EΛΛΑΔΑΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά: Οι 10 κίνδυνοι που έπρεπε να προβλεφθούν αλλά η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε να αγνοήσει

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Πίσω από την επικοινωνιακή προσπάθεια εξωραϊσμού της συμφωνίας, αναδεικνύεται μια διαφορετική πραγματικότητα: η ελληνική διπλωματία αποδέχθηκε έναν ετεροβαρή συμβιβασμό, ο οποίος όχι μόνο δεν εγγυάται τη μακροπρόθεσμη επιβίωση της Ιεράς Μονής στο Όρος Σινά, αλλά ενδέχεται να υπονομεύσει την ίδια την ιστορική και θεσμική της ταυτότητα.

Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά: Οι 10 κίνδυνοι που έπρεπε να προβλεφθούν αλλά η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε να αγνοήσει

Η περιπέτεια της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης στο Θεοβάδιστο όρος Σινά δεν προέκυψε ξαφνικά. Η σταδιακή παγίδευσή της διαμορφώθηκε μέσα από διαδοχικές δικαστικές αντιπαραθέσεις και διεκδικήσεις σε βάρος της, οι οποίες αποδίδονται σε σκοτεινούς κύκλους του ακραίου Ισλάμ που εξακολουθούν να διατηρούν υπόγεια δράση στην Αίγυπτο. Και όλα αυτά παρά τα μέτρα καταστολής και τις φυλακίσεις στελεχών της Μουσουλμανικής Αδελφότητας και άλλων οργανώσεων από την κυβέρνηση του Αλ Σίσι.

Η υπόθεση βρίσκεται σε εξέλιξη ήδη από το 2015, αμέσως μετά την πολιτική μεταβολή στην Αίγυπτο. Παρ’ όλα αυτά, οι διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις επέδειξαν την ίδια γνώριμη αδράνεια της Αθήνας, αφήνοντας τους κινδύνους να συσσωρεύονται χωρίς ουσιαστική αντιμετώπιση. Όταν η κυρίαρχη αντίληψη είναι «έχει ο Θεός», η κατάληξη δεν μπορεί παρά να είναι κάποια στιγμή το «Αμήν»! Και σε αυτή την περίπτωση, φτάσαμε πράγματι στο «Αμήν».

Η ανακοίνωση της συμφωνίας ανάμεσα στην Ιερά Μονή Σινά και το αιγυπτιακό κράτος συνοδεύτηκε από πανηγυρικούς τόνους και επικοινωνιακές θριαμβολογίες εκ μέρους της Αθήνας. Το κυβερνητικό επιτελείο έσπευσε να μιλήσει για «ιστορική κατοχύρωση» και «διέξοδο στο αδιέξοδο», υποστηρίζοντας ότι η υπογραφή της συμφωνίας απέτρεψε μια επικείμενη αρνητική απόφαση του Ανώτατου Ακυρωτικού Δικαστηρίου της Αιγύπτου, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει στην απομάκρυνση των μοναχών.

Η εικόνα, ωστόσο, που διαμορφώνεται πίσω από αυτή την προσεκτικά σκηνοθετημένη αισιοδοξία είναι εντελώς διαφορετική. Η ελληνική διπλωματία φαίνεται να συνέβαλε στην επίτευξη ενός δυσανάλογου συμβιβασμού, ο οποίος δεν εξασφαλίζει το μέλλον της Μονής στο Σιναίο Ορος, αλλά δημιουργεί νέες εστίες κινδύνου για την ιστορική της συνέχεια και την αυτονομία της.

Η επίκληση ενός «ξαφνικού νομικού κινδύνου», προκειμένου να αιτιολογηθεί η βιασύνη για την υπογραφή, δεν αντέχει σε ιστορική εξέταση. Η Μονή της Αγίας Αικατερίνης βρίσκεται αδιάλειπτα στο ίδιο σημείο εδώ και δεκαπέντε αιώνες. Μόνο αυτό το ιστορικό δεδομένο θα έπρεπε να έχει προκαλέσει γενικό συναγερμό στον ελληνικό κόσμο και στην Ορθοδοξία, ώστε να υπάρξει συντονισμένη κινητοποίηση για την αποτροπή των πραγματικών απειλών. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν συνέβη.

Η εξέλιξη της υπόθεσης συνιστά ένα από τα πλέον σύνθετα και καθοριστικά ζητήματα για τον σύγχρονο ορθόδοξο κόσμο. Η διαχείρισή της δεν περιορίζεται σε μια διμερή διπλωματική διαφορά, αλλά εμπλέκει ένα ευρύ φάσμα νομικών, διοικητικών και εθνικών παραμέτρων. Η αξιολόγηση των κινδύνων που απειλούν την ιστορική συνέχεια και την αυτοδιοίκητη λειτουργία της Μονής καθίσταται πλέον επιτακτική, ιδίως καθώς προστίθενται δύο ιδιαίτερα σοβαρές εκκρεμότητες: η νομιμότητα της εκπροσώπησης και των υπογραφών, αλλά και η ευρύτερη γεωπολιτική πραγματικότητα που συνδέεται με τον εκτοπισμό των χριστιανικών πληθυσμών από τη Μέση Ανατολή.

1. Αμφισβήτηση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος

Στον πυρήνα των απειλών βρίσκεται το ενδεχόμενο αμφισβήτησης των ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων της Μονής πάνω στις εκτάσεις και τα μετόχια που της ανήκουν ιστορικά. Κάθε υποχώρηση ή ασάφεια στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με το αιγυπτιακό κράτος μπορεί να δημιουργήσει ένα εξαιρετικά επικίνδυνο προηγούμενο, δίνοντας τη δυνατότητα στις τοπικές Αρχές να αντιμετωπίσουν τις μοναστηριακές γαίες ως «κρατική ή δημόσια περιουσία».

Το πρόβλημα εντείνεται από το γεγονός ότι δεν υπάρχουν σύγχρονοι και απολύτως αδιαμφισβήτητοι τίτλοι ιδιοκτησίας, πλήρως προσαρμοσμένοι στις απαιτήσεις του ισχύοντος αιγυπτιακού Δικαίου. Αυτό συμβαίνει παρά την ύπαρξη σημαντικών ιστορικών τεκμηρίων, όπως τα χρυσόβουλα και τα φιρμάνια, μεταξύ των οποίων και το Αχτιναμέ του Μωάμεθ. Η απόσταση ανάμεσα στην ιστορική κατοχύρωση και τη σύγχρονη νομική αναγνώριση αφήνει ένα επικίνδυνο περιθώριο, μέσα από το οποίο θα μπορούσε να προχωρήσει σταδιακά η απαλλοτρίωση των μοναστηριακών περιουσιακών στοιχείων.

2. Ο κίνδυνος της πλήρους υπαγωγής στο αιγυπτιακό σύστημα

Μια δεύτερη, εξίσου κρίσιμη απειλή συνδέεται με την πιθανότητα η Μονή να ενταχθεί ολοκληρωτικά στο διοικητικό και νομικό πλαίσιο της Αιγύπτου, χάνοντας σταδιακά τη διεθνή της ιδιαιτερότητα.

Εάν γίνει αποδεκτό ένα καθεστώς που θα την εξομοιώνει με ένα συνηθισμένο αιγυπτιακό θρησκευτικό ίδρυμα ή μια τοπική ΜΚΟ, τότε θα αποδυναμωθεί το διεθνές της αποτύπωμα ως μνημείου παγκόσμιας πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς. Η μετατροπή της σε έναν φορέα που υπόκειται αποκλειστικά στους εγχώριους θεσμούς θα προσφέρει στο Κάιρο τη δυνατότητα να παρεμβαίνει, ακόμη και μέσω νομοθετικών διαταγμάτων, σε ζητήματα εσωτερικής διοίκησης, στην ανάδειξη των μοναχών και στη διαχείριση των οικονομικών και περιουσιακών της πόρων.

Με αυτόν τον τρόπο, το παραδοσιακό καθεστώς αυτοδιοίκησης της Μονής κινδυνεύει να αποδυναμωθεί μέχρι πλήρους εξάλειψης.

3. Απώλεια του δικαιώματος νομικής προσφυγής και υπεράσπισης

Ιδιαίτερα καταστροφικές θα μπορούσαν να αποδειχθούν οι συνέπειες μιας συμβιβαστικής ρύθμισης που θα υποχρέωνε τη Μονή να παραιτηθεί από υφιστάμενα ή μελλοντικά ένδικα μέσα.

Μια τέτοια δέσμευση θα περιόριζε δραστικά τις δυνατότητες της Αδελφότητας να διεκδικήσει δικαστικά την προστασία των δικαιωμάτων της, είτε ενώπιον των ανώτατων δικαστηρίων της Αιγύπτου είτε ενώπιον διεθνών θεσμών, όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή η UNESCO.

Advertisement

Σε περίπτωση μελλοντικής παραβίασης των συμφωνηθέντων, η Μονή θα μπορούσε να βρεθεί χωρίς ουσιαστικά νομικά μέσα αντίδρασης. Θα εξαρτιόταν από τις αποφάσεις και τις διαθέσεις της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, έχοντας ουσιαστικά αποδεχθεί εκ των προτέρων τον περιορισμό των ίδιων των δυνατοτήτων αυτοπροστασίας της.

4. Η αβεβαιότητα ως προς την τήρηση των δεσμεύσεων από το Κάιρο

Η ιστορική εμπειρία καταδεικνύει ότι οι προφορικές εγγυήσεις, ακόμη και οι επίσημες διμερείς πολιτικές συμφωνίες, δεν προσφέρουν πάντοτε σταθερή προστασία, ιδιαίτερα όταν συνάπτονται με αυταρχικά καθεστώτα ή κυβερνήσεις που ενδέχεται να μεταβάλουν τη στρατηγική τους.

Εάν στο μέλλον το Κάιρο αποφασίσει να μην τηρήσει τις δεσμεύσεις του, είτε εξαιτίας εσωτερικών πολιτικών πιέσεων είτε λόγω αλλαγής της κρατικής στρατηγικής ή ακόμη και μεταβολής της ίδιας της εξουσίας, η Μονή ενδέχεται να στερηθεί κάθε ουσιαστικό μέσο άσκησης πίεσης. Είναι γνωστό ότι ο Αλ Σίσι διατηρεί την εξουσία με έξωθεν ενέσεις.

Οι σημερινές διαβεβαιώσεις για προστασία και διατήρηση του status quo μπορούν εύκολα να υποχωρήσουν μπροστά σε μια επίκληση λόγων «εθνικής ασφάλειας» στη Χερσόνησο του Σινά. Έτσι, όσα σήμερα εμφανίζονται ως εγγυήσεις είναι δυνατόν αύριο να αποδειχθούν απλώς διακηρύξεις χωρίς πραγματικό αντίκρισμα.

Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά: Οι 10 κίνδυνοι που έπρεπε να προβλεφθούν αλλά η κυβέρνηση Μητσοτάκη επέλεξε να αγνοήσει

5. Η παγίδα της νομικής ασάφειας

Ένας ακόμη κίνδυνος αφορά τη δημιουργία ενός μεταβατικού νομικού καθεστώτος, μιας ενδιάμεσης γκρίζας περιοχής, στην οποία οι παλαιότερες διατάξεις προστασίας θα έχουν πάψει να ισχύουν, χωρίς όμως να έχει διαμορφωθεί ένα σαφές και πλήρως εφαρμόσιμο νέο πλαίσιο.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το νομικό κενό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τοπικούς παράγοντες, στρατιωτικές διοικήσεις ή φανατικά στοιχεία, τα οποία θα αποκτούσαν περιθώριο αυθαίρετων ενεργειών σε βάρος της Μονής. Η τελευταία, από την πλευρά της, θα δυσκολευόταν να επικαλεστεί συγκεκριμένες και δεσμευτικές διατάξεις που θα κατοχυρώνουν αποτελεσματικά την προστασία της.

Το αποτέλεσμα θα ήταν η παγίωση μιας κατάστασης παρατεταμένης αβεβαιότητας, με τη Μονή να παραμένει εκτεθειμένη σε διαρκείς πιέσεις.

6. Το ζήτημα της υπογραφής και η αμφισβήτηση της νομιμοποίησης

Πέρα από τους παραπάνω κινδύνους, ανακύπτει ένα άμεσο και εξαιρετικά σοβαρό θεσμικό ζήτημα, το οποίο αφορά τον ίδιο τον πυρήνα της συμφωνίας: «Ποιος διαθέτει τη νόμιμη εξουσία να υπογράψει οποιαδήποτε συμφωνία εκ μέρους της μονής;»

Το παράδοξο γύρω από τη νόμιμη εκπροσώπηση αγγίζει τα όρια του παραλογισμού. Η αιγυπτιακή κυβέρνηση εξακολουθεί να αρνείται την επίσημη αναγνώριση του Αρχιεπισκόπου Συμεών. Το γεγονός, ωστόσο, ότι αποδέχθηκε την υπογραφή του δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα. Κατά την κριτική αυτή προσέγγιση, το Κάιρο αξιοποίησε την ασκητική Αδελφότητα για να προσδώσει νομιμοποίηση στη δική του κυριαρχική επιρροή, αφήνοντας ταυτόχρονα άλυτο ένα τεράστιο νομικό ζήτημα.

Ο Αρχιεπίσκοπος Σινά, Φαράν και Ραϊθούς, Συμεών, βρίσκεται έτσι αντιμέτωπος με μια εξαιρετικά δύσκολη θεσμική πραγματικότητα. Η κυβέρνηση του προέδρου Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι δεν αναγνωρίζει τη νομική του υπόσταση και το εκκλησιαστικό του αξίωμα. Η συγκεκριμένη στάση δημιουργεί ένα αδιέξοδο με δυνητικά καταλυτικές συνέπειες. Εάν ο ίδιος ο Συμεών προχωρήσει στην υπογραφή, υπάρχει ο κίνδυνος το αιγυπτιακό κράτος να αμφισβητήσει εκ των υστέρων την εγκυρότητα της συμφωνίας, επικαλούμενο «έλλειψη νομιμοποίησης» του προσώπου που την υπέγραψε.

Στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή την υπογραφή αναλάβει άλλο πρόσωπο, το οποίο θα έχει την αποδοχή του Καΐρου αλλά όχι την αναγνώριση της εκκλησιαστικής τάξης και του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, τότε η κρίση μεταφέρεται στο εσωτερικό της ίδιας της Μονής. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει εσωτερικό σχίσμα και να ανατρέψει την κανονική εκκλησιαστική λειτουργία της.

Η στρατηγική διάσταση της παγίδας είναι εμφανής: το Κάιρο αποκτά τη δυνατότητα να επηρεάσει την επιλογή του συνομιλητή του και, κατ’ επέκταση, τη διοικητική ηγεσία της Μονής. Παράλληλα, μια μελλοντική κυβέρνηση στην Αίγυπτο, με διαφορετική ή εχθρική στάση απέναντί της, θα μπορούσε να επιχειρήσει την ακύρωση της συμφωνίας μέσω των δικαστηρίων, υποστηρίζοντας ότι ο εκπρόσωπος που έθεσε την υπογραφή του δεν είχε τη νόμιμη εξουσιοδότηση να δεσμεύσει τη Μονή.

7. Η αβέβαιη παραμονή των Ελλήνων μοναχών

Το καθεστώς διαμονής των Ελλήνων μοναχών στην Αίγυπτο εξακολουθεί να αποτελεί μια σημαντική εκκρεμότητα. Μέχρι σήμερα, η Αδελφότητα αντιμετώπιζε επανειλημμένα γραφειοκρατικά εμπόδια κατά την έκδοση και ανανέωση των αδειών παραμονής. Η νέα συμφωνία δεν φαίνεται να εξαλείφει αυτή την αβεβαιότητα.

Η πολυδιαφημισμένη δυνατότητα «μακράς διάρκειας» παραμονής δεν συνεπάγεται μόνιμη κατοχύρωση, καθώς αφορά άδειες πενταετούς ή δεκαετούς ισχύος, οι οποίες υπόκεινται σε ανανέωση. Κατά συνέπεια, οι μοναχοί εξακολουθούν να εξαρτώνται από τις αποφάσεις των αιγυπτιακών Αρχών, παραμένοντας ουσιαστικά σε μια κατάσταση διαρκούς ομηρίας.

Η άρνηση ανανέωσης των αδειών θα μπορούσε να αποτελέσει ένα απολύτως τυπικό, αλλά εξαιρετικά αποτελεσματικό μέσο άσκησης πίεσης ή ακόμη και έμμεσης απομάκρυνσης των Ελλήνων μοναχών, χωρίς να απαιτηθεί ανοιχτή παραβίαση της συμφωνίας από την πλευρά του αιγυπτιακού κράτους.

Η επίσημη επιχειρηματολογία θέλει τη συγκεκριμένη ρύθμιση να διασφαλίζει ότι η Μονή θα εξακολουθήσει να στελεχώνεται από την ελληνική Αδελφότητα, διατηρώντας αναλλοίωτη τη σύνθεσή της στο πέρασμα του χρόνου. Το κρίσιμο ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αναπάντητο: τι θα συμβεί εάν κάποια μελλοντική αιγυπτιακή Αρχή αποφασίσει να μην ανανεώσει ή να ανακαλέσει τις σχετικές άδειες;

8. Ο έλεγχος των κειμηλίων και της ιστορικής βιβλιοθήκης

Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα αφορά τη διαχείριση των ανεκτίμητων πολιτιστικών και θρησκευτικών θησαυρών της Μονής. Η βιβλιοθήκη της Αγίας Αικατερίνης συγκαταλέγεται στις σημαντικότερες παγκοσμίως, καταλαμβάνοντας τη δεύτερη θέση μετά τη βιβλιοθήκη του Βατικανού ως προς τον πλούτο των θρησκευτικών χειρογράφων της.

Η ευθύνη για τη φύλαξη, τη συντήρηση και την πνευματική αξιοποίηση των πολύτιμων κειμηλίων, μεταξύ των οποίων χειρόγραφα και εικόνες, παραμένει στα χέρια των μοναχών. Ωστόσο, η τελική αρμοδιότητα για την έγκριση της εξαγωγής ή του δανεισμού τους εκτός Αιγύπτου εξακολουθεί να ανήκει στο Κάιρο.

Η συγκεκριμένη πρόβλεψη δημιουργεί έναν σαφή περιορισμό. Οι αιγυπτιακές Αρχές διατηρούν τη δυνατότητα να εμποδίσουν την παρουσίαση και προβολή των θησαυρών της Μονής εκτός της χώρας, ακόμη και όταν κάτι τέτοιο αποτελεί επιθυμία της Εκκλησίας. Για μία ακόμη φορά, επομένως, ο τελικός λόγος παραμένει στην αιγυπτιακή πλευρά.

9. Η ασφάλεια της περιοχής και το σχέδιο τουριστικής αξιοποίησης

Παράλληλα με τις διαπραγματεύσεις για το καθεστώς της Μονής, η Αίγυπτος προωθεί στη Χερσόνησο του Σινά ένα μεγάλου μεγέθους επενδυτικό πρόγραμμα, γνωστό ως «The Great Transfiguration» («Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός»), με βασικό στόχο την τουριστική ανάπτυξη της περιοχής.

Σύμφωνα με τις προβλέψεις της συμφωνίας, η περιμετρική ζώνη γύρω από τα τείχη της Μονής τίθεται υπό αυστηρό καθεστώς προστασίας, προκειμένου να αποτραπεί η ανεξέλεγκτη οικοδόμηση και η εμπορευματοποίησή της. Ωστόσο, πίσω από αυτή τη διατύπωση αναδύεται μια ευρύτερη στρατηγική ανάπλασης, στο πλαίσιο της οποίας η ιστορική Μονή φαίνεται να εντάσσεται σε ένα συνολικό σχέδιο τουριστικής αξιοποίησης του Σινά, μετατρεπόμενη σταδιακά σε σημαντικό τουριστικό πόλο. Σε αυτή την κατεύθυνση έδωσε τη συναίνεσή του και το Μαξίμου…

10. Η γεωπολιτική διάσταση: Ο εκτοπισμός των χριστιανών και το σχέδιο του «Νέου Ισλάμ»

Η υπόθεση της Αγίας Αικατερίνης δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από τις ευρύτερες και ιδιαίτερα ανησυχητικές γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Στην περιοχή διαμορφώνεται, σύμφωνα με αυτή την ανάλυση, μια συστηματική και πολυεπίπεδη προσπάθεια εκδίωξης και εξαφάνισης χριστιανικών πληθυσμών από τις ιστορικές τους εστίες.

Σκοτεινοί κύκλοι που συνδέονται με το λεγόμενο «Νέο Ισλάμ», ένα ιδεολογικό μείγμα θρησκευτικού φονταμενταλισμού και επιθετικού εθνικισμού, φέρονται να επιδιώκουν τη γεωγραφική και πολιτισμική ομογενοποίηση της ευρύτερης περιοχής.

Τα παραδείγματα της Συρίας και του Ιράκ είναι αποκαλυπτικά. Αρχαίες χριστιανικές κοινότητες αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις πατρογονικές τους εστίες, ιστορικοί ναοί καταστράφηκαν ολοσχερώς και η χριστιανική παρουσία περιορίστηκε δραματικά. Η τραγική αυτή εμπειρία προβάλλει ως ένα δυσοίωνο προηγούμενο για όσα θα μπορούσαν να ακολουθήσουν και στη Χερσόνησο του Σινά.

