Ο Γιώργος Γεραπετρίτης απορρίπτει κάθε ενδεχόμενο εφαρμογής του τουρκολιβυκού μνημονίου, διαμηνύει ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου δεν προϋποθέτει τουρκική άδεια και εξαπολύει σφοδρή επίθεση στον Αντώνη Σαμαρά.
Η Ελλάδα «τρέχει» ξανά πίσω από τις εξελίξεις για το τουρκολιβυκό μνημόνιο: «Δεν μπορούσαμε να το αποτρέψουμε, αλλά δεν θα εφαρμοστεί!» λέει κατόπιν εορτής ο Γεραπετρίτης
Την ώρα που η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης αναζωπυρώνει την ένταση στην Ανατολική Μεσόγειο, η Αθήνα επιχειρεί να χαράξει σαφείς διαχωριστικές γραμμές, τόσο σε διπλωματικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο.
Ο υπουργός Εξωτερικών, Γιώργος Γεραπετρίτης, απορρίπτει κατηγορηματικά την προοπτική εφαρμογής της συμφωνίας, παραδεχόμενος, ωστόσο, ότι η Ελλάδα δεν διέθετε τη δυνατότητα να αποτρέψει την απόφαση της λιβυκής Βουλής.
Παράλληλα, ξεκαθαρίζει τη θέση της κυβέρνησης για το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, ενώ δεν αφήνει αναπάντητη την κριτική του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, απέναντι στον οποίο υιοθετεί ιδιαίτερα υψηλούς τόνους.
«Το μνημόνιο δεν πρόκειται να εφαρμοστεί». Με αυτή την κατηγορηματική διαβεβαίωση ο επικεφαλής της ελληνικής διπλωματίας επιχείρησε να υποβαθμίσει τις νομικές συνέπειες της απόφασης της Βουλής των Αντιπροσώπων στην ανατολική Λιβύη, απορρίπτοντας ταυτόχρονα τις αιτιάσεις περί εθνικής ήττας και αμφισβητώντας ότι η κοινοβουλευτική επικύρωση μεταβάλλει ουσιαστικά τα δεδομένα.
Μιλώντας την Τετάρτη σε ραδιοφωνική εκπομπή, ο κ. Γεραπετρίτης επέμεινε στην πάγια ελληνική θέση ότι η συμφωνία Τουρκίας–Λιβύης του 2019 δεν διαθέτει έρεισμα στο Διεθνές Δίκαιο και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων. Κατά την επιχειρηματολογία του, η κύρωση από τη λιβυκή πλευρά δεν αρκεί για να προσδώσει στη συμφωνία νομική ισχύ την οποία, σύμφωνα με την Αθήνα, εξαρχής δεν διαθέτει.
«Δεν υπάρχει καμία συνέπεια. Το μνημόνιο δεν πρόκειται να εφαρμοστεί, γιατί δεν παράγει έννομα αποτελέσματα», ανέφερε χαρακτηριστικά, θέλοντας να καταστήσει σαφές ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν θεωρεί πως η συγκεκριμένη εξέλιξη ανατρέπει το νομικό πλαίσιο στο οποίο στηρίζει τις θέσεις της.
«Δεν ήταν στο χέρι της Ελλάδας να το αποτρέψει»
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκε και το ερώτημα κατά πόσο η Αθήνα θα μπορούσε να είχε παρέμβει αποτελεσματικότερα, ώστε να αποτρέψει την επικύρωση του μνημονίου από τη λιβυκή Βουλή. Ο υπουργός Εξωτερικών παραδέχθηκε ότι η έκβαση της διαδικασίας δεν εξαρτιόταν από την ελληνική πλευρά, επιχειρώντας να διαχωρίσει τις διπλωματικές δυνατότητες της χώρας από τις αποφάσεις που λαμβάνονται στο εσωτερικό της Λιβύης.
Όπως υπενθύμισε, το επίμαχο μνημόνιο υπογράφηκε το 2019 από την τότε κυβέρνηση της δυτικής Λιβύης, ενώ η Τουρκία επιδίωκε έκτοτε να εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική επικύρωσή του. Η πρόσφατη εξέλιξη εντάσσεται, επομένως, σε μια μακρόχρονη προσπάθεια της Άγκυρας να ενισχύσει πολιτικά τη συμφωνία και να διατηρήσει ενεργές τις διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο κ. Γεραπετρίτης υποστήριξε ότι η ελληνική διπλωματία δεν έχει μείνει αδρανής απέναντι σε αυτές τις κινήσεις. Αντιθέτως, επικαλέστηκε τις επαφές με ξένους ομολόγους του, τις παρεμβάσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο και την αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να υπογραμμίσει ότι η Αθήνα έχει κινητοποιήσει τους διαθέσιμους διπλωματικούς διαύλους.
Στο ίδιο πλαίσιο ενέταξε και τις ενεργειακές έρευνες νοτίως της Κρήτης, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα έχει ήδη προχωρήσει σε συγκεκριμένες ενέργειες για την άσκηση των δικαιωμάτων της. Η αναφορά αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η αντιπαράθεση γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο δεν περιορίζεται στο επίπεδο των διπλωματικών ανακοινώσεων, αλλά συνδέεται άμεσα με τις θαλάσσιες ζώνες, την ενεργειακή αξιοποίηση και τους ευρύτερους γεωπολιτικούς συσχετισμούς στην περιοχή.
Αναφορικά, εξάλλου, με το ενδεχόμενο επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, ο υπουργός επανέλαβε ότι η σχετική απόφαση αποτελεί αποκλειστικό δικαίωμα της Ελλάδας. Όπως τόνισε, η Αθήνα θα επιλέξει η ίδια τον χρόνο και τον τρόπο άσκησής του, χωρίς να συνδέει την επιλογή αυτή με τις πιέσεις ή τις αντιδράσεις της Τουρκίας.
«Μόνο από την Ελλάδα θα ζητηθεί άδεια» για το καλώδιο
Σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα επιχείρησε να εκπέμψει ο Γιώργος Γεραπετρίτης και αναφορικά με την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου, ένα έργο που βρίσκεται στο επίκεντρο των περιφερειακών ανταγωνισμών και των αντιπαραθέσεων για τις θαλάσσιες έρευνες στην Ανατολική Μεσόγειο.
«Η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα από την οποία θα ζητηθεί άδεια για τη διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου», δήλωσε, απορρίπτοντας κάθε ενδεχόμενο να αναγνωριστεί στην Τουρκία ρόλος συναρμόδιας χώρας ή δικαίωμα έγκρισης για την υλοποίηση του έργου.
Ο υπουργός Εξωτερικών διέψευσε, παράλληλα, τα σενάρια περί συνεννόησης της ελληνικής κυβέρνησης με την τουρκική πλευρά για το καλώδιο, επιδιώκοντας να βάλει τέλος στις σχετικές εικασίες.
«Δεν υπάρχει καμία συνεννόηση με την Τουρκία για το καλώδιο», ξεκαθάρισε, προσθέτοντας ότι η Ελλάδα είναι προετοιμασμένη για κάθε ενδεχόμενο.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε, επίσης, στον ευρωπαϊκό χαρακτήρα της ηλεκτρικής διασύνδεσης, σημειώνοντας ότι πρόκειται για έργο που χρηματοδοτείται από ευρωπαϊκούς πόρους και συνδέεται με γαλλικά συμφέροντα. Με αυτόν τον τρόπο, επιχείρησε να αναδείξει ότι η συγκεκριμένη πρωτοβουλία δεν αποτελεί μια υπόθεση περιορισμένης ελληνικής εμβέλειας, αλλά ένα έργο με ευρύτερες ευρωπαϊκές προεκτάσεις και γεωπολιτική σημασία.
Η Ελλάδα «τρέχει» ξανά πίσω από τις εξελίξεις για το τουρκολιβυκό μνημόνιο: «Δεν μπορούσαμε να το αποτρέψουμε, αλλά δεν θα εφαρμοστεί!» λέει κατόπιν εορτής ο Γεραπετρίτης
Οι δηλώσεις του έρχονται σε μια περίοδο κατά την οποία η τουρκική διπλωματία επαναφέρει τις αξιώσεις της σχετικά με τις θαλάσσιες έρευνες στην περιοχή, θέτοντας ζητήματα προηγούμενης γραπτής ενημέρωσης. Έτσι, πέρα από τη ρητή διατύπωση της ελληνικής θέσης, το κρίσιμο ζήτημα μεταφέρεται πλέον στο πεδίο της πρακτικής εφαρμογής: κατά πόσο θα μπορέσουν να συνεχιστούν οι εργασίες και πώς θα αντιμετωπιστούν τυχόν αντιδράσεις επί του πεδίου.
Η διαβεβαίωση της Αθήνας ότι δεν πρόκειται να ζητηθεί τουρκική άδεια αποτυπώνει τη θεσμική θέση της κυβέρνησης. Η εξέλιξη της υπόθεσης, ωστόσο, θα εξαρτηθεί και από τους πραγματικούς συσχετισμούς στην περιοχή, καθώς και από τη διαχείριση πιθανών νέων εντάσεων.
Σκληρή απάντηση στον Σαμαρά: «Βαθύτατη μισαλλοδοξία»
Εάν στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών σχέσεων ο υπουργός Εξωτερικών επέλεξε να κινηθεί με κατηγορηματικές διατυπώσεις, στο εσωτερικό πολιτικό πεδίο η αντιπαράθεση με τον Αντώνη Σαμαρά προσέλαβε σαφώς πιο προσωπικά χαρακτηριστικά.
Ο Γιώργος Γεραπετρίτης απάντησε σε υψηλούς τόνους στην κριτική του πρώην πρωθυπουργού για τους κυβερνητικούς χειρισμούς στα ελληνοτουρκικά, απορρίπτοντας τις αναφορές περί εθνικής ήττας και αποδίδοντας στον κ. Σαμαρά μια βαθύτερη πολιτική στάση, την οποία θεωρεί προβληματική.
Ειδικότερα, ο υπουργός Εξωτερικών υποστήριξε ότι ο πρώην πρωθυπουργός «διέπεται από μια βαθύτατη μισαλλοδοξία», εκτιμώντας ότι οι τοποθετήσεις του υπερβαίνουν τα όρια της συνήθους πολιτικής αντιπαράθεσης. Με τη συγκεκριμένη αναφορά, η κυβερνητική απάντηση δεν περιορίστηκε στην ουσία της κριτικής για το τουρκολιβυκό μνημόνιο, αλλά επεκτάθηκε και στην αξιολόγηση των κινήτρων και της πολιτικής στάσης του επικριτή της.
Σύμφωνα με τον κ. Γεραπετρίτη, η προτεραιότητα θα έπρεπε να είναι η καταδίκη της τουρκολιβυκής συμφωνίας και η ανάδειξη των προβλημάτων που αυτή δημιουργεί, αντί της απόδοσης ευθυνών στην ελληνική κυβέρνηση. Η επιχειρηματολογία του αποτυπώνει την προσπάθεια του Μεγάρου Μαξίμου να υπερασπιστεί τη διπλωματική του στρατηγική, παρουσιάζοντάς την ως μια πολιτική που βασίζεται σε διεθνείς συμμαχίες, θεσμικές παρεμβάσεις και σταδιακή άσκηση των ελληνικών δικαιωμάτων.
Η αντιπαράθεση, πάντως, αναδεικνύει το χάσμα που εξακολουθεί να υπάρχει στο εσωτερικό της ελληνικής πολιτικής σκηνής ως προς τον τρόπο αντιμετώπισης της Τουρκίας και την αξιολόγηση των διπλωματικών επιλογών της Αθήνας. Από τη μία πλευρά, η κυβέρνηση επιμένει ότι οι κινήσεις της εντάσσονται σε έναν συγκεκριμένο σχεδιασμό, με στόχο την ενίσχυση της ελληνικής θέσης μέσω της διπλωματίας και των ευρωπαϊκών συνεργασιών. Από την άλλη, ο Αντώνης Σαμαράς ασκεί έντονη κριτική, αμφισβητώντας την αποτελεσματικότητα των κυβερνητικών χειρισμών απέναντι στις τουρκικές διεκδικήσεις.
Το διπλό στοίχημα της Αθήνας
Η επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της ανατολικής Λιβύης συνιστά μια εξέλιξη με σαφές πολιτικό και διπλωματικό αποτύπωμα, ανεξάρτητα από την ελληνική αμφισβήτηση της νομικής του ισχύος. Η Αθήνα επιμένει ότι η συμφωνία δεν παράγει έννομα αποτελέσματα εις βάρος της, ενώ ταυτόχρονα καλείται να διαχειριστεί τις ενδεχόμενες πρακτικές συνέπειες των τουρκικών διεκδικήσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις του Γιώργου Γεραπετρίτη επιχειρούν να διαμορφώσουν ένα σαφές μήνυμα σε δύο κατευθύνσεις: προς το εξωτερικό, ότι η Ελλάδα δεν αναγνωρίζει στη συμφωνία νομική ισχύ και δεν προτίθεται να αποδεχθεί τουρκικό ρόλο στην ηλεκτρική διασύνδεση με την Κύπρο· και προς το εσωτερικό, ότι η κυβέρνηση θεωρεί τη διπλωματική στρατηγική της επαρκή για την υπεράσπιση των ελληνικών θέσεων.
Το βασικό ερώτημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό. Η κοινοβουλευτική επικύρωση αποτελεί πλέον δεδομένο, όπως δεδομένη είναι και η επίσημη ελληνική απόρριψη του μνημονίου. Εκείνο που μένει να φανεί είναι εάν και με ποιον τρόπο θα επιχειρηθεί η πρακτική αξιοποίηση των θαλάσσιων διεκδικήσεων που συνδέονται με αυτό, αλλά και πώς θα αντιδράσει η Αθήνα σε περίπτωση που οι διπλωματικές διαφωνίες μεταφερθούν στο πεδίο.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα