται να εξεταστούν ακόμη και περιορισμοί στην κατανάλωση, προκειμένου να αποτραπεί η εξάντληση των διαθέσιμων αποθεμάτων.

Τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα αποθήκευσης αφήνουν, επομένως, την Ευρώπη με σαφώς μικρότερα περιθώρια αντίδρασης απέναντι σε ενδεχόμενες διαταραχές του παγκόσμιου εφοδιασμού. Η επικεφαλής αναλύτρια του IEEFA για την ευρωπαϊκή αγορά ενέργειας προειδοποίησε ότι η περιορισμένη αυτή εφεδρεία καθιστά την Ένωση περισσότερο ευάλωτη σε απότομες ανατιμήσεις, ιδίως εάν οι καιρικές συνθήκες αυξήσουν τη ζήτηση ή εάν προκύψουν νέες διακοπές στην προμήθεια.

Οι επιπτώσεις, ωστόσο, ενδέχεται να μην περιοριστούν στον φετινό χειμώνα. Εάν τα κράτη-μέλη αναγκαστούν να αντλήσουν μεγάλες ποσότητες από τις αποθήκες τους για να καλύψουν τις ανάγκες της περιόδου, θα κληθούν στη συνέχεια να αναπληρώσουν ακόμη μεγαλύτερα αποθέματα. Με αυτόν τον τρόπο, υπάρχει κίνδυνος να παγιωθεί ένας φαύλος κύκλος χαμηλής πληρότητας και υψηλών τιμών, με τις ευρωπαϊκές χώρες να ξεκινούν την επόμενη περίοδο αποθήκευσης από δυσμενέστερη αφετηρία.

Τα αποθέματα ενδέχεται να υποχωρήσουν ακόμη και στο 11%

Τους ίδιους κινδύνους αναδεικνύει και η έκθεση για τις προοπτικές εφοδιασμού κατά τον χειμώνα 2026-2027, την οποία δημοσίευσε την Πέμπτη το Ευρωπαϊκό Δίκτυο Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς Φυσικού Αερίου (ENTSOG). Η ανάλυση εξετάζει διαφορετικά σενάρια προσφοράς και ζήτησης, καταγράφοντας τις πιέσεις που θα μπορούσαν να ασκηθούν στα αποθέματα υπό συνθήκες παρατεταμένου ψύχους και περιορισμένων εισαγωγών.

Advertisement

Σύμφωνα με την έκθεση, εάν οι εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) παραμείνουν περιορισμένες ή ακόμη και εάν κινηθούν σε «βέλτιστα» επίπεδα, ένας ιδιαίτερα ψυχρός χειμώνας θα μπορούσε να οδηγήσει τα αποθέματα σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, ακόμη και στο 11% της συνολικής χωρητικότητας.

Το συγκεκριμένο ποσοστό δεν αποτελεί απλώς μια ένδειξη περιορισμένης ενεργειακής εφεδρείας. Αντιστοιχεί στο ελάχιστο επίπεδο που απαιτείται για τη διατήρηση στρατηγικών αποθεμάτων, τα οποία δεν μπορούν να αξιοποιηθούν εύκολα για την κάλυψη της καθημερινής ζήτησης. Κατά συνέπεια, όσο πλησιάζουν τα αποθέματα σε αυτό το όριο, τόσο περιορίζεται η πραγματική δυνατότητα των κρατών-μελών να αντλήσουν πρόσθετες ποσότητες σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

Το δίλημμα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο εάν η Ευρώπη επιδιώξει να διατηρήσει τα αποθέματά της στο 30% έως το τέλος του χειμώνα, ώστε να διαθέτει ένα στοιχειώδες περιθώριο προστασίας απέναντι σε νέα κύματα ψύχους και πιθανές διαταραχές στον εφοδιασμό. Σε αυτή την περίπτωση, η κατανάλωση θα πρέπει να περιοριστεί ή να μην παραδοθούν στους καταναλωτές ποσότητες φυσικού αερίου που αντιστοιχούν στο 7% της συνολικής ζήτησης, σύμφωνα με τις προειδοποιήσεις του ENTSOG.

Η εκτίμηση αυτή υπογραμμίζει το εύρος της πρόκλησης που αντιμετωπίζει η Ευρώπη: η εξασφάλιση επαρκών αποθεμάτων δεν εξαρτάται μόνο από τις εισαγωγές, αλλά και από τη δυνατότητα να διατηρηθεί η ισορροπία ανάμεσα στην κατανάλωση, την αποθήκευση και την ασφάλεια του εφοδιασμού. Όσο μικραίνει αυτό το περιθώριο, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος οι ενεργειακές πιέσεις να μεταφερθούν από τις διεθνείς αγορές στην καθημερινότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων.

Ευρωπαϊκή Ένωση: Οι «καμπάνες» της ενεργειακής κρίσης χτυπούν εκκωφαντικά για εκατομμύρια νοικοκυριά- Η Ευρώπη αντιμέτωπη με έλλειμμα φυσικού αερίου- Σκέψεις ακόμα και για υποχρεωτικά μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας

Η απαγόρευση του ρωσικού LNG προσθέτει νέες πιέσεις

Ένας ακόμη παράγοντας που επιβαρύνει την ενεργειακή εξίσωση είναι η επικείμενη απαγόρευση των μακροπρόθεσμων συμβάσεων προμήθειας ρωσικού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία πρόκειται να τεθεί σε ισχύ τον Ιανουάριο.

Όπως αναφέρει το Politico, επικαλούμενο την έκθεση του IEEFA, η συγκεκριμένη εξέλιξη αναμένεται να περιορίσει περαιτέρω τις ευρωπαϊκές εισαγωγές φυσικού αερίου κατά περίπου 7 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα. Η απώλεια αυτή έρχεται να προστεθεί στις ήδη αυξημένες ανάγκες αναπλήρωσης των αποθεμάτων, σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής αγορά χαρακτηρίζεται από έντονη αβεβαιότητα και αυξημένο ανταγωνισμό μεταξύ των αγοραστών.

Κατά το παρελθόν, οι προμήθειες ρωσικού φυσικού αερίου διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στην κάλυψη των εποχικών διακυμάνσεων της ζήτησης, προσφέροντας τη δυνατότητα να εξασφαλίζονται πρόσθετες ποσότητες κατά τους χειμερινούς μήνες. Με τον περιορισμό αυτής της πηγής εφοδιασμού, η Ευρώπη καλείται πλέον να στηριχθεί σε μεγαλύτερο βαθμό στα αποθηκευμένα αποθέματα, προκειμένου να ανταποκριθεί στην αυξημένη κατανάλωση της ψυχρής περιόδου.

Η μετατόπιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς, σύμφωνα με το IEEFA, η ζήτηση φυσικού αερίου κατά τους χειμερινούς μήνες έχει ακολουθήσει ανοδική πορεία τα τελευταία δύο χρόνια, την ώρα που οι εισαγωγές της ΕΕ παραμένουν ουσιαστικά στάσιμες. Η απόκλιση ανάμεσα στις ανάγκες και στις διαθέσιμες προμήθειες ενισχύει, έτσι, την εξάρτηση από τις εγκαταστάσεις αποθήκευσης, οι οποίες καλούνται να λειτουργήσουν ως βασική γραμμή άμυνας απέναντι στις εποχικές ελλείψεις.

Τα στοιχεία για τις καθαρές αναλήψεις από τα αποθέματα αποτυπώνουν με σαφήνεια αυτή την τάση. Τον Ιανουάριο του 2026 ανήλθαν σε 22,6 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα, έναντι 18,8 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων τον Ιανουάριο του 2025 και 17,8 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων τον Ιανουάριο του 2024. Η διαδοχική αύξηση καταδεικνύει τον ολοένα μεγαλύτερο ρόλο που διαδραματίζουν τα αποθέματα στην κάλυψη της χειμερινής ζήτησης και, ταυτόχρονα, την αυξανόμενη πίεση που δέχονται.

Το πρόβλημα, επομένως, δεν αφορά αποκλειστικά την επάρκεια φυσικού αερίου για έναν μόνο χειμώνα. Αφορά και τη δυνατότητα της Ευρώπης να αναπληρώνει εγκαίρως τις ποσότητες που καταναλώνει, χωρίς να εξαρτάται υπερβολικά από μια διεθνή αγορά που μπορεί να επηρεαστεί από γεωπολιτικές εξελίξεις, διακοπές στις μεταφορές και απότομες μεταβολές της ζήτησης.

Πρόσθετο κόστος 3 δισ. ευρώ για εισαγωγές LNG

Μπροστά στην πιθανότητα να μην επαρκούν οι διαθέσιμες ποσότητες, η βασική εναλλακτική λύση για την Ευρωπαϊκή Ένωση είναι η εξασφάλιση πρόσθετων φορτίων υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Πρόκειται για καύσιμο που μεταφέρεται διά θαλάσσης και έχει αποκτήσει ολοένα μεγαλύτερη σημασία για την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, με τις Ηνωμένες Πολιτείες να συγκαταλέγονται στους βασικούς προμηθευτές της Ένωσης.

Η επιλογή αυτή, ωστόσο, συνοδεύεται από σημαντικό οικονομικό κόστος. Με βάση τις σημερινές τιμές, η εισαγωγή των πρόσθετων ποσοτήτων που θα χρειαστούν για να καλυφθεί το έλλειμμα θα μπορούσε να επιβαρύνει τους Ευρωπαίους με επιπλέον 3 δισεκατομμύρια ευρώ. Το ποσό αυτό είναι κατά 12% υψηλότερο σε σύγκριση με το κόστος εισαγωγής της ίδιας ποσότητας φυσικού αερίου την προηγούμενη χρονιά, σύμφωνα με την έκθεση.

Η επιβάρυνση αυτή θα προστεθεί σε ένα ήδη ιδιαίτερα απαιτητικό ενεργειακό περιβάλλον, στο οποίο οι υψηλές τιμές συμπιέζουν τα οικονομικά περιθώρια των νοικοκυριών και αυξάνουν το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων. Σε περίπτωση που η Ευρώπη αναγκαστεί να στραφεί μαζικά στις διεθνείς αγορές για να καλύψει τις ανάγκες της, η πρόσθετη δαπάνη θα μπορούσε να μεταφερθεί, άμεσα ή έμμεσα, στους τελικούς καταναλωτές.

Την ίδια στιγμή, η δυνατότητα των ΗΠΑ να αυξήσουν περαιτέρω τις εξαγωγές τους εμφανίζεται περιορισμένη, καθώς η παραγωγή LNG στη χώρα κινείται κοντά στη μέγιστη δυναμικότητά της. Αυτό σημαίνει ότι η εξασφάλιση μεγαλύτερων ποσοτήτων από την Ευρώπη δεν θα είναι κατ’ ανάγκη μια εύκολη υπόθεση: οι πρόσθετες αγορές θα μπορούσαν να περιορίσουν ακόμη περισσότερο τις διαθέσιμες ποσότητες στη διεθνή αγορά, εντείνοντας τον ανταγωνισμό μεταξύ των χωρών που εξαρτώνται από τις εισαγωγές.

Όπως επισημάνθηκε στο Politico από την επικεφαλής αναλύτρια του IEEFA, οι περιορισμοί αυτοί δημιουργούν ένα ακόμη εμπόδιο στην προσπάθεια της Ευρώπης να καλύψει το ενεργειακό της κενό. Ακόμη και εάν υπάρχει η οικονομική δυνατότητα για πρόσθετες αγορές, η διαθεσιμότητα των φορτίων και ο ανταγωνισμός με άλλες αγορές θα εξακολουθήσουν να αποτελούν κρίσιμους παράγοντες.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, αρκετοί αναλυτές εκτιμούν ότι η σημαντικότερη συνέπεια της ενεργειακής στενότητας ενδέχεται να είναι μια νέα άνοδος των τιμών του φυσικού αερίου. Η περιορισμένη προσφορά, σε συνδυασμό με την ανάγκη αναπλήρωσης των αποθεμάτων και την αυξημένη ζήτηση κατά τη διάρκεια του χειμώνα, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για νέες ανατιμήσεις, ιδιαίτερα εάν οι διεθνείς διαταραχές παραταθούν.

