Το καλοκαίρι στην Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον μόνο μια δοκιμασία απέναντι στις υψηλές θερμοκρασίες του εξωτερικού περιβάλλοντος.
Η ανάγκη για οικονομία μετατρέπει σε «φούρνους» τα ελληνικά νοικοκυριά: Έως 38°C θερμοκρασία μέσα στους «τέσσερις τοίχους!»- Περιορισμένη η χρήση κλιματισμού για όλο και περισσότερους Έλληνες λόγω κόστους!
Για ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά, η ζέστη μεταφέρεται μέσα στους ίδιους τους χώρους κατοίκησης, μετατρέποντας πολλά σπίτια σε πραγματικούς «φούρνους», όπου η παραμονή για πολλές ώρες γίνεται εξαιρετικά δύσκολη.
Η θερινή ενεργειακή φτώχεια εξελίσσεται σε ένα σοβαρό κοινωνικό ζήτημα, καθώς χιλιάδες πολίτες αδυνατούν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τον καύσωνα μέσα στις κατοικίες τους. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται απλώς στο κόστος λειτουργίας ενός κλιματιστικού, αλλά συνδέεται άμεσα με τη συνολική ενεργειακή κατάσταση των κτιρίων, την ποιότητα κατασκευής τους και την απουσία επαρκών μέτρων προστασίας από τη θερμότητα.
Σύμφωνα με νέα έκθεση της Greenpeace για την ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα, ένας σημαντικός αριθμός νοικοκυριών αναγκάζεται να ζει σε κατοικίες οι οποίες δεν μπορούν να εξασφαλίσουν τις βασικές προϋποθέσεις θερμικής άνεσης κατά τους θερινούς μήνες.
Οι επιπτώσεις αυτής της κατάστασης δεν είναι μόνο θέμα δυσφορίας. Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι η συνεχής έκθεση σε υψηλές θερμοκρασίες εντός της κατοικίας επηρεάζει ουσιαστικά την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, διαταράσσοντας τον ύπνο, μειώνοντας τη δυνατότητα συγκέντρωσης και δυσχεραίνοντας την εργασία και τις καθημερινές δραστηριότητες. Παράλληλα, αυξάνονται οι κίνδυνοι για την υγεία, ιδιαίτερα για ηλικιωμένους, παιδιά και άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία έρευνας πεδίου του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου, η οποία πραγματοποιήθηκε το καλοκαίρι του 2025 και κατέγραψε τις πραγματικές θερμοκρασιακές συνθήκες στο εσωτερικό κατοικιών.
Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι σε πολλές περιπτώσεις οι εσωτερικές θερμοκρασίες παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα πάνω από το όριο της θερμικής άνεσης, που θεωρείται περίπου στους 25 βαθμούς Κελσίου. Σε αρκετές κατοικίες οι μέσες θερμοκρασίες κινούνται μεταξύ 28 και 31 βαθμών, ενώ σε ακραίες περιπτώσεις οι μετρήσεις έφτασαν ακόμη και τους 34 έως 38 βαθμούς Κελσίου στο εσωτερικό των σπιτιών.
Το φαινόμενο γίνεται εντονότερο στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως η Αθήνα και η Πάτρα, όπου η αστική θερμική νησίδα – η συσσώρευση δηλαδή θερμότητας στις πυκνοδομημένες περιοχές – επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τις συνθήκες διαβίωσης.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η κατάσταση στις αμόνωτες κατοικίες. Τα κτίρια αυτά απορροφούν μεγάλες ποσότητες θερμότητας κατά τη διάρκεια της ημέρας και αδυνατούν να την αποβάλλουν αποτελεσματικά κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ως αποτέλεσμα, σε αρκετές περιπτώσεις η θερμοκρασία παραμένει πάνω από τους 28 ή ακόμη και τους 30 βαθμούς Κελσίου, ακόμη και όταν ο ήλιος έχει δύσει.
Η ανάγκη για οικονομία μετατρέπει σε «φούρνους» τα ελληνικά νοικοκυριά: Έως 38°C θερμοκρασία μέσα στους «τέσσερις τοίχους!»- Περιορισμένη η χρήση κλιματισμού για όλο και περισσότερους Έλληνες λόγω κόστους!
Ένα από τα πιο ανησυχητικά ευρήματα της έρευνας αφορά τη μειωμένη χρήση των κλιματιστικών, ακόμη και σε κατοικίες όπου οι θερμοκρασίες αγγίζουν ακραία επίπεδα.
Πολλά νοικοκυριά δεν περιορίζουν τη χρήση των συσκευών ψύξης επειδή δεν τις έχουν ανάγκη, αλλά επειδή φοβούνται το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας και τους αυξημένους λογαριασμούς. Έτσι, άνθρωποι παραμένουν για πολλές ώρες σε χώρους που ξεπερνούν τα επιτρεπτά όρια θερμικής άνεσης, αναγκασμένοι να επιλέξουν ανάμεσα στη δροσιά και στην οικονομική επιβάρυνση.
Η ενεργειακή φτώχεια, επομένως, δεν αφορά μόνο τα χαρακτηριστικά και την κατάσταση των κατοικιών. Αφορά εξίσου την αδυναμία των πολιτών να έχουν πρόσβαση στις ενεργειακές υπηρεσίες που απαιτούνται για μια αξιοπρεπή και ασφαλή διαβίωση.
Αντίθετα, οι κατοικίες στις οποίες έχουν πραγματοποιηθεί ολοκληρωμένες ενεργειακές παρεμβάσεις παρουσιάζουν σαφώς καλύτερη συμπεριφορά απέναντι στις ακραίες θερμοκρασίες. Ακόμη πιο αποτελεσματικές αποδεικνύονται οι παθητικές κατοικίες, οι οποίες διατηρούν πιο σταθερές εσωτερικές συνθήκες και περιορίζουν σημαντικά την ανάγκη για συνεχή χρήση συστημάτων ψύξης.
Παρά τα οφέλη, η ενεργειακή αναβάθμιση του ελληνικού κτιριακού αποθέματος εξακολουθεί να κινείται σε χαμηλά επίπεδα. Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, μόλις το 9,5% του πληθυσμού στην Ελλάδα κατοικεί σε κτίρια στα οποία έχουν πραγματοποιηθεί παρεμβάσεις βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης κατά την τελευταία πενταετία.
Η επίδοση αυτή κατατάσσει την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αποτυπώνει το μεγάλο χάσμα που εξακολουθεί να υπάρχει στην αναβάθμιση των κατοικιών. Ένα χάσμα που γίνεται ολοένα πιο εμφανές κάθε καλοκαίρι, όταν χιλιάδες άνθρωποι καλούνται να αντιμετωπίσουν όχι μόνο έναν εξωτερικό καύσωνα, αλλά και τη ζέστη που εγκλωβίζεται μέσα στο ίδιο τους το σπίτι.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα