TOP ΝΕΑ

Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας- Κύπρου: Πώς οι παράνομες διεκδικήσεις κι οι επίμονες απαιτήσεις του Ερντογάν στο Αιγαίο «ανοίγουν την όρεξη» όλων των αναθεωρητικών δυνάμεων του κόσμου

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Τα βλέμματα όλων των αναθεωρητικών δυνάμεων του πλανήτη είναι πλέον στραμμένα στην Κάσο.

Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας- Κύπρου: Πώς οι παράνομες διεκδικήσεις κι οι επίμονες απαιτήσεις του Ερντογάν στο Αιγαίο «ανοίγουν την όρεξη» όλων των αναθεωρητικών δυνάμεων του κόσμου

Η ανταλλαγή NAVTEX και αντι-NAVTEX μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας, με αφορμή την ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας – Κύπρου, δεν αποτελεί απλώς ακόμη ένα επεισόδιο στις ελληνοτουρκικές διαφορές.

Συνιστά μια κρίσιμη δοκιμασία για τα όρια του διεθνούς δικαίου, την οποία παρακολουθούν με ιδιαίτερη προσοχή όσοι επιδιώκουν να αναθεωρήσουν υφιστάμενα σύνορα, δικαιώματα και διεθνείς κανόνες. Όλοι περιμένουν να διαπιστώσουν μέχρι πού μπορεί να φτάσει η Άγκυρα και, κυρίως, μέχρι πού θα της επιτραπεί να φτάσει.

Το ερώτημα που αναδύεται από την υπόθεση της Κάσου είναι εξαιρετικά σοβαρό: Μπορεί ένα κράτος που δεν έχει καν προσυπογράψει τη Σύμβαση του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας να διεκδικεί, μέσω μιας επιστολής προς τον ΟΗΕ και μιας αντι-NAVTEX, δικαίωμα «προϋπόθεση συναίνεσης» για την πόντιση ενός υποθαλάσσιου καλωδίου;

Και μάλιστα όταν η περιοχή αφορά ελληνική και κυπριακή υφαλοκρηπίδα, επομένως η απαιτούμενη άδεια είναι ελληνική; Όταν το άρθρο 79 της Σύμβασης του Μοντέγκο Μπέι προβλέπει ρητά ότι το παράκτιο κράτος δεν μπορεί να παρεμποδίσει την τοποθέτηση υποθαλάσσιων καλωδίων —ακόμη και αν υποτεθεί ότι η Τουρκία διαθέτει τέτοια ιδιότητα στην επίμαχη περιοχή, κάτι που δεν ισχύει— και ότι η συναίνεση ως προς τη χάραξη της διαδρομής αφορά αποκλειστικά τους αγωγούς; Και όταν μιλάμε για ένα έργο κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος, στο οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση συμμετέχει με χρηματοδότηση 657 εκατομμυρίων ευρώ;

Εάν η απάντηση σε αυτή την πρωτοφανή αμφισβήτηση είναι «ναι» —ακόμη και διά της σιωπής— τότε οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στο Αιγαίο. Το μήνυμα θα ταξιδέψει πολύ μακρύτερα, προσφέροντας πολύτιμο προηγούμενο σε κάθε δύναμη που επιχειρεί να επιβάλει τετελεσμένα μέσα από αυθαίρετες διεκδικήσεις και επιλεκτική ερμηνεία του διεθνούς δικαίου.

Πρώτος αποδέκτης αυτού του μηνύματος θα είναι το Πεκίνο. Το 2023, η Κίνα έκοψε τα υποθαλάσσια καλώδια που συνδέουν τα νησιά Ματσού με την Ταϊβάν. Εάν η Τουρκία κατορθώσει να εδραιώσει την αντίληψη ότι για την εγκατάσταση ενός καλωδίου σε ξένη υφαλοκρηπίδα απαιτείται ο δικός της «συντονισμός» ή η δική της «συναίνεση», τότε η Κίνα θα αποκτήσει ένα εξαιρετικά χρήσιμο προηγούμενο. Θα μπορεί να ισχυρίζεται ότι δεν σαμποτάρει τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές της Ταϊβάν, αλλά απλώς αξιώνει να «ενημερώνεται» και να «συντονίζεται» για κάθε θαλάσσιο έργο που θεωρεί ότι εμπίπτει στη δική της δικαιοδοσία.

Με άλλα λόγια, μια ενδεχόμενη ελληνική υποχώρηση στην Κάσο μπορεί να μετατραπεί σε διπλωματικό και νομικό όπλο στα χέρια του Πεκίνου.

Το ίδιο μήνυμα θα φτάσει και στο Καράκας. Η Βενεζουέλα εξακολουθεί να διεκδικεί το Εσεκίμπο, μια περιοχή που αντιστοιχεί στα δύο τρίτα της γειτονικής Γουιάνας, παρά το γεγονός ότι η διαιτητική απόφαση του 1899 την είχε επιδικάσει στη Γουιάνα.

Το ενδιαφέρον του Καράκας αναζωπυρώθηκε το 2015, όταν η ExxonMobil εντόπισε ανοικτά του Εσεκίμπο ένα από τα μεγαλύτερα κοιτάσματα πετρελαίου της δεκαετίας, στο υπεράκτιο οικόπεδο Stabroek. Από εκείνη τη στιγμή, η εδαφική διαφορά απέκτησε ακόμη μεγαλύτερη γεωπολιτική και οικονομική βαρύτητα.

Η Βενεζουέλα, όπως ακριβώς και η Τουρκία, δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, ενώ αμφισβητεί και τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου, στο οποίο έχει προσφύγει η Γουιάνα. Τον Μάρτιο του 2026, το Καράκας υποστήριξε ότι η θαλάσσια μεθόριος «δεν έχει οριστεί νομικά» και κατηγόρησε τη Γουιάνα για «μονομερείς έρευνες σε αμφισβητούμενα ύδατα».

Ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας- Κύπρου: Πώς οι παράνομες διεκδικήσεις κι οι επίμονες απαιτήσεις του Ερντογάν στο Αιγαίο «ανοίγουν την όρεξη» όλων των αναθεωρητικών δυνάμεων του κόσμου

Πρόκειται για διατυπώσεις που θυμίζουν εντυπωσιακά τη ρητορική της Άγκυρας στην υπόθεση της Κάσου. Και το ερώτημα για τη Βενεζουέλα είναι πλέον απλό: Αρκεί η επανάληψη τέτοιων ισχυρισμών, σε συνδυασμό με την παρουσία ενός περιπολικού που προσεγγίζει τις πετρελαϊκές εγκαταστάσεις της ExxonMobil, ώστε να παγώσει η παραγωγή και να επιβληθεί στην πράξη μια αμφισβητούμενη αξίωση;

Στη λίστα των χωρών που παρακολουθούν με ενδιαφέρον τις εξελίξεις βρίσκεται και το Μαρόκο. Το 2020, το κοινοβούλιο της χώρας ενέκρινε δύο νόμους με τους οποίους καθόρισε μονομερώς τις θαλάσσιες ζώνες του βασιλείου, εντάσσοντας σε αυτές ακόμη και θαλάσσιες περιοχές που συνδέονται με την κατεχόμενη Δυτική Σαχάρα.

Advertisement

Οι μονομερείς αυτές χαράξεις επεκτείνονται, σύμφωνα με τους μαροκινούς χάρτες, προς τα ύδατα των ισπανικών Καναρίων Νήσων, καλύπτοντας παράλληλα ένα υποθαλάσσιο όρος με σημαντικό ορυκτό πλούτο, πλούσιο σε κοβάλτιο.

Το Ραμπάτ δεν επιχείρησε μέχρι σήμερα να επιβάλει στην πράξη τις συγκεκριμένες νομοθετικές ρυθμίσεις. Τις διατηρεί, ωστόσο, ως ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί, περιμένοντας την κατάλληλη συγκυρία για να τις ενεργοποιήσει.

Η υπόθεση της Κάσου προσφέρει, λοιπόν, στο Μαρόκο μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ευκαιρία παρατήρησης. Θα διαπιστώσει εάν ένας μονομερής νόμος, ακόμη και χωρίς άμεση εφαρμογή, μπορεί με την πάροδο του χρόνου και την κατάλληλη πολιτική πίεση να μετατραπεί σε πραγματική αξίωση επί θαλάσσιων περιοχών που ανήκουν σε κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Υπάρχει, όμως, και ένα δεύτερο κρίσιμο ερώτημα: Θα αποδείξει η Ευρωπαϊκή Ένωση ότι είναι πραγματικά αποφασισμένη να υπερασπιστεί τα κυριαρχικά δικαιώματα και την υφαλοκρηπίδα των κρατών-μελών της ή θα αρκεστεί, για ακόμη μία φορά, σε ανέξοδες διπλωματικές ανακοινώσεις;

Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται και η ουσία της τουρκικής στρατηγικής. Η Άγκυρα λειτουργεί ως η εμπροσθοφυλακή του διεθνούς αναθεωρητισμού, αναλαμβάνοντας το ρίσκο της δοκιμής και της αμφισβήτησης. Εάν το πείραμα πετύχει, τα οφέλη δεν θα τα καρπωθεί μόνο η ίδια. Θα τα εισπράξουν, χωρίς να έχουν αναλάβει κανένα κόστος, όλες οι υπόλοιπες αναθεωρητικές δυνάμεις του πλανήτη.

Η πόντιση του καλωδίου Ελλάδας – Κύπρου εξελίσσεται, έτσι, στο φθηνότερο αλλά και πιο αποκαλυπτικό πείραμα διεθνούς δικαίου που βρίσκεται σήμερα σε εξέλιξη. Δεν απαιτούνται στρατιωτικές επιχειρήσεις ούτε ανοιχτή σύγκρουση. Αρκούν μια επιστολή στον ΟΗΕ, μια αντι-NAVTEX, η αμφισβήτηση μιας θαλάσσιας δικαιοδοσίας και η προσδοκία ότι ο αντίπαλος θα διστάσει να ασκήσει τα δικαιώματά του.

Το διακύβευμα, επομένως, ξεπερνά κατά πολύ την τύχη ενός ενεργειακού έργου. Αγγίζει την αξιοπιστία της Ελλάδας, την ευρωπαϊκή συνοχή και, κυρίως, την ίδια την ισχύ της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Εάν η Αθήνα δεν έχει προετοιμάσει με απόλυτη ακρίβεια κάθε βήμα, εάν δεν έχει διαμορφώσει μια συνεκτική στρατηγική σε στενό συντονισμό με τη Γαλλία και το σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τότε κινδυνεύει να μετατρέψει την Κάσο σε επικίνδυνο προηγούμενο. Ένα προηγούμενο που δεν θα περιοριστεί στα ελληνοτουρκικά, αλλά θα λειτουργήσει ως καταλύτης για την αποδυνάμωση ολόκληρου του διεθνούς συστήματος κανόνων για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Γιατί, τελικά, αυτό που δοκιμάζεται στην Κάσο δεν είναι μόνο η αποφασιστικότητα της Ελλάδας απέναντι στις τουρκικές αξιώσεις. Είναι το εάν το διεθνές δίκαιο εξακολουθεί να αποτελεί δεσμευτικό κανόνα για όλους ή εάν μπορεί να παραμερίζεται κάθε φορά που μια αναθεωρητική δύναμη αποφασίζει να δοκιμάσει τις αντοχές του.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button