«Για να χρησιμοποιήσω τα λόγια του Μοχάμεντ Άλι, “ταρακουνήσαμε τον κόσμο”», δήλωσε ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ μετά τη νίκη του την Πέμπτη στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών στο Μίσιγκαν, ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου.
ΗΠΑ: Ο δρόμος από το Μίσιγκαν ως τον Λευκό Οίκο- Τι σημαίνει η νίκη του Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ για τους Δημοκρατικούς- Πως μπορεί να γίνει ο πρώτος Μουσουλμάνος Γερουσιαστής στην ιστορία των ΗΠΑ
Και πράγματι, το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς μία ακόμη εσωκομματική αναμέτρηση. Ο υποψήφιος, που σε όλη τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας προέβαλε μία σαφώς αριστερότερη –τουλάχιστον για τα αμερικανικά δεδομένα– πολιτική ατζέντα, κατάφερε να επικρατήσει απέναντι στην πιο συμβατική Δημοκρατική Χέιλι Στίβενς και, μαζί της, να αφήσει εκτός κούρσας σημαντικό μέρος του κομματικού κατεστημένου.
Στο επίκεντρο της πλατφόρμας του βρέθηκαν ζητήματα που αγγίζουν άμεσα την καθημερινότητα εκατομμυρίων Αμερικανών: καθολική πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη, αντιμετώπιση του αυξανόμενου κόστους στέγασης, ρύθμιση του φοιτητικού χρέους, ενίσχυση των εργατικών σωματείων και περιορισμός της επιρροής του μεγάλου κεφαλαίου στην πολιτική ζωή. Η νίκη του, επομένως, δεν αποτελεί μόνο προσωπική επιτυχία ενός υποψηφίου που ξεκίνησε από την αριστερή πτέρυγα του κόμματος. Είναι και ένα μήνυμα προς την ηγεσία των Δημοκρατικών για το τι ζητά ένα κομμάτι της εκλογικής τους βάσης.
Τον Νοέμβριο, ο Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ θα βρεθεί αντιμέτωπος με τον πρώην Ρεπουμπλικανό βουλευτή και «εκλεκτό» του Ντόναλντ Τραμπ, Μάικ Ρότζερς. Εφόσον επικρατήσει, θα γράψει ιστορία, καθώς θα γίνει ο πρώτος μουσουλμάνος που θα υπηρετήσει στη Γερουσία των ΗΠΑ.
Η αναμέτρηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος επειδή η συγκεκριμένη έδρα βρίσκεται σήμερα στα χέρια των Δημοκρατικών. Το Μίσιγκαν δεν έχει εκλέξει Ρεπουμπλικανό γερουσιαστή από το 1994, όμως παραμένει μία από τις πλέον αμφίρροπες πολιτείες της χώρας. Το 2020 ψήφισε υπέρ του Τζο Μπάιντεν, για να περάσει τέσσερα χρόνια αργότερα στο στρατόπεδο του Ντόναλντ Τραμπ. Το ερώτημα, συνεπώς, δεν αφορά μόνο το ποιος θα κερδίσει μία έδρα στη Γερουσία, αλλά και το ποια πολιτική στρατηγική μπορεί να σταθεί απέναντι σε ένα εκλογικό σώμα που μετακινείται και δεν θεωρείται πλέον δεδομένο για κανένα από τα δύο κόμματα.
«Τα χρήματα έξω από την πολιτική»
Παιδί Αιγύπτιων μεταναστών και πρώην αξιωματούχος στον χώρο της δημόσιας υγείας, ο Ελ-Σαγέντ μπήκε στην προκριματική μάχη έχοντας στο πλευρό του την αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών. Στο στρατόπεδο αυτό ανήκουν, μεταξύ άλλων, οι Μπέρνι Σάντερς, Ελίζαμπεθ Γουόρεν και Αλεξάντρια Οκάσιο-Κορτέζ.
Η πολιτική του πρόταση στηρίχθηκε σε ένα μείγμα κοινωνικής πολιτικής και σύγκρουσης με τις παραδοσιακές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον. Καθολική υγειονομική κάλυψη, μείωση του κόστους των φαρμάκων, υψηλότερη φορολόγηση των πλουσιότερων Αμερικανών και αλλαγές στον τρόπο χρηματοδότησης των προεκλογικών εκστρατειών αποτέλεσαν βασικούς άξονες της εκστρατείας του. «Το κίνημα για να βγάλουμε το χρήμα από την πολιτική, να βάλουμε χρήματα στις τσέπες των πολιτών και να περάσουμε το Medicare for All είναι ένα μεγάλο κίνημα», δήλωσε την Τετάρτη.
Απέναντί του, η 43χρονη Χέιλι Στίβενς επένδυσε σε μία περισσότερο «μετριοπαθή» πολιτική ταυτότητα, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως την υποψήφια που θα μπορούσε να διευρύνει την εκλογική βάση των Δημοκρατικών και να προσελκύσει αναποφάσιστους και ψηφοφόρους του κέντρου.
Η Στίβενς διέθετε, θεωρητικά, αρκετά από τα πλεονεκτήματα που συνήθως συνοδεύουν έναν υποψήφιο του κομματικού μηχανισμού. Είχε τη στήριξη της κυβερνήτη του Μίσιγκαν, Γκρέτσεν Γουίτμερ, καθώς και του απερχόμενου γερουσιαστή Γκάρι Πίτερς. Είχε επίσης σημαντική οικονομική υποστήριξη και την εμπιστοσύνη ισχυρών οργανώσεων.
Παρά την ήττα της, η Στίβενς συνεχάρη τον αντίπαλό της και ανακοίνωσε ότι θα τον στηρίξει στην αναμέτρηση με τον Ρεπουμπλικανό Ρότζερς. Από την πλευρά του, ο Ελ-Σαγέντ έσπευσε ήδη από τη νικητήρια ομιλία του να στείλει μήνυμα ενότητας, καλώντας τους Δημοκρατικούς να συσπειρωθούν, ώστε ο Ρότζερς «να μη δει ποτέ το εσωτερικό της Γερουσίας».
Στη μάχη παρενέβη, όπως ήταν αναμενόμενο, και ο Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος χαρακτήρισε το αποτέλεσμα των προκριματικών στο Μίσιγκαν «σπουδαία νέα για το Ρεπουμπλικανικό κόμμα». Μέσω Truth Social, μάλιστα, επιτέθηκε στους Δημοκρατικούς, χαρακτηρίζοντας το κόμμα «χαζοκρατικό» (σ.σ. το ακριβές λογοπαίγνιο που χρησιμοποίησε ήταν «Dumbocrats»).
Πολιτικός «σεισμός»
Η σημασία της επικράτησης του Ελ-Σαγέντ ξεπερνά κατά πολύ τα γεωγραφικά όρια του Μίσιγκαν. Σε μία περίοδο κατά την οποία οι Ρεπουμπλικανοί εμφανίζονται να αντιμετωπίζουν πολιτικές πιέσεις, η βάση των Δημοκρατικών επέλεξε έναν υποψήφιο που βρίσκεται σαφώς αριστερότερα από την παραδοσιακή γραμμή του κόμματος, απορρίπτοντας μία εκπρόσωπο του κομματικού κατεστημένου.
Το Μίσιγκαν μετατρέπεται έτσι σε ένα είδος πολιτικού εργαστηρίου για τους Δημοκρατικούς. Η πολιτεία καλείται να απαντήσει σε ένα ερώτημα που αφορά ολόκληρη την παράταξη: μπορεί ένας υποψήφιος που κινητοποιεί την αριστερή βάση, εκφράζει την αγανάκτηση απέναντι στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα και αμφισβητεί τις καθιερωμένες ισορροπίες να προσεγγίσει ταυτόχρονα το ευρύτερο εκλογικό σώμα;
Η απάντηση θα έχει ιδιαίτερη σημασία για την ηγεσία των Δημοκρατικών, η οποία είχε επενδύσει στη Στίβενς. Γιατί εάν η αριστερή υποψηφιότητα μπορεί να μετατρέψει τον ενθουσιασμό της βάσης σε ψήφους σε μία πολιτεία που στράφηκε προς τον Τραμπ το 2024, τότε το επιχείρημα υπέρ μιας σαφέστερης προοδευτικής στροφής θα αποκτήσει νέα δυναμική.
Ανατρέποντας τα προγνωστικά
Η Στίβενς ξεκινούσε την κούρσα έχοντας σημαντικά πλεονεκτήματα: τη στήριξη της κομματικής ηγεσίας στην Ουάσιγκτον, πολιτική εμπειρία και ισχυρή οικονομική επιφάνεια. Η AIPAC, η Αμερικανοϊσραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων, διέθεσε 32 εκατ. δολάρια υπέρ της, ενώ συνολικά οι εξωτερικές οργανώσεις που τη στήριξαν δαπάνησαν εννέα φορές περισσότερα από όσα δαπανήθηκαν υπέρ του Ελ-Σαγέντ.
Κι όμως, το πλεονέκτημα αυτό δεν αποδείχθηκε αρκετό.
Ο Ελ-Σαγέντ εμφανίστηκε ιδιαίτερα ανταγωνιστικός στα ντιμπέιτ και στις προεκλογικές του εμφανίσεις, ενώ κατάφερε να συνδέσει τις θέσεις του με ζητήματα που βρίσκονται στην καρδιά της οικονομικής ανασφάλειας πολλών ψηφοφόρων: το κόστος της υγείας, τη φορολόγηση του πλούτου και την ανάγκη να περιοριστεί η εξάρτηση της πολιτικής από το μεγάλο κεφάλαιο.
