ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ισραήλ: «Η Τουρκία είχε και τους τρόπους και τα μέσα να γνωρίζει για τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου, αλλά ο Ερντογάν δεν έκανε τίποτα για να την εμποδίσει!» γράφει η Israel Hayom

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Η Τουρκία διέθετε τόσο τη δυνατότητα να γνωρίζει σε βάθος τον μηχανισμό της Χαμάς που δραστηριοποιούνταν στο έδαφός της όσο και τα μέσα για να διεισδύσει στα δίκτυά του, ισχυρίζεται ο Ισραηλινός δημοσιογράφος Σάι Γκαλ.

Ισραήλ: «Η Τουρκία είχε και τους τρόπους και τα μέσα να γνωρίζει για τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου, αλλά ο Ερντογάν δεν έκανε τίποτα για να την εμποδίσει!» γράφει η Israel Hayom

Παράλληλα, είχε ισχυρά στρατηγικά κίνητρα να επιθυμεί την ανατροπή της περιφερειακής ισορροπίας που άρχιζε να διαμορφώνεται λίγο πριν από την επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023.

Αυτή είναι η βασική θέση που αναπτύσσει ο αρθρογράφος σε εκτενές άρθρο του στην ισραηλινή εφημερίδα Israel Hayom, υποστηρίζοντας ότι το κρίσιμο ερώτημα δεν ήταν ποτέ αποκλειστικά αν η τουρκική υπηρεσία πληροφοριών, η ΜΙΤ, γνώριζε την ακριβή ώρα εκδήλωσης της επίθεσης.

Κατά τον Γκαλ, η ουσία βρίσκεται αλλού: στην προϋπάρχουσα γνώση της Άγκυρας για τις δραστηριότητες της Χαμάς, στην ανοχή που φέρεται να επέδειξε απέναντι στις υποδομές της και στα στρατηγικά οφέλη που προέκυψαν για την Τουρκία από την ανατροπή των περιφερειακών σχεδιασμών. Η Άγκυρα, εκτιμά, δύσκολα θα εγκατέλειπε οικειοθελώς έναν μηχανισμό που της προσέφερε σημαντική πολιτική και επιχειρησιακή επιρροή, ιδίως τη στιγμή που διαμορφωνόταν μια νέα αρχιτεκτονική συνεργασίας στη Μέση Ανατολή, ικανή να περιορίσει τον δικό της ρόλο.

Οι δεσμοί της Άγκυρας με τη Χαμάς

Μόλις δεκαοκτώ ημέρες πριν από την 7η Οκτωβρίου 2023, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν και ο επικεφαλής της ΜΙΤ Ιμπραχίμ Καλίν βρίσκονταν απέναντι από τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, σε μια συνάντηση όπου κυριάρχησαν ζητήματα ενέργειας, τεχνολογίας, τεχνητής νοημοσύνης και κυβερνοασφάλειας. Η εικόνα παρέπεμπε σε μια προσπάθεια προσέγγισης και αποκατάστασης των διμερών σχέσεων, με την οικονομική και τεχνολογική συνεργασία να καταλαμβάνει περίοπτη θέση στην ατζέντα.

Ωστόσο, η ίδια η σύνθεση της τουρκικής αντιπροσωπείας παραπέμπει, κατά τον Γκαλ, σε ένα διαφορετικό κεφάλαιο των σχέσεων της Άγκυρας με την περιοχή. Τρία χρόνια νωρίτερα, ο Φιντάν και ο Καλίν είχαν βρεθεί δίπλα στον Ερντογάν σε συνάντηση με τον ηγέτη της Χαμάς Ισμαήλ Χανίγια. Τότε, ο Φιντάν ήταν ακόμη επικεφαλής της ΜΙΤ, ενώ ο Καλίν υπηρετούσε ως εκπρόσωπος του Τούρκου προέδρου. Για τον αρθρογράφο, οι δύο αυτές εικόνες δεν αποτελούν ασύνδετα επεισόδια της τουρκικής διπλωματίας. Αντιθέτως, αποτυπώνουν τη συνύπαρξη δύο διαφορετικών, αλλά αλληλοσυμπληρούμενων, φακέλων στο ανώτατο επίπεδο της τουρκικής κρατικής εξουσίας: εκείνου του Ισραήλ και εκείνου της Χαμάς.

Ο δεύτερος, όπως υποστηρίζει, δεν περιοριζόταν στις πολιτικές επαφές ή στη ρητορική αλληλεγγύη. Είχε αποκτήσει και σαφή επιχειρησιακή διάσταση.

Ο Μούσα Ακάρι, βετεράνος των Ταξιαρχιών Κασάμ, ο οποίος απελευθερώθηκε στο πλαίσιο της ανταλλαγής κρατουμένων για τον Γκιλάντ Σαλίτ το 2011, έχει αφηγηθεί ότι ο Ερντογάν έστειλε κυβερνητικό αεροσκάφος για να μεταφέρει τον ίδιο και άλλους εννέα από την Αίγυπτο στην Άγκυρα, δεσμευόμενος να τους προστατεύει «όπως προστατεύουμε τα δικά μας παιδιά».

Παράλληλα, οι κυρώσεις του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών προσδιόρισαν τον Ζάχερ Τζαμπαρίν, με έδρα την Τουρκία, ως επικεφαλής του οικονομικού μηχανισμού της Χαμάς και σύνδεσμό της με την ιρανική Δύναμη Κουντς. Η Redin Exchange καταγράφηκε ως δίαυλος μέσω του οποίου διοχετεύθηκαν 10 εκατομμύρια δολάρια στις Ταξιαρχίες Κασάμ, ενώ αποκαλύφθηκε, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται ο αρθρογράφος, ένα μυστικό επενδυτικό χαρτοφυλάκιο αξίας άνω των 500 εκατομμυρίων δολαρίων, στο οποίο εμπλέκονταν τουρκικές εταιρείες και επιχειρησιακά στελέχη.

Η τουρκική διευκόλυνση, κατά την ίδια ανάλυση, δεν περιοριζόταν στις οικονομικές διαδρομές. Επεκτεινόταν και στην παροχή νομικής κάλυψης, η οποία μπορούσε να διευκολύνει την παραμονή και τη δράση στελεχών της οργάνωσης.

Ο Χανίγια διέθετε τουρκική υπηκοότητα, ενώ περίπου δώδεκα στελέχη της Χαμάς που βρίσκονταν στην Κωνσταντινούπολη είχαν αποκτήσει ή ανέμεναν να λάβουν τουρκικά έγγραφα ταυτότητας. Στοιχεία εμπορικών μητρώων εμφάνιζαν, επίσης, τον χρηματοδότη της οργάνωσης Χισάμ Γιούνις Καφίσεχ να έχει πολιτογραφηθεί με το όνομα Χασμέτ Ασλάν (Haşmet Aslan).

Ακόμη πιο ανησυχητική, κατά τον Γκαλ, είναι η αναφορά σε έγγραφο της Χαμάς που εντοπίστηκε στην κατοικία του Χάμζα Αμπού Σανάμπ, συνεργάτη του Γιαχία Σινουάρ. Το έγγραφο περιέγραφε ένα πλέγμα δραστηριοτήτων με πυρήνες, ασφαλή καταλύματα, δολιοφθορές, δολοφονίες και απαγωγές, με επιχειρησιακό ορμητήριο το τουρκικό έδαφος.

Για τον αρθρογράφο, η συγκέντρωση αυτών των στοιχείων συνθέτει την εικόνα ενός μηχανισμού που δεν λειτουργούσε απλώς υπό την πολιτική προστασία της Άγκυρας, αλλά διέθετε δομές, δίκτυα και δυνατότητες δράσης εντός της Τουρκίας.

Τι γνώριζε η ΜΙΤ

Με βάση τα παραπάνω, ο Γκαλ θεωρεί δύσκολο να γίνει αποδεκτό το ενδεχόμενο η ΜΙΤ να αγνοούσε τη λειτουργία του μηχανισμού της Χαμάς. Η τουρκική υπηρεσία πληροφοριών διαθέτει, όπως επισημαίνει, θεσμικά κατοχυρωμένες δυνατότητες δράσης σε ολόκληρο τον κρατικό μηχανισμό, ενώ συνδυάζει συλλογή πληροφοριών σημάτων, κυβερνοπληροφορίες, πληροφορίες εξωτερικού και αντικατασκοπεία. Επιπλέον, βρίσκεται σε άμεση θεσμική εγγύτητα με την προεδρία, γεγονός που ενισχύει την πρόσβασή της στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Advertisement

Η ΜΙΤ είχε ήδη επιδείξει την ικανότητά της να χαρτογραφεί ιρανικούς πυρήνες και να εξαρθρώνει χρηματοδοτικούς μηχανισμούς του ISIS, συνεργαζόμενη με συμμαχικές υπηρεσίες. Επομένως, υποστηρίζει ο αρθρογράφος, το γεγονός ότι ο Σινουάρ θα μπορούσε να κρατήσει κρυφό το τελικό επιχειρησιακό σχέδιο της επίθεσης δεν σημαίνει ότι θα μπορούσε να αποκρύψει ολόκληρο το δίκτυο που το υποστήριζε.