Στο δυσμενές σενάριο περιορισμένης προσφοράς που εξετάζει το ENTSOG, προβλέπεται ένα παγκόσμιο έλλειμμα που θα μπορούσε να μειώσει κατά 20% τις διαθέσιμες εισαγωγές LNG προς την Ευρώπη. Μια τέτοια εξέλιξη θα περιόριζε σημαντικά τη δυνατότητα της Ένωσης να καλύψει το κενό μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, εντείνοντας την πίεση τόσο στα αποθέματα όσο και στις τιμές.

Από την πλευρά του, ανώτερος αναλυτής της αγοράς φυσικού αερίου της S&P Global Energy επισημαίνει ότι τα αποθέματα δεν μπορούν να μειώνονται επ’ αόριστον. Όπως εξηγεί, εάν η απομείωσή τους είναι ταχεία ήδη από τις πρώτες εβδομάδες του χειμώνα, οι τιμές θα δεχθούν ανοδικές πιέσεις, καθώς η ευρωπαϊκή αγορά θα χρειαστεί να προσελκύσει πρόσθετα φορτία LNG για να καλύψει τις ανάγκες της.

Η άνοδος των τιμών θα μπορούσε, με τη σειρά της, να λειτουργήσει ως μηχανισμός προσέλκυσης προμηθειών από άλλες περιοχές του κόσμου. Υψηλότερες ευρωπαϊκές τιμές ενδέχεται να καταστήσουν πιο ελκυστική την πώληση φορτίων στην ευρωπαϊκή αγορά, ακόμη και όταν αυτά προορίζονταν αρχικά για την Ασία. Η δυνατότητα, ωστόσο, να ανακατευθυνθούν οι διαθέσιμες ποσότητες θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες της διεθνούς αγοράς και από το κατά πόσο οι ευρωπαϊκές τιμές θα μπορέσουν να ανταγωνιστούν τις προσφορές άλλων αγοραστών.

Τα περιθώρια για περαιτέρω περιορισμό της ευρωπαϊκής κατανάλωσης εμφανίζονται, παράλληλα, ιδιαίτερα στενά. Σύμφωνα με τον αναλυτή της S&P Global Energy, η βιομηχανική ζήτηση φυσικού αερίου στην ΕΕ έχει ήδη υποχωρήσει κατά 20% μετά την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία και δεν έχει ανακάμψει έκτοτε.

Η εξέλιξη αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς δείχνει ότι ένα σημαντικό μέρος της προσαρμογής που απαιτήθηκε από την προηγούμενη ενεργειακή κρίση έχει ήδη συντελεστεί στη βιομηχανία. Επιχειρήσεις και παραγωγικές μονάδες έχουν περιορίσει την κατανάλωσή τους, ενώ το ενεργειακό κόστος εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη λειτουργία τους.

Ως εκ τούτου, μια νέα προσπάθεια μείωσης της ζήτησης ενδέχεται να έχει πολύ μεγαλύτερες οικονομικές συνέπειες από ό,τι στο παρελθόν. Τα περιθώρια για πρόσθετες περικοπές δεν είναι απεριόριστα και κάθε νέα υποχώρηση της βιομηχανικής κατανάλωσης θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις στην παραγωγή και την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Η Ευρώπη εισέρχεται, συνεπώς, στον χειμώνα αντιμέτωπη με μια σύνθετη ενεργειακή εξίσωση. Τα περιορισμένα αποθέματα, η αβεβαιότητα στις διεθνείς προμήθειες, οι αυξημένες ανάγκες αναπλήρωσης και το υψηλότερο κόστος εισαγωγών συνθέτουν ένα περιβάλλον στο οποίο ακόμη και μια πρόσκαιρη διαταραχή θα μπορούσε να εντείνει τις πιέσεις. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο να εξασφαλιστούν οι αναγκαίες ποσότητες φυσικού αερίου, αλλά και να διατηρηθεί η ισορροπία ανάμεσα στην ενεργειακή ασφάλεια, την οικονομική αντοχή των καταναλωτών και τη λειτουργία της ευρωπαϊκής βιομηχανίας.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button