ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ

Ισραήλ: Στις 27 Οκτωβρίου οι κρίσιμες εκλογές- Η αντοχή Νετανιάχου στις δημοσκοπήσεις, το ερωτήματα της επόμενης μέρας σε ένα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον και η εξωτερική πολιτική που δεν αναμένεται να αλλάξει

Μείνετε ενημερωμένοι
Ακολουθήστε το Europost.gr στο Google News
Google News

Οι εκλογές στο Ισραήλ διεξάγονται σε ένα πολιτικό περιβάλλον που ελάχιστα θυμίζει εκείνο του 2022, όταν ο Μπενιαμίν Νετανιάχου επέστρεψε στην πρωθυπουργία, ηγούμενος μιας συμμαχίας δεξιών, ακροδεξιών και υπερορθόδοξων κομμάτων.

Ισραήλ: Στις 27 Οκτωβρίου οι κρίσιμες εκλογές- Η αντοχή Νετανιάχου στις δημοσκοπήσεις, το ερωτήματα της επόμενης μέρας σε ένα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον και η εξωτερική πολιτική που δεν αναμένεται να αλλάξει

Έκτοτε, η χώρα βρέθηκε αντιμέτωπη με αλλεπάλληλες κρίσεις, οι οποίες αναδιαμόρφωσαν τις προτεραιότητες της ισραηλινής κοινωνίας και δοκίμασαν τις αντοχές του πολιτικού της συστήματος.

Η επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 αποτέλεσε σημείο καμπής. Ο πόλεμος στη Γάζα, οι στρατιωτικές συγκρούσεις στον Λίβανο και η αντιπαράθεση με το Ιράν διαμόρφωσαν ένα νέο τοπίο, στο οποίο η ασφάλεια, η στρατιωτική ετοιμότητα και η διαχείριση των περιφερειακών απειλών απέκτησαν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα. Ταυτόχρονα, όμως, εντάθηκαν τα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της κρατικής μηχανής, την πολιτική ευθύνη της ηγεσίας και την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει η χώρα.

Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται ο Νετανιάχου. Ο Ισραηλινός πρωθυπουργός δέχεται έντονη κριτική τόσο για τις αστοχίες των μηχανισμών ασφαλείας που προηγήθηκαν της επίθεσης της Χαμάς όσο και για τους κυβερνητικούς χειρισμούς κατά τη διάρκεια του πολέμου και στη συνέχεια. Την πολιτική του θέση επιβαρύνει, παράλληλα, η δικαστική υπόθεση διαφθοράς που εκκρεμεί εις βάρος του, διατηρώντας ανοιχτό ένα μέτωπο που υπερβαίνει την τρέχουσα εκλογική αντιπαράθεση.

Κι όμως, παρά τη φθορά και τις πιέσεις, ο Νετανιάχου εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πλέον υπολογίσιμους παίκτες της ισραηλινής πολιτικής σκηνής. Η μακρά παραμονή του στην εξουσία, η πολιτική του εμπειρία και η βαθιά επιρροή που ασκεί στο δεξιό ακροατήριο εξακολουθούν να του προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα.

Ο διεθνολόγος Γιώργος Τζογόπουλος, λέκτορας στο Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο της Νίκαιας, αναλύει τους πολιτικούς συσχετισμούς, τις δυσκολίες σχηματισμού κυβέρνησης και το γιατί μια αλλαγή ηγεσίας δεν συνεπάγεται απαραίτητα αλλαγή εξωτερικής πολιτικής.

«Ο Νετανιάχου έχει δείξει πως έχει μεγάλη πολιτική αντοχή», επισημαίνει χαρακτηριστικά ο Γιώργος Τζογόπουλος.

Η ανθεκτικότητα αυτή δεν εξηγείται μόνο από την προσωπική του απήχηση. Συνδέεται και με την ικανότητά του να διατηρεί πολιτικές συμμαχίες με δυνάμεις που έχουν διαφορετικές αφετηρίες και επιδιώξεις, αλλά συγκλίνουν στην ανάγκη διατήρησης της δεξιάς διακυβέρνησης. Σε ένα κατακερματισμένο κομματικό σύστημα, όπου η αριθμητική των εδρών μπορεί να αποδειχθεί εξίσου καθοριστική με την εκλογική απήχηση ενός ηγέτη, αυτή η δυνατότητα συνεννόησης αποτελεί κρίσιμο πολιτικό κεφάλαιο.

Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο εάν ο Νετανιάχου θα καταφέρει να περιορίσει τις απώλειές του, αλλά εάν θα μπορέσει να μετατρέψει την πολιτική του αντοχή σε μια ακόμη επιστροφή στην εξουσία. Και, ακόμη κι αν το πετύχει, παραμένει ανοιχτό το κατά πόσο θα διαθέτει την απαραίτητη κοινοβουλευτική στήριξη για να κυβερνήσει χωρίς νέους κραδασμούς.

Άιζενκοτ εναντίον Νετανιάχου: Η αμφίρροπη μάχη των δημοσκοπήσεων

Απέναντι στον Νετανιάχου, ο Γκάντι Άιζενκοτ αναδεικνύεται σε έναν από τους σημαντικότερους διεκδικητές της πρωθυπουργίας, επιχειρώντας να εκφράσει μια εναλλακτική πολιτική πρόταση μέσα από το κεντρώο κόμμα Yashar. Η παρουσία του προσδίδει νέα δυναμική στην αναμέτρηση, καθώς συνδυάζει τη στρατιωτική εμπειρία με το αίτημα για διαφορετική πολιτική διαχείριση των κρίσεων που σημάδεψαν τα τελευταία χρόνια το Ισραήλ.

Η στρατιωτική του διαδρομή αποτελεί σημαντικό πλεονέκτημα σε μια χώρα όπου η εθνική ασφάλεια δεν συνιστά απλώς ένα από τα ζητήματα της προεκλογικής ατζέντας, αλλά ένα από τα βασικά κριτήρια με τα οποία οι πολίτες αξιολογούν την ηγεσία τους. Σε μια κοινωνία που έχει βιώσει αλλεπάλληλες συγκρούσεις και παρατεταμένη αβεβαιότητα, η εμπειρία στον τομέα της άμυνας μπορεί να λειτουργήσει ως ισχυρό πολιτικό εφόδιο, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίζει από μόνη της την εκλογική επικράτηση.

Το τοπίο της αντιπολίτευσης παραμένει, την ίδια στιγμή, πολυδιάστατο. Ο πρώην πρωθυπουργός Ναφτάλι Μπένετ και ο Γιαΐρ Λαπίντ συμμετέχουν στην εκλογική αναμέτρηση μέσω της κοινής τους συμμαχίας, ενώ ενεργό ρόλο διεκδικούν επίσης ο Άβιγκντορ Λίμπερμαν και ο Γιαΐρ Γκολάν. Η παρουσία τόσων πολιτικών πόλων αποτυπώνει την προσπάθεια συγκρότησης ενός αντίπαλου μετώπου απέναντι στον Νετανιάχου, αλλά ταυτόχρονα αναδεικνύει τις δυσκολίες συντονισμού και πολιτικής σύγκλισης.

Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις δεν προσφέρουν μια σαφή εικόνα για τον τελικό νικητή. Η μάχη παραμένει αμφίρροπη, ενώ οι διακυμάνσεις στην εκλογική απήχηση των κομμάτων αφήνουν ανοιχτά πολλά ενδεχόμενα για την επόμενη ημέρα.

«Μέχρι στιγμής οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως ο Νετανιάχου και ο Άιζενκοτ ισορροπούν. Είναι δύσκολο να προβλέψουμε τον νικητή, αλλά πιο εύκολο να προβλέψουμε πως ο σχηματισμός κυβέρνησης συνεργασίας θα είναι περίπλοκος», σημειώνει ο Γιώργος Τζογόπουλος.

Advertisement

Η εκτίμηση αυτή συνοψίζει και το βασικό παράδοξο της αναμέτρησης: ακόμη κι αν η κάλπη αναδείξει έναν σαφή πολιτικό νικητή, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι θα του εξασφαλίσει και τη δυνατότητα να κυβερνήσει. Στο Ισραήλ, η εκλογική επικράτηση και η συγκρότηση μιας βιώσιμης κυβέρνησης αποτελούν δύο διαφορετικές, συχνά εξίσου δύσκολες, δοκιμασίες.

Η δύσκολη εξίσωση των κυβερνητικών συνεργασιών

Στο Ισραήλ, η καταμέτρηση των ψήφων αποτελεί μόνο την αφετηρία μιας σύνθετης πολιτικής διαδικασίας. Το αναλογικό εκλογικό σύστημα, σε συνδυασμό με την παρουσία πολλών κομμάτων στην Κνεσέτ, καθιστά τις κυβερνήσεις συνεργασίας σχεδόν αναπόφευκτες. Η κοινοβουλευτική αριθμητική αποκτά, έτσι, πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς η δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης εξαρτάται από τη συνεννόηση μεταξύ κομμάτων που δεν μοιράζονται πάντοτε τις ίδιες πολιτικές προτεραιότητες.

Μετά τις εκλογές, ο πρόεδρος της χώρας πραγματοποιεί διαβουλεύσεις με τα κόμματα και αναθέτει την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης στο πρόσωπο που εκτιμάται ότι έχει τις περισσότερες πιθανότητες να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Η διαδικασία αυτή μπορεί να εξελιχθεί σε ένα δύσκολο πολιτικό παζλ, στο οποίο οι ιδεολογικές διαφορές, οι απαιτήσεις των μικρότερων κομμάτων και οι προσωπικές αντιπαραθέσεις διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο.

Για τον Νετανιάχου, οι πλέον φυσικοί σύμμαχοι εξακολουθούν να βρίσκονται στον χώρο της ακροδεξιάς και της υπερορθόδοξης θρησκευτικής δεξιάς. Τα κόμματα του Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ και του Μπεζαλέλ Σμότριτς, μαζί με τα θρησκευτικά κόμματα Shas και United Torah Judaism, αποτελούν βασικούς πυλώνες μιας ενδεχόμενης νέας κυβερνητικής συμμαχίας. Η συνεργασία μαζί τους, ωστόσο, συνοδεύεται από συγκεκριμένες πολιτικές απαιτήσεις, οι οποίες ενδέχεται να περιορίσουν τα περιθώρια ελιγμών του πρωθυπουργού.

Για τον Άιζενκοτ, η πρόκληση είναι διαφορετική, αλλά εξίσου απαιτητική. Θα πρέπει να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα σε κεντρώες, δεξιές και πιο προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες μπορεί να συγκλίνουν στην επιθυμία απομάκρυνσης του Νετανιάχου, χωρίς να συμφωνούν αναγκαστικά στην εσωτερική πολιτική, στη διαχείριση της ασφάλειας ή στις σχέσεις του Ισραήλ με τους γείτονές του.

Η κοινή αντίθεση προς έναν πολιτικό αντίπαλο δεν αποτελεί πάντοτε επαρκή βάση για μια σταθερή κυβέρνηση. Οι διαφορές που αναδύονται όταν οι διαπραγματεύσεις περνούν από το επίπεδο της εκλογικής συνεργασίας σε εκείνο της άσκησης εξουσίας μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπου οι κυβερνητικοί συνασπισμοί στηρίζονται συχνά σε εύθραυστες ισορροπίες.

Επιπλέον, η στάση απέναντι στα αραβικά κόμματα περιπλέκει ακόμη περισσότερο την εξίσωση. Οι έδρες τους θα μπορούσαν να αποδειχθούν καθοριστικές για τη διαμόρφωση κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, ωστόσο οι βασικές εβραϊκές παρατάξεις της αντιπολίτευσης αποκλείουν μέχρι στιγμής τη συμμετοχή τους σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό. Η συγκεκριμένη στάση περιορίζει τις διαθέσιμες επιλογές και καθιστά δυσκολότερη την αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων σε περίπτωση που τα αριθμητικά δεδομένα δεν ευνοούν κανένα από τα δύο στρατόπεδα.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης πολιτικής διαπραγμάτευσης δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η κάλπη ενδέχεται να αναδείξει έναν νέο συσχετισμό δυνάμεων, χωρίς να προσφέρει ταυτόχρονα μια καθαρή και βιώσιμη κυβερνητική διέξοδο. Και τότε, ο πραγματικός νικητής της αναμέτρησης θα κριθεί όχι μόνο από τις ψήφους που θα συγκεντρώσει, αλλά και από την ικανότητά του να μετατρέψει τις εκλογικές συμμαχίες σε μια λειτουργική κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Ισραήλ: Στις 27 Οκτωβρίου οι κρίσιμες εκλογές- Η αντοχή Νετανιάχου στις δημοσκοπήσεις, το ερωτήματα της επόμενης μέρας σε ένα απαιτητικό διεθνές περιβάλλον και η εξωτερική πολιτική που δεν αναμένεται να αλλάξει

Η εσωτερική πολιτική στο επίκεντρο της αναμέτρησης

Παρά τη διεθνή διάσταση που αναπόφευκτα συνοδεύει τις εκλογές στο Ισραήλ, η προεκλογική αντιπαράθεση δεν καθορίζεται αποκλειστικά από τον πόλεμο, τις περιφερειακές συμμαχίες και τις σχέσεις με τις μεγάλες δυνάμεις. Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορά ζητήματα που αγγίζουν άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών, την κοινωνική συνοχή και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η ίδια η ισραηλινή κοινωνία.