Η Μονή της Αγίας Αικατερίνης αποτελεί το τελευταίο μεγάλο προπύργιο του χριστιανισμού και του Ελληνισμού σε αυτή την περιοχή. Η πίεση που δέχεται, είτε μέσα από διοικητικούς περιορισμούς και θεσμική αποδυνάμωση είτε μέσω της ενδεχόμενης δημογραφικής μεταβολής της ευρύτερης περιοχής, με την εγκατάσταση φανατικών πληθυσμιακών ομάδων, εντάσσεται σε μια ευρύτερη γεωπολιτική προβληματική.

Το διακύβευμα, σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, δεν περιορίζεται στο μέλλον ενός ιστορικού μοναστηριού. Συνδέεται με την προοπτική πλήρους αποχριστιανοποίησης της Μέσης Ανατολής και την εξαφάνιση των ιστορικών μαρτυριών που αποδεικνύουν ότι ο χριστιανισμός είχε βαθιές ρίζες στην περιοχή πολλούς αιώνες πριν από την εμφάνιση του Ισλάμ.

Η δημοσιοποίηση της συμφωνίας και οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις

Η μη επίσημη δημοσιοποίηση της συμφωνίας, καθώς και η απουσία της από τις διαδικασίες κοινοβουλευτικής ενημέρωσης, έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις από τα πολιτικά κόμματα. Η αντιπολίτευση εκφράζει την υποψία ότι η κυβέρνηση αποφεύγει να δώσει στη δημοσιότητα το ακριβές περιεχόμενο και τις επιμέρους διατυπώσεις του κειμένου.

Από την πλευρά του, το υπουργείο Εξωτερικών υποστηρίζει ότι η συμφωνία θα δημοσιοποιηθεί μόλις ολοκληρωθεί η διαδικασία και τεθούν οι τελευταίες τυπικές υπογραφές από τις αιγυπτιακές Αρχές.

Η ιστορική διαδρομή της Ιεράς Μονής Σινά είναι μακρά και γεμάτη δοκιμασίες. Κατάφερε να επιβιώσει από τη διακυβέρνηση Βυζαντινών αυτοκρατόρων, την κυριαρχία μουσουλμανικών χαλιφάτων, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και τις μεταγενέστερες μορφές της αιγυπτιακής διοίκησης. Η διαχρονική της επιβίωση στηρίχθηκε ακριβώς στον οικουμενικό και υπερτοπικό χαρακτήρα της, καθώς και στα αυτοκρατορικά προνόμια που διασφάλιζαν την ιδιαίτερη υπόστασή της, μακριά από τις παρεμβάσεις της εκάστοτε εγχώριας γραφειοκρατίας.

Οι επίσημες ανακοινώσεις της ελληνικής κυβέρνησης για την επίτευξη συμφωνίας ανάμεσα στην Ιερά Μονή Αγίας Αικατερίνης και το αιγυπτιακό κράτος προβάλλουν κυρίως την ιστορική σημασία της εξέλιξης και την υποτιθέμενη νομική θωράκιση του μοναστηριού.

Η Αθήνα επισημαίνει ότι, μέσω ενός ειδικού και νομικά δεσμευτικού κειμένου, διασφαλίζονται ο θρησκευτικός χαρακτήρας της Μονής, η απρόσκοπτη συνέχιση της μοναστικής ζωής, καθώς και η αποκλειστική χρήση και κατοχή των λατρευτικών χώρων από την Αδελφότητα, υπό την εγγύηση του αιγυπτιακού κράτους.

Ωστόσο, με τις νέες ρυθμίσεις η μονή υποβιβάζεται ουσιαστικά σε ένα εσωτερικό θρησκευτικό ίδρυμα (Βακούφιο – Waqf) που υπάγεται πλήρως στο εσωτερικό Δίκαιο του Καΐρου. Πρόκειται για μια τραγική υποχώρηση, καθώς στερεί από το Σινά τη διεθνή του ασπίδα και το μετατρέπει από παγκόσμιο κειμήλιο της Ορθοδοξίας σε ένα απλό, εγχώριο νομικό πρόσωπο, έρμαιο της αιγυπτιακής διοίκησης

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button