Για να σταθεί η εκδοχή της πλήρους τουρκικής άγνοιας, η ΜΙΤ θα έπρεπε, σύμφωνα με τον Γκαλ, να έχει καταφέρει να χαρτογραφήσει ιρανικούς μηχανισμούς και δίκτυα του ISIS, αλλά να έχει αφήσει εκτός ερευνητικού πεδίου τη Χαμάς. Θα έπρεπε, επίσης, να έχει συναντηθεί με την ηγεσία της οργάνωσης χωρίς να έχει αποτυπώσει τη δομή και τις διασυνδέσεις της, ενώ επί χρόνια δεχόταν προειδοποιήσεις από συμμάχους χωρίς να διαμορφώνει τη δική της ολοκληρωμένη εικόνα για τη δραστηριότητά της.

Ο Ερντογάν, άλλωστε, έδωσε αργότερα σαφή πολιτική διατύπωση στη στάση της κυβέρνησής του, χαρακτηρίζοντας τη Χαμάς όχι τρομοκρατική οργάνωση, αλλά νόμιμο κίνημα αντίστασης και πολιτικό δρώντα.

Κατά τον Γκαλ, αυτή η τοποθέτηση δεν ήταν απλώς μια ρητορική επιλογή. Αντανακλούσε μια ήδη διαμορφωμένη πολιτική απόφαση: η υποδομή της Χαμάς στην Τουρκία δεν θα αντιμετωπιζόταν ως εχθρικό δίκτυο που έπρεπε να εξαρθρωθεί. Η επιλογή αυτή, υποστηρίζει, είχε προηγηθεί οποιασδήποτε πληροφορίας ενδεχομένως διέθετε η ΜΙΤ για το ακριβές χρονοδιάγραμμα της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου.

Ο IMEC και η σαουδαραβοϊσραηλινή εξομάλυνση

Στις 9 Σεπτεμβρίου 2023, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ινδία, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Ευρωπαίοι εταίροι παρουσίασαν τον Οικονομικό Διάδρομο Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης, γνωστό ως IMEC. Το φιλόδοξο σχέδιο προέβλεπε τη διασύνδεση της Ινδίας με την Ευρώπη μέσω του Περσικού Κόλπου και του Ισραήλ, δημιουργώντας μια νέα εμπορική και μεταφορική αρτηρία που παρέκαμπτε την Τουρκία.

Η αντίδραση του Ερντογάν ήταν άμεση και χαρακτηριστική της ανησυχίας της Άγκυρας για τον ρόλο που θα μπορούσε να διαδραματίσει η Τουρκία στη νέα αυτή γεωοικονομική πραγματικότητα: «Δεν μπορεί να υπάρξει διάδρομος χωρίς την Τουρκία».

Η εξέλιξη αυτή συνέπεσε με την επιτάχυνση των διεργασιών για την εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ. Έντεκα ημέρες αργότερα, ο Σαουδάραβας διάδοχος του θρόνου, Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν, δήλωσε ότι η εξομάλυνση πλησίαζε «κάθε μέρα». Δύο ημέρες μετά, ο Νετανιάχου, από το βήμα των Ηνωμένων Εθνών, διακήρυξε ότι το Ισραήλ βρισκόταν στο κατώφλι μιας ειρήνης που θα μπορούσε να μεταμορφώσει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.

Για τον Γκαλ, οι δύο αυτές εξελίξεις συνιστούσαν μια διπλή στρατηγική απειλή για την Άγκυρα. Από τη μία πλευρά, ο IMEC μπορούσε να συνδυάσει την οικονομική κλίμακα της Ινδίας, τα κεφάλαια των κρατών του Κόλπου και την πρόσβαση του Ισραήλ προς την Ευρώπη, υπό αμερικανική αιγίδα και χωρίς την Τουρκία ως αναγκαίο ενδιάμεσο κρίκο. Από την άλλη, η σαουδαραβοϊσραηλινή εξομάλυνση μπορούσε να περιορίσει την ικανότητα παλαιστινιακών παραγόντων να λειτουργούν ως εμπόδιο στην ευρύτερη περιφερειακή ολοκλήρωση.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο αρθρογράφος συνδέει την περιφερειακή σταθερότητα με τη δυνατότητα συγκρότησης ενός λειτουργικού παλαιστινιακού κράτους. Ένα τέτοιο κράτος, όπως υποστηρίζει, θα απαιτούσε ενιαία πολιτική αρχή, μονοπώλιο της ένοπλης ισχύος και την ικανότητα εφαρμογής μιας συμφωνίας. Η επίτευξη αυτών των προϋποθέσεων θα περιόριζε περαιτέρω τα περιθώρια τουρκικής επιρροής.

Η Χαμάς, αντιθέτως, συντηρεί έναν κατακερματισμό που προσφέρει στην Άγκυρα πολλαπλά εργαλεία παρέμβασης: πρόσβαση στην παλαιστινιακή πολιτική, δυνατότητα άσκησης πίεσης στο Ισραήλ, πεδίο ανταγωνισμού με το Κάιρο, το Ριάντ και το Άμπου Ντάμπι, αλλά και την ευκαιρία να εμφανίζεται ως διαμεσολαβητής κάθε φορά που οι περιφερειακές ισορροπίες διαταράσσονται.

Έτσι, σύμφωνα με την ανάλυση του Γκαλ, η προοπτική μιας νέας περιφερειακής τάξης, η οποία θα στηριζόταν στην οικονομική διασύνδεση και στην εξομάλυνση των σχέσεων, συγκρουόταν με ένα μοντέλο τουρκικής επιρροής που αντλούσε δύναμη από τις εκκρεμότητες, τις αντιπαραθέσεις και τη διατήρηση πολλαπλών διαύλων προς αντιμαχόμενες πλευρές.

Τι άλλαξε μετά την 7η Οκτωβρίου

Η επίθεση της 7ης Οκτωβρίου ανέκοψε και τις δύο αυτές πορείες. Η διαδικασία εξομάλυνσης μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Ισραήλ πάγωσε, ο IMEC έχασε το πολιτικό έρεισμα που χρειαζόταν για να προχωρήσει και το παλαιστινιακό ζήτημα επέστρεψε στο επίκεντρο της περιφερειακής διπλωματίας. Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, η Άγκυρα βρήκε εκ νέου χώρο να διεκδικήσει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Μέσα σε δύο εβδομάδες από την επίθεση, ο Χακάν Φιντάν πρότεινε την Τουρκία ως εγγυήτρια μιας ισραηλινοπαλαιστινιακής διευθέτησης. Για τον Γκαλ, η ταχύτητα με την οποία η Άγκυρα επιχείρησε να αναλάβει ρόλο στη μεταγενέστερη διαχείριση της κρίσης έχει ιδιαίτερη σημασία. Η Τουρκία δεν χρειαζόταν, κατά την εκτίμησή του, να έχει επιθυμήσει τη σφαγή για να αποκομίσει οφέλη από την κατάρρευση των σχεδίων που προϋπήρχαν.

Στις 20 Οκτωβρίου, ο Φιντάν, ο οποίος είχε ηγηθεί της ΜΙΤ επί δεκατρία χρόνια, δήλωσε ότι η Άγκυρα είχε αντιληφθεί πως η περιφερειακή αρχιτεκτονική που υπήρχε πριν από τον πόλεμο δεν ήταν βιώσιμη και ότι κάποια στιγμή θα εκδηλωνόταν κρίση.

Ο αρθρογράφος συνδέει τη δήλωση αυτή με το προϋπάρχον δίκτυο της Χαμάς στην Τουρκία και τις δυνατότητες της τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών. Το συμπέρασμά του είναι ότι η Άγκυρα ανέμενε μια ευρύτερη περιφερειακή ρήξη, γνώριζε τον μηχανισμό της οργάνωσης στο έδαφός της και διέθετε τα μέσα για να διεισδύσει σε αυτόν. Πρόκειται, επομένως, για μια επιχειρηματολογία που εστιάζει όχι μόνο στο τι γνώριζε η Τουρκία για την επικείμενη επίθεση, αλλά και στο τι μπορούσε να γνωρίζει για τις υποδομές που την υποστήριζαν.

Το Ισραήλ, το Κατάρ και η εξεταστική επιτροπή

Η Τουρκία, ωστόσο, δεν αποτελεί τον μοναδικό παράγοντα που θέτει στο μικροσκόπιο ο Γκαλ. Ο αρθρογράφος στρέφει την προσοχή του και στις επιλογές του ίδιου του Ισραήλ, το οποίο γνώριζε την παρουσία και τη δραστηριότητα της Χαμάς στην Τουρκία, ενώ ταυτόχρονα προχωρούσε στην αποκατάσταση πλήρων διπλωματικών σχέσεων με την Άγκυρα. Οι συναντήσεις με τον Ερντογάν και η ένταξη της κυβερνοασφάλειας στην ατζέντα των διμερών σχέσεων αποτελούσαν μέρος αυτής της προσέγγισης.

Παράλληλα, η ισραηλινή πολιτική απέναντι στη Γάζα περιλάμβανε τη διατήρηση διαύλων χρηματοδότησης μέσω του Κατάρ, στο πλαίσιο της διαχείρισης της κατάστασης στον παλαιστινιακό θύλακα. Το Qatargate δημιούργησε αργότερα υποψίες ότι καταριανά χρήματα και επιρροή έφθαναν στον στενό κύκλο του Ισραηλινού πρωθυπουργού.

Σύμφωνα με την κριτική που διατυπώνει ο Γκαλ, η Ιερουσαλήμ είχε επενδύσει στην πεποίθηση ότι τα χρήματα, η πρόσβαση και οι μεσάζοντες μπορούσαν να διατηρήσουν τη Χαμάς υπό έλεγχο. Το αποτέλεσμα, κατά την εκτίμησή του, ήταν διαφορετικό από το επιδιωκόμενο: η Ντόχα απέκτησε πρόσθετους μοχλούς επιρροής, η Άγκυρα διατήρησε τους δικούς της διαύλους με την οργάνωση και η Χαμάς ενίσχυσε τις δυνατότητές της.

Αυτό είναι το ευρύτερο πλαίσιο μέσα στο οποίο ο αρθρογράφος θεωρεί αναγκαία τη συγκρότηση κρατικής εξεταστικής επιτροπής. Μια τέτοια επιτροπή, διορισμένη από τον πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου και όχι από την ίδια την κυβέρνηση που θα εξετάζει, θα μπορούσε να διερευνήσει όχι μόνο τις επιχειρησιακές αστοχίες της 7ης Οκτωβρίου, αλλά και την πολιτική και στρατηγική αρχιτεκτονική που είχε διαμορφωθεί τα προηγούμενα χρόνια.

Η έρευνα, σύμφωνα με την προσέγγιση του Γκαλ, δεν θα έπρεπε να περιοριστεί στον φράχτη που παραβιάστηκε, στις προειδοποιήσεις της 6ης Οκτωβρίου ή στις στρατιωτικές μονάδες που απέτυχαν να ανταποκριθούν το επόμενο πρωί. Θα έπρεπε να εξετάσει τους φακέλους της Τουρκίας και του Κατάρ, τις διασταυρώσεις μεταξύ των δύο, την πολιτική διαχείρισης της Χαμάς και το εύρος των πληροφοριών που είχε στη διάθεσή του το Ισραήλ πριν από την επίθεση.

Οι έρευνες της Μοσάντ και της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών περιλαμβάνουν ήδη διαβαθμισμένα ευρήματα σχετικά με εξωτερικούς δρώντες και σχέσεις συνεργασίας με άλλες υπηρεσίες. Ο Γκαλ εκτιμά ότι μια κρατική εξεταστική επιτροπή θα μπορούσε να αποκτήσει πρόσβαση σε ένα πολύ ευρύτερο σύνολο στοιχείων και να εξετάσει τη συνολική εικόνα, πέρα από τις επιμέρους επιχειρησιακές αστοχίες.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι μόνο να εντοπιστούν τα λάθη που οδήγησαν στην καταστροφή, αλλά και να διερευνηθεί αν οι πολιτικές επιλογές και οι στρατηγικές παραδοχές των προηγούμενων ετών συνέβαλαν στη δημιουργία των συνθηκών μέσα στις οποίες η επίθεση κατέστη δυνατή.

Ισραήλ: «Η Τουρκία είχε και τους τρόπους και τα μέσα να γνωρίζει για τη σφαγή της 7ης Οκτωβρίου, αλλά ο Ερντογάν δεν έκανε τίποτα για να την εμποδίσει!» γράφει η Israel Hayom

Το «μάθημα με αίμα» και η αλλαγή δόγματος

Κατά τον Γκαλ, το Ισραήλ αναγκάστηκε να κατανοήσει το τουρκοκαταριανό μάθημα με αίμα και με καθυστέρηση που αποδείχθηκε καταστροφική. Η εμπειρία της 7ης Οκτωβρίου, υποστηρίζει, οδήγησε σε αναθεώρηση της ισραηλινής προσέγγισης απέναντι στους εξωτερικούς παράγοντες που φιλοξενούν, υποστηρίζουν ή διατηρούν διαύλους με τη Χαμάς.

Στο πλαίσιο αυτό, το Ισραήλ αποκλείει την παρουσία τουρκικών και καταριανών δυνάμεων στη Γάζα και απορρίπτει την Άγκυρα και την Ντόχα ως εγγυητές της μεταπολεμικής τάξης. Το μήνυμα που αναδύεται από αυτή τη στάση είναι σαφές: οι χώρες που φιλοξένησαν ή υποστήριξαν την ηγεσία της Χαμάς δεν μπορούν, κατά την ισραηλινή προσέγγιση που περιγράφει ο αρθρογράφος, να θεωρούνται αυτομάτως κατάλληλες για να αναλάβουν την εποπτεία του μέλλοντος της Γάζας.

Η αλλαγή δεν περιορίστηκε, ωστόσο, στον παλαιστινιακό θύλακα. Επηρέασε και τον τρόπο με τον οποίο το Ισραήλ αντιμετωπίζει πλέον την Τουρκία ως παράγοντα ασφαλείας.

Η συλλογή πληροφοριών για την Τουρκία ενισχύθηκε, ενώ ο μηχανισμός της Χαμάς που δραστηριοποιείται στο τουρκικό έδαφος εντάχθηκε στον ισραηλινό επιχειρησιακό σχεδιασμό. Τον Δεκέμβριο του 2023, ο Ρόνεν Μπαρ, τότε επικεφαλής της Σιν Μπετ, κατονόμασε τον Λίβανο, το Κατάρ και την Τουρκία ως θέατρα επιχειρήσεων στα οποία το Ισραήλ θα μπορούσε να φθάσει τους ηγέτες της Χαμάς.

Το πλήγμα στην Ντόχα, τον Σεπτέμβριο του 2025, αποτέλεσε, κατά τον Γκαλ, ένα σημείο καμπής στην εφαρμογή αυτής της λογικής. Η επιχείρηση μετέτρεψε τη νέα προσέγγιση σε προηγούμενο, στέλνοντας το μήνυμα ότι η παραμονή στο εξωτερικό δεν συνιστά πλέον από μόνη της εγγύηση ασφάλειας για την ηγεσία της Χαμάς.

Η μετατόπιση αυτή αντανακλά μια ευρύτερη αλλαγή δόγματος: η γεωγραφική απόσταση, η πολιτική προστασία και η φιλοξενία από τρίτες χώρες δεν θεωρούνται πλέον επαρκείς λόγοι για να εξαιρεθούν συγκεκριμένοι στόχοι από τον ισραηλινό επιχειρησιακό σχεδιασμό.

Οι κίνδυνοι από τη συνεργασία με τη ΜΙΤ

Η ενισχυμένη συλλογή πληροφοριών για την Τουρκία ανέδειξε, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, και μια διαφορετική πτυχή του προβλήματος: τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν όταν υπηρεσίες πληροφοριών συνεργάζονται στενά με μια χώρα της οποίας οι στρατηγικές προτεραιότητες δεν ταυτίζονται με τις δικές τους.

Το 2025, ο σερ Ρίτσαρντ Μουρ, τότε επικεφαλής της βρετανικής MI6, χαρακτήρισε τον Χακάν Φιντάν και τον Ιμπραχίμ Καλίν «άψογους επαγγελματίες και στενούς φίλους». Ο Γκαλ δεν αμφισβητεί την επαγγελματική διάσταση αυτής της σχέσης, επισημαίνει όμως ότι η εγγύτητα μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετη έκθεση σε κινδύνους όταν οι δύο πλευρές αξιολογούν διαφορετικά τις απειλές και τις προτεραιότητες ασφαλείας.

Η ίδια η ανάθεση μιας αποστολής συλλογής πληροφοριών μπορεί να αποκαλύψει πολύ περισσότερα από όσα φαίνεται αρχικά. Ένα αίτημα προς μια ξένη υπηρεσία φανερώνει ποιοι στόχοι ενδιαφέρουν εκείνον που το υποβάλλει, ποια κενά επιχειρεί να καλύψει και ποιες απειλές θεωρεί σημαντικότερες. Επομένως, εάν μια υπηρεσία αναθέσει στη ΜΙΤ τη συλλογή πληροφοριών για έναν παράγοντα τον οποίο η Άγκυρα επιδιώκει να διατηρήσει ενεργό ή να προστατεύσει, το ίδιο το αίτημα μπορεί να εκθέσει τις προτεραιότητες και τις αδυναμίες της αιτούσας υπηρεσίας, ακόμη και πριν δοθεί οποιαδήποτε απάντηση.

Ο Γκαλ αναφέρει ότι το Ισραήλ είχε μοιραστεί διαβαθμισμένες πληροφορίες και συγκεκριμένα περιστατικά τουρκικών πρακτικών που, σύμφωνα με την περιγραφή του, στρέφονταν εναντίον των συμφερόντων ακόμη και των ίδιων των εταίρων της Τουρκίας.

Μεταξύ αυτών, η ΜΙΤ φέρεται να προειδοποίησε τους Φρουρούς της Επανάστασης του Ιράν για Κούρδους μαχητές που κινούνταν προς το ιρανικό έδαφος. Την ίδια στιγμή, το τουρκικό επιχειρησιακό περιβάλλον συνδεόταν, κατά τα στοιχεία που επικαλείται ο αρθρογράφος, με διαφορετικά δίκτυα και κρατικούς μηχανισμούς.

Η χρηματοδότηση της Χαμάς συνδεόταν με το Foxtrot, ένα σουηδικό εγκληματικό δίκτυο που, σύμφωνα με την ανάλυση, εξυπηρετούσε τις ιρανικές υπηρεσίες πληροφοριών. Παράλληλα, η New Way Group Global, με έδρα την Τουρκία, φέρεται να υπηρετούσε τη ρωσική στρατιωτική υπηρεσία πληροφοριών GRU.

Για τον Γκαλ, η Τουρκία αναδεικνυόταν έτσι σε σημείο διασταύρωσης διαφορετικών δικτύων, υπηρεσιών και συμφερόντων, γεγονός που περιπλέκει ουσιαστικά την αξιολόγηση των κινδύνων από τη συνεργασία με την Άγκυρα.

Ως συνέπεια, υποστηρίζει, οι πρακτικές συνεργασίας μεταξύ υπηρεσιών έχουν αρχίσει να μεταβάλλονται. Η συνεργασία με την Τουρκία και η έκθεση πληροφοριών προς την Τουρκία αντιμετωπίζονται πλέον ως δύο ξεχωριστές αποφάσεις. Οι πηγές, οι στόχοι και τα αιτήματα συλλογής πληροφοριών διαχωρίζονται σε στεγανά πεδία, ώστε η συνεργασία να μην οδηγεί αυτομάτως σε ανεξέλεγκτη έκθεση ευαίσθητων πληροφοριών.

Η διάκριση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου η θεσμική συνεργασία δεν εγγυάται την ταύτιση συμφερόντων. Για τον αρθρογράφο, η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στις προσωπικές σχέσεις ή στην επαγγελματική εκτίμηση μεταξύ αξιωματούχων, αλλά πρέπει να συνοδεύεται από αυστηρό έλεγχο της πρόσβασης σε πληροφορίες και από σαφή επίγνωση των στρατηγικών επιδιώξεων κάθε πλευράς.

Ένα ενιαίο τουρκικό στρατηγικό σύστημα

Η σημαντικότερη αλλαγή στη στρατηγική αντίληψη του Ισραήλ, κατά τον Γκαλ, είναι ότι η Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται πλέον μέσα από απομονωμένους φακέλους. Η Χαμάς και το Ιράν, η Συρία και η Κύπρος, το Αιγαίο και η Λιβύη, η Ρωσία και το ΝΑΤΟ, η διπλωματία και οι υπηρεσίες πληροφοριών εντάσσονται πλέον σε μια ενιαία εικόνα, η οποία αποτυπώνει την πολυεπίπεδη τουρκική στρατηγική.

Η προσέγγιση αυτή μεταφράζεται, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, και σε συγκεκριμένες επιχειρησιακές κινήσεις. Στη Συρία, το Ισραήλ πέρασε από την αξιολόγηση της τουρκικής παρουσίας στην ενεργό παρεμπόδιση της στρατιωτικής της επέκτασης, πλήττοντας αεροπορικές βάσεις τις οποίες είχε εξετάσει η Άγκυρα, προτού προλάβει να τις μετατρέψει σε πρόσθετο στρατιωτικό βάθος.

Στον ίδιο χάρτη εντάσσεται πλέον και η βόρεια Κύπρος, η οποία τελεί υπό τουρκική κατοχή. Ο Γκαλ τη χαρακτηρίζει την πλησιέστερη τουρκική πλατφόρμα στρατιωτικών επιχειρήσεων και πληροφοριών προς το ισραηλινό θέατρο επιχειρήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η γεωγραφική εγγύτητα, η τουρκική στρατιωτική παρουσία και η δυνατότητα αξιοποίησης του κατεχόμενου τμήματος για επιχειρησιακούς σκοπούς καθιστούν, σύμφωνα με αυτή την εκτίμηση, την Κύπρο κρίσιμο παράγοντα στον σχεδιασμό ασφαλείας του Ισραήλ. Το νησί δεν αντιμετωπίζεται πλέον αποκλειστικά ως ξεχωριστό ζήτημα της ανατολικής Μεσογείου, αλλά ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής εξίσωσης που περιλαμβάνει την Τουρκία, τη Συρία, το Ισραήλ και τους περιφερειακούς τους εταίρους.

Ο αρθρογράφος προχωρά ένα βήμα παραπέρα, υποστηρίζοντας ότι, εάν η Άγκυρα χρησιμοποιήσει το κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Κύπρου ως εργαλείο στρατιωτικής ή επιχειρησιακής πίεσης, η αποκατάσταση της κυπριακής κυριαρχίας αποκτά άμεση διάσταση ισραηλινής ασφάλειας. Σε αυτό το πλαίσιο, ο τερματισμός του τουρκικού στρατιωτικού ελέγχου αναδεικνύεται, κατά την άποψή του, σε κοινό στρατηγικό στόχο του Ισραήλ, της Ελλάδας και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Η θέση αυτή συνδέει άμεσα το Κυπριακό με τη νέα ισραηλινή αντίληψη για την τουρκική απειλή. Η Κύπρος, από ζήτημα που συχνά εξετάζεται υπό το πρίσμα της κατοχής και της περιφερειακής διπλωματίας, μετατρέπεται σε κρίσιμο γεωγραφικό σημείο για την επιτήρηση και την ανάσχεση της τουρκικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το Άρθρο 5 του ΝΑΤΟ και το συμπέρασμα

Ο Γκαλ απορρίπτει την άποψη ότι η εγγύηση συλλογικής άμυνας του Άρθρου 5 του ΝΑΤΟ μπορεί να μεταβάλει τα δεδομένα αυτού του στρατηγικού χάρτη. Η τουρκική υπηκοότητα, υποστηρίζει, δεν μεταφέρει αυτομάτως την προστασία της Συμμαχίας στη Χαμάς, ενώ η τουρκική κατοχή δεν μετατρέπει τη βόρεια Κύπρο σε έδαφος που καλύπτεται από τις εγγυήσεις του ΝΑΤΟ.

Στο σκεπτικό του, η ενδεχόμενη επιχείρηση εναντίον της Χαμάς σε τουρκικό έδαφος αποτελεί ζήτημα επιχειρησιακής επιλογής και όχι αυτόματης επέκτασης της συμμαχικής προστασίας. Αντίστοιχα, η Άγκυρα δεν μπορεί, κατά τον αρθρογράφο, να δημιουργήσει καθεστώς ασυλίας για τις δραστηριότητές της επικαλούμενη τη συμμετοχή της στη Συμμαχία, ούτε να μετατρέψει τα τουρκικά διαβατήρια ή τις σημαίες σε ασπίδα προστασίας για πρόσωπα και δίκτυα που θεωρούνται εχθρικά από το Ισραήλ.

Το συμπέρασμα του Γκαλ επιστρέφει στο αρχικό ερώτημα: γνώριζε η ΜΙΤ την ακριβή ώρα της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου;

Για τον αρθρογράφο, αυτή η λεπτομέρεια δεν υπήρξε ποτέ το καθοριστικό κριτήριο. Η ουσία, όπως υποστηρίζει, βρίσκεται στο γεγονός ότι η Τουρκία γνώριζε τη Χαμάς σε επιχειρησιακό επίπεδο, ότι η Ιερουσαλήμ γνώριζε την παρουσία και τη λειτουργία του μηχανισμού της στο τουρκικό έδαφος και ότι η 7η Οκτωβρίου ανέτρεψε μια περιφερειακή τάξη η οποία βρισκόταν υπό διαμόρφωση, απειλώντας να περιορίσει σημαντικά την επιρροή της Άγκυρας.

Η Τουρκία, κατά την εκτίμησή του, είχε κάθε στρατηγικό λόγο να αντιτίθεται σε αυτή τη νέα αρχιτεκτονική, η οποία στηριζόταν στην οικονομική διασύνδεση, στην εξομάλυνση των σχέσεων μεταξύ του Ισραήλ και των αραβικών κρατών και στη δημιουργία νέων διαδρόμων συνεργασίας που δεν θα εξαρτώνταν από την τουρκική γεωγραφική θέση.

Σήμερα, το Ισραήλ επιχειρεί να ανασυγκροτήσει αυτή την περιφερειακή τάξη μαζί με τους εταίρους του, έχοντας αναθεωρήσει τις παραδοχές πάνω στις οποίες στηρίχθηκε η προγενέστερη πολιτική του. Στο νέο αυτό πλαίσιο, η Τουρκία δεν θεωρείται πλέον αναπόφευκτος διαμεσολαβητής ή αναγκαίος συνομιλητής για κάθε περιφερειακή διευθέτηση.

Το στρατηγικό διακύβευμα, όπως το περιγράφει ο Γκαλ, είναι η οικοδόμηση μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας και συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή, η οποία θα περιορίζει τα περιθώρια εργαλειοποίησης των περιφερειακών κρίσεων και δεν θα εξαρτάται από την Άγκυρα ως ενδιάμεσο κόμβο ισχύος.

Σε αυτή τη νέα εξίσωση, η Κύπρος αποκτά αυξημένη σημασία, η συνεργασία του Ισραήλ με την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία αποκτά σαφέστερη στρατηγική διάσταση και η τουρκική παρουσία στην περιοχή εξετάζεται πλέον όχι ως μεμονωμένος παράγοντας, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου συστήματος στρατιωτικών, πολιτικών και πληροφοριακών επιδιώξεων.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button