Ο Γιώργος Τζογόπουλος επισημαίνει ότι η εσωτερική διάσταση της αναμέτρησης έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, ακόμη κι αν τα διεθνή μέσα ενημέρωσης εστιάζουν κυρίως στις γεωπολιτικές συνέπειες του αποτελέσματος.

«Για τους περισσότερους Ισραηλινούς πολίτες οι εκλογές αφορούν την εσωτερική κατεύθυνση της χώρας παρά την εξωτερική», τονίζει.

Ένα από τα πλέον ακανθώδη ζητήματα είναι οι εξαιρέσεις από τη στρατιωτική θητεία που απολαμβάνουν τμήματα της υπερορθόδοξης εβραϊκής κοινότητας. Το θέμα βρίσκεται εδώ και χρόνια στο επίκεντρο μιας έντονης κοινωνικής και πολιτικής αντιπαράθεσης, καθώς αγγίζει ευαίσθητες ισορροπίες ανάμεσα στη θρησκευτική παράδοση, την ισότητα των υποχρεώσεων και τη λειτουργία του κράτους.

Η στρατιωτική υπηρεσία κατέχει ξεχωριστή θέση στη συλλογική ταυτότητα του Ισραήλ. Για πολλούς πολίτες, η υποχρέωση συμμετοχής στην άμυνα της χώρας αποτελεί κοινό βάρος, το οποίο συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια και την επιβίωση του κράτους. Οι εξαιρέσεις, επομένως, δεν αντιμετωπίζονται απλώς ως ένα τεχνικό ζήτημα της νομοθεσίας, αλλά ως δοκιμασία της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισονομίας.

Η συζήτηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ένταση σε μια περίοδο κατά την οποία οι παρατεταμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι αυξημένες ανάγκες των ενόπλων δυνάμεων επιβαρύνουν σημαντικά όσους υπηρετούν. Για ένα τμήμα της ισραηλινής κοινωνίας, η διατήρηση των εξαιρέσεων συνιστά άνιση κατανομή των βαρών, ενώ για τις υπερορθόδοξες κοινότητες το ζήτημα συνδέεται με την προστασία του θρησκευτικού τρόπου ζωής και της ιδιαίτερης κοινωνικής τους ταυτότητας.

Η διαχείριση αυτής της αντιπαράθεσης αποτελεί, συνεπώς, κρίσιμο πεδίο για τον σχηματισμό της επόμενης κυβέρνησης. Η στάση των θρησκευτικών κομμάτων μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για τις κυβερνητικές ισορροπίες, περιορίζοντας παράλληλα τα περιθώρια συμβιβασμού σε ένα θέμα που προκαλεί βαθιές διαιρέσεις.

Γιατί δεν αναμένεται θεαματική αλλαγή στην εξωτερική πολιτική

Παρά την έντονη πολιτική αντιπαράθεση και τη σημασία του προσώπου που θα αναλάβει την πρωθυπουργία, οι βασικές στρατηγικές επιλογές του Ισραήλ δεν αναμένεται να μεταβληθούν ριζικά. Αυτή είναι η εκτίμηση του Γιώργου Τζογόπουλου, ο οποίος θεωρεί ότι οι βαθύτεροι πολιτικοί και κοινωνικοί συσχετισμοί της χώρας λειτουργούν ως παράγοντας συνέχειας, ανεξάρτητα από την έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης.

Όπως επισημαίνει, έρευνα δείχνει ότι σχεδόν τα τρία τέταρτα της ισραηλινής κοινωνίας αυτοτοποθετούνται στον χώρο της κεντροδεξιάς ή της δεξιάς. Άρα περιμένουμε συνέχεια στην εξωτερική πολιτική του Ισραήλ».

Η συγκεκριμένη εκτίμηση υποδηλώνει ότι οι πολιτικές αλλαγές στην κορυφή της εξουσίας δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκην και ανατροπή των βασικών παραδοχών πάνω στις οποίες στηρίζεται η ισραηλινή στρατηγική. Η αντίληψη περί απειλών, η προτεραιότητα της εθνικής ασφάλειας και η επιδίωξη αποτροπής των περιφερειακών αντιπάλων αποτελούν σταθερές που διαπερνούν μεγάλο μέρος του πολιτικού φάσματος.

Αυτό αποτυπώνεται και στις δημόσιες τοποθετήσεις των δύο βασικών διεκδικητών της πρωθυπουργίας. Παρά τις ουσιαστικές διαφορές τους ως προς την πολιτική διαχείριση και τις εσωτερικές ισορροπίες, τόσο ο Νετανιάχου όσο και ο Άιζενκοτ αντιμετωπίζουν την αποτροπή της ιρανικής απειλής ως στρατηγική προτεραιότητα. Η αντιπαράθεση με την Τεχεράνη εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους βασικούς άξονες της ισραηλινής εξωτερικής πολιτικής, επηρεάζοντας τις στρατιωτικές επιλογές, τις περιφερειακές συμμαχίες και τον σχεδιασμό της ασφάλειας.

Αντίστοιχα, και οι δύο απορρίπτουν τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους υπό τις σημερινές συνθήκες, ενώ συμφωνούν στην ανάγκη αφοπλισμού της Χαμάς. Οι θέσεις αυτές καταδεικνύουν ότι, παρά τις διαφορετικές πολιτικές προσεγγίσεις τους, τα περιθώρια σύγκλισης σε κρίσιμα ζητήματα της ισραηλινοπαλαιστινιακής σύγκρουσης παραμένουν σημαντικά.

Οι διαφορές γίνονται πιο ευδιάκριτες στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζουν τη Δυτική Όχθη και, ειδικότερα, την πολιτική των ισραηλινών εποικισμών. Ο Άιζενκοτ έχει ταχθεί κατά της δημιουργίας μη εγκεκριμένων φυλακίων και της βίας που ασκούν εξτρεμιστές έποικοι, υιοθετώντας μια διαφορετική προσέγγιση από εκείνη των ακροδεξιών κυβερνητικών εταίρων του Νετανιάχου, οι οποίοι υποστηρίζουν πολύ πιο επεκτατικές πολιτικές στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.

Η συγκεκριμένη διαφοροποίηση μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία εάν η εκλογική αναμέτρηση οδηγήσει σε αλλαγή κυβέρνησης. Μια νέα ηγεσία θα μπορούσε να μεταβάλει τις προτεραιότητες, τον τρόπο άσκησης της πολιτικής και τη διαχείριση των εντάσεων στη Δυτική Όχθη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα εγκαταλείψει τις βασικές στρατηγικές παραδοχές της χώρας.

Σε κάθε περίπτωση, η εξωτερική πολιτική του Ισραήλ διαμορφώνεται από ένα σύνθετο πλέγμα παραγόντων: τις εσωτερικές πολιτικές ισορροπίες, τις στρατιωτικές εξελίξεις, τις περιφερειακές απειλές και τις διεθνείς σχέσεις. Η αλλαγή προσώπων στην εξουσία μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις και τις μεθόδους, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να ανατρέψει ένα δόγμα ασφαλείας που έχει διαμορφωθεί μέσα από δεκαετίες συγκρούσεων και διαρκούς αίσθησης απειλής.

Η επόμενη ημέρα και τα όρια της πολιτικής αλλαγής

Το αποτέλεσμα των εκλογών θα κρίνει πολλά περισσότερα από το ποιος θα καθίσει στην πρωθυπουργική καρέκλα. Θα αποτυπώσει τις αντοχές του πολιτικού συστήματος, τα όρια της κοινωνικής ανοχής απέναντι στην κυβερνητική ηγεσία και τις δυνατότητες συγκρότησης μιας σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σε μια περίοδο παρατεταμένης αβεβαιότητας.

Για τον Νετανιάχου, η πρόκληση είναι να αποδείξει ότι η πολιτική του επιρροή παραμένει ισχυρότερη από τη φθορά που έχουν προκαλέσει οι κρίσεις των τελευταίων ετών. Για τον Άιζενκοτ και τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, το στοίχημα είναι να μετατρέψουν την αμφισβήτηση της σημερινής ηγεσίας σε μια συνεκτική κυβερνητική πρόταση, ικανή να υπερβεί τις ιδεολογικές και πολιτικές τους διαφορές.

Η κάλπη μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για μια αλλαγή προσώπων, δεν εγγυάται όμως αυτομάτως μια ριζική αλλαγή πολιτικής. Οι στρατηγικές προτεραιότητες της χώρας, η ισχυρή παρουσία της δεξιάς και οι απαιτήσεις των κυβερνητικών συμμαχιών αναμένεται να εξακολουθήσουν να καθορίζουν τα όρια των διαθέσιμων επιλογών.

Κάντε like στη σελίδα μας στο facebook για να μαθαίνετε όλα τα νέα



Back to top button