Η επικράτησή του, ωστόσο, δεν ήταν σαρωτική. Αντίθετα, ήταν εξαιρετικά οριακή: λιγότερες από 15.000 ψήφοι –διαφορά μικρότερη της μίας ποσοστιαίας μονάδας– χώριζαν τους δύο υποψηφίους. Και αυτό αποτελεί μία σημαντική παράμετρο για τη συνέχεια.
Ο Ελ-Σαγέντ κατέγραψε υψηλά ποσοστά μεταξύ ψηφοφόρων ανώτερης εκπαίδευσης και μεσαίων εισοδηματικών στρωμάτων. Το επόμενο μεγάλο στοίχημα είναι πολύ πιο δύσκολο: να αποδείξει ότι μπορεί να διευρύνει τη συμμαχία του και να προσεγγίσει τους οικονομικά ασθενέστερους, τα εργατικά στρώματα και τις πιο λαϊκές εκλογικές δεξαμενές, από το Ντιτρόιτ μέχρι τις αγροτικές περιοχές της πολιτείας.
Η στήριξη στο Ισραήλ
Μία από τις πλέον έντονες διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στους δύο υποψηφίους ήταν η στάση τους απέναντι στο Ισραήλ και, ευρύτερα, απέναντι στην αμερικανική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή.
Ο Ελ-Σαγέντ έχει ταχθεί κατά της αμερικανικής εμπλοκής στην περιοχή, συμπεριλαμβανομένης της βοήθειας προς το Ισραήλ, ενώ η Στίβενς υποστηρίζει τη συνέχιση της αμερικανικής βοήθειας χωρίς όρους.
Η θέση αυτή αποτέλεσε ταυτόχρονα πηγή πολιτικής δυναμικής και έντονης αντιπαράθεσης. Από τη μία πλευρά, του προσέφερε στήριξη από ψηφοφόρους που αμφισβητούν την αμερικανική πολιτική στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη, προκάλεσε αντιδράσεις από την εβραϊκή κοινότητα του Μίσιγκαν, η οποία τον κατηγόρησε για αντισημιτισμό.
ΗΠΑ: Ο δρόμος από το Μίσιγκαν ως τον Λευκό Οίκο- Τι σημαίνει η νίκη του Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ για τους Δημοκρατικούς- Πως μπορεί να γίνει ο πρώτος Μουσουλμάνος Γερουσιαστής στην ιστορία των ΗΠΑ
Ο Ελ-Σαγέντ απέρριψε την κατηγορία, δηλώνοντας πως, «μπορούμε να καταδικάζουμε τον αντισημιτισμό και, ταυτόχρονα, να συζητάμε για το πώς θα φέρουμε τους ανθρώπους πιο κοντά».
Το ζήτημα, πάντως, αναμένεται να παραμείνει κεντρικό και στην εκστρατεία του Νοεμβρίου, καθώς η εξωτερική πολιτική και ειδικά η στάση απέναντι στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή εξακολουθούν να αποτελούν μία από τις βαθύτερες διαιρέσεις στο εσωτερικό των Δημοκρατικών.
Με τα μάτια στραμμένα στο 2028
Η επικράτηση ενός υποψηφίου όπως ο Ελ-Σαγέντ αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος αν ιδωθεί μέσα από τον ορίζοντα των επόμενων προεδρικών εκλογών.
Το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τη συζήτηση για την κατεύθυνση που θα ακολουθήσει το Δημοκρατικό κόμμα τα επόμενα χρόνια. Εάν ο Ελ-Σαγέντ ηττηθεί, οι «κεντρώοι» Δημοκρατικοί θα αποκτήσουν ένα ισχυρό επιχείρημα απέναντι σε όσους ζητούν σαφέστερη στροφή προς μία αριστερή ατζέντα. Θα μπορούν να υποστηρίξουν ότι η κινητοποίηση της κομματικής βάσης δεν αρκεί όταν ο στόχος είναι η κατάκτηση μιας πολιτείας με ευρύτερο και πιο σύνθετο εκλογικό σώμα.
Εάν, αντίθετα, ο Ελ-Σαγέντ καταφέρει να επικρατήσει σε μία πολιτεία που ψήφισε τον Τραμπ το 2024, η προοδευτική πτέρυγα θα έχει στα χέρια της ένα ισχυρό πολιτικό επιχείρημα: ότι μία αριστερή πλατφόρμα μπορεί να κερδίσει όχι μόνο τις εσωκομματικές μάχες των Δημοκρατικών, αλλά και ένα πραγματικό swing state.
Η συζήτηση τότε θα μεταφερθεί σχεδόν αναπόφευκτα στο 2028. Και το Μίσιγκαν δεν είναι μία τυχαία πολιτεία σε αυτή την εξίσωση. Η θέση του στη διαδικασία των προκριματικών των Δημοκρατικών, αλλά και ο ρόλος του ως πολιτεία που μπορεί να μετακινείται από το ένα κόμμα στο άλλο, του προσδίδουν ιδιαίτερη βαρύτητα.
Τα μηνύματα για τους Ρεπουμπλικανούς
Πέρα από την εσωκομματική αναμέτρηση των Δημοκρατικών, δύο ακόμη ψηφοφορίες έδωσαν στο κόμμα λόγους για συγκρατημένη αισιοδοξία.
Στο Μιζούρι, οι ψηφοφόροι απέρριψαν πρόταση που θα δυσκόλευε τις συνταγματικές τροποποιήσεις με πρωτοβουλία πολιτών. Πρόκειται για μία διαδικασία που έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για την προστασία του δικαιώματος στην άμβλωση, αλλά και για την αύξηση του κατώτατου μισθού.
Στο Κάνσας, απορρίφθηκε πρόταση που θα υποχρέωνε τους δικαστές του Ανώτατου Δικαστηρίου της πολιτείας να τίθενται στην κρίση των ψηφοφόρων. Και στις δύο περιπτώσεις, οι προτάσεις είχαν προωθηθεί από τους Ρεπουμπλικανούς.
Την ίδια ώρα, ωστόσο, ένα άλλο στοιχείο επιβεβαιώνει ότι η επιρροή του Ντόναλντ Τραμπ στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα παραμένει ισχυρή. Οι εκλεκτοί του επικράτησαν στις προκριματικές αναμετρήσεις στο Μίσιγκαν, στο Κάνσας και στην πολιτεία της Ουάσιγκτον, επιβεβαιώνοντας ότι ο πρώην πρόεδρος εξακολουθεί να διαθέτει καθοριστικό λόγο στη διαμόρφωση του κομματικού ψηφοδελτίου.
Έτσι, ενώ οι Δημοκρατικοί αναζητούν τη νέα τους ταυτότητα, οι Ρεπουμπλικανοί εξακολουθούν να κινούνται σε μεγάλο βαθμό γύρω από την πολιτική επιρροή του Τραμπ. Και οι δύο παρατάξεις, με διαφορετικό τρόπο, φαίνεται να βρίσκονται μπροστά σε μία περίοδο επανακαθορισμού.
Το μεγάλο στοίχημα του Νοεμβρίου
Η αναμέτρηση Ελ-Σαγέντ – Ρότζερς θα είναι, επομένως, κάτι πολύ περισσότερο από μία μάχη για μία έδρα στη Γερουσία.
Για τους Δημοκρατικούς, θα αποτελέσει ένα κρίσιμο τεστ ανάμεσα σε δύο διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές: από τη μία, την προσπάθεια προσέγγισης του μετριοπαθούς ψηφοφόρου του κέντρου και, από την άλλη, μία σαφέστερη αριστερή πρόταση που φιλοδοξεί να κινητοποιήσει τη βάση, να προσεγγίσει όσους αισθάνονται αποξενωμένοι από το πολιτικό σύστημα και να μετατρέψει την κοινωνική δυσαρέσκεια σε εκλογική δύναμη.
Για τον Ελ-Σαγέντ, η πρόκληση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Πρέπει να μετατρέψει έναν οριακό εσωκομματικό θρίαμβο σε μία πολύ ευρύτερη εκλογική συμμαχία. Να αποδείξει, με άλλα λόγια, ότι η πολιτική πρόταση που του χάρισε το χρίσμα των Δημοκρατικών μπορεί να σταθεί απέναντι σε ένα εκλογικό σώμα πολύ ευρύτερο και πιο ετερόκλητο.
Το ερώτημα που θα απαντηθεί τον Νοέμβριο δεν είναι μόνο ποιος θα εκπροσωπεί το Μίσιγκαν στη Γερουσία. Είναι και κάτι μεγαλύτερο: ποια από τις δύο κατευθύνσεις θα έχει το ισχυρότερο επιχείρημα για το μέλλον των Δημοκρατικών.
Γιατί, εάν ο Ελ-Σαγέντ κερδίσει, το Μίσιγκαν μπορεί να γίνει το σημείο εκκίνησης μιας ευρύτερης συζήτησης για το αν η αμερικανική Αριστερά είναι σε θέση όχι απλώς να κινητοποιεί τη βάση της, αλλά να κερδίζει και τις κρίσιμες πολιτείες που κρίνουν την εξουσία στην Ουάσιγκτον.
Και τότε, η απόσταση από το Μίσιγκαν μέχρι τον Λευκό Οίκο του 2028 ίσως να μην είναι τόσο μεγάλη όσο φαίνεται σήμερα